Monday, June 8, 2015

Προμηθέας

.



 
Τι να κάμω μ' αυτή τη μνήμη τη σεπτή
που έπηξε πάνω μου αργά, έγινε βράχος
ασήκωτος στους ώμους μου που κύρτεψαν
για δες, εκεί που πίστευα θα βγουν φτερά 
τώρα έναν βράχο κουβαλώ -μα μήπως
ετούτος είναι τα φτερά μου;-

πάνω του ανάγλυφες μορφές, λησμονημένες
ανθρώπων πούζησαν και τώρα σκόνη
ζωγραφιές μισές κι αχνές σαν υποψίες
ακρωτηρια-
σμένα αγάλματα
χέρια παρακαλεστικά για δικαιώσεις
μία ατέλειωτη σιωπή  
μα πιο βαθιά εκλάμψεις, μυστικά
κι ένα πιτσούνι χνουδωτό
που καρτεράει κουρνιασμένο στην φωλιά
καμώμενο πως δεν υπάρχει

Τα γόνατα λυγούν
βαρύς ο βράχος πάνω μου
μα μέσα από τη βάσανο
βρίσκω το πρόσωπό μου

Πιο πέρα γύπες. Στέκουν στις αγριοσυκιές ψηλά
και μ' απειλούν βουβά, χωρίς να με κοιτάζουν
μα η βουή της άγνοιας στη πόλη
που απλώνεται φαιδρή μπροστά, με συνεπαίρνει
Δεν θέλουν ετούτη τη φωτιά που τη χαρά πληγώνει
περιφρονούν τη σύνεση σαν τα χορτάτα τα σκυλιά
που απωθούν το φαγητό σα δεν αρέσει
δίκαιο έχουν μα εγώ για ποιον, τούτον τον βράχο κουβαλώ
αν κατορθώσω να σταθώ ορθός, θα τον τινάξω
στην κατηφόρα να κυλήσει και να σπάσει

Σκόνη...
κι ύστερα αυτό το περιστέρι -ώριμο πια-
στην πόλη να γυρνά λευτερωμένο
σε στύλους, σε πλατείες, σε φθηνά μπαλκόνια
σαν μια μικρούλα ύπαρξη λευκή, που προσπαθεί
με τα θεριά κι αγριανθρώπους να τα βάλει...