Monday, December 15, 2014

Τιμοκλεία




Σαν έχασαν τη μάχη οι Θηβαίοι
απ' τον στρατό του Αλέξανδρου
κι οι Μακεδόνες πέσανε
σφήκες στην πόλη,
στης Τιμοκλείας το σπίτι
άγριοι Θράκες -αφού τη βίασαν- 
την παίδεψαν για θησαυρούς

Τότε η άξια Θηβαία
τον αρχηγό ξεμοναχιάζοντας
παρέσυρε σε σκοτεινό πηγάδι
''Εδώ!'' του είπε, μα καθώς
εκείνος έσκυψε να δει, τον έσπρωξε
και πέτρες ρίχνοντας από ψηλά
σκότωσε τον άπληστο φωνάζοντας
''Αυτά παθαίνουν, όσοι κλέβουν τη τιμή
και το χρυσάφι των ανθρώπων!''

......................................

Με αγέρωχη περπατησιά -αν και δεμένη
σε θυμωμένους ανάμεσα στρατιώτες-
και βλέμμα άφοβο η Τιμοκλεία
στάθηκε μπροστά στον βασιλιά
για τιμωρία
μαζί με τα παιδιά της

......................................

-Είμαι η αδερφή του γενναίου Θεαγένη
του στρατηγού που τον πατέρα σου
με σθένος στη Χαιρώνεια πολέμησε
κι ένδοξα έπεσε για τη τιμή της Θήβας
τέτοιο ρηγάτο  αίμα
και στις δικές μου φλέβες, τρέχει.

Μα εσύ, ντροπή των βασιλέων
για τη δική σου δόξα
την πόλη μου ξερίζωσες
της Θήβας όλος ο ανθός
βορά στα όρνια
μύρισε στους δρόμους τους καπνούς
απ' τα καμμένα
άκου τους θρήνους γυναικών
τα ουρλιαχτά των κοριτσιών που κυνηγούν
οι άξεστοι στρατιώτες
τη θλίψη δες αυτών
που παν στα σκλαβοπάζαρα.
Σε  φτύνω Αλέξανδρε
και με τα νύχια τούτα δω, αν δεν κρυβόσουν
πίσω από φρουρούς, θα σ' έγδερνα
κι αν γλίτωνα από δω
αετούς τους γιους θα ανάθρεφα
σαν ποντικό να σε ξεσκίσουν!

Μα ξέρω, δε γλιτώνω
οι τιμημένοι όμως προτιμούν τον θάνατο
από ζωή σκυφτή και μαυρισμένη!''

Και λέγοντας αυτά η Τιμοκλεία
έφτυσε τον Αλέξανδρο
''βίαιον εμπτυσμόν'' λέγει ο συγγραφεύς
''στο πρόσωπο του πορθητού''
που ευθύς διέταξε
να μην πειράξει ουδείς την Τιμοκλεία
τη σπουδαία γυναίκα
παρά στο σπίτι του Πινδάρου με τα τέκνα της
αμέσως να μεταφερθούν

..........................................

''Δεν εννοήσατε όμως ακριβώς
ποιος είναι ο Αλέξανδρος...''
λένε ότι είπε ο βασιλεύς
το πρόσωπο σκουπίζοντας

(2015)

Monday, July 28, 2014

Ελένη


Εμένα πόρνη με γνωρίζει η ιστορία
πάνω μου αναθέματα μυριάδες
δέκα χρόνια μυστική στη Τροία
μα να με βρίζουν οι Ζορμπάδες

Δεν ήταν όλα ένα σχέδιο μήπως
του Αγαμέμνονα, τη Τροία να πάρει;
Έγινα λοιπόν Δούρειος ίππος
πλανεύοντας τον χαζοβιόλη Πάρη,

που πίστεψε πως μόλις είδα
τα μάτια τα νοσταλγικά του
τους ώμους τους γυμνούς, την κλείδα
έπεσα ξερή στην αγκαλιά του

πρίγκιπας νάρκισσος και αφελής
και επιπλέον, λίγος στο κρεβάτι
δεν υποπτεύθη ο δυστυχής
αυτό που ύφαινα με ινάτι

της Τροίας την πτώση! Τα μυστικά
να κλέβω -γελώντας ακόμη και θεούς-
σε κάποιον έταξα φιλιά
μέσα να μπάσει Αχαιούς

Εγώ η Ελένη! Του Μενελάου η πιστή
που χρόνους τον στερήθηκα
για μια μεγάλη αποστολή
κι ούτε στιγμή φοβήθηκα

Η Ελένη! Βασίλισσα των Μυκηνών
αιώνες κρύβω τη ζωή μου
εγώ, βασίλισσα των Αχαιών
γυρεύω πίσω τη τιμή μου!

Sunday, June 22, 2014

το άλλοθι



Κι αν είμαι διστακτικός στις μεγάλες ιδέες
είναι γιατί στη φωλιά μου τριγύρω
ζέχνουν ακόμη απομεινάρια πρόσφατων φόνων
και δε βλέπω κανέναν προφανή λόγο
να μου εμπιστευτεί κανείς έναν παράδεισο
είναι που έρχεστε και σεις κάθε νυχτιά
σ’ αυτό το άγριο δάσος
καρτέρι να στήσετε
σε ανθρώπους και πλάσματα

Προτού για τα καλά ξημερώσει
κρατώντας στους ώμους λαγούς
ζαρκάδια, ανθρώπινα κομμένα
κεφάλια, επιστρέφετε κυρίαρχοι, χαρού
μενοι από την ήττα τόσων πλασμάτων
γέρνετε θριαμβευτές στα κρεβάτια σας
χωρίς τίποτα να θυμάστε το πρωί
κι ας βρίσκετε μέσα στις τσέπες σας
δάχτυλα κομμένα με αστραφτερά δαχτυ
λίδια, επιδόματα που δε σας ανήκουν
και στα ψυγεία σας μέσα, αγριογούρουνα
γδαρμένες νυφίτσες, τσιμπίδες με διαμελι
σμένα έμβρυα ...

Λοιπόν, με λήθη πλένεστε
στους νεροχύτες το πρωί
ενδύεστε ξανά με υποκρισία
και πάτε να χτίσετε το άλλοθι
να διδάξετε ηθική
και καλοσύνη να διδάξετε
αφρίζοντας κατά του ρατσισμού
μπορεί να γράφετε και ποίηση
ηχηροί ανθρωπιστές
οχληροί  δικαιοφόροι!...

Thursday, May 15, 2014

η παλιά μου γειτονιά


Πώς έγινε έτσι η παλιά μου γειτονιά
σιωπηλή, πικρή και έρημη
πού πήγαν οι φωνές και η χαρά
τι έγιναν οι φίλοι μου οι αμέριμνοι

Δε βλέπω την ωραία πασχαλιά
που μ' άρεσε να κάθομαι σιμά της
εχάθη κι η θεόρατη μουριά
που παίζαμε τα μεσημέρια στη σκιά της

Πετούσαμε απ' το πρωί σαν τα πουλιά
φτιάχναμε παιχνίδια από ξύλα
κι όταν γυρίζαν όλοι απ' τη δουλειά
μικροί μεγάλοι, παίζαμε τα μήλα

Το γηπεδάκι μας πού πήγε το μικρό
που γέμιζε την Άνοιξη γρασίδι
δε μας πείραζε που ήτανε στραβό
μας πήγαινε το πιο όμορφο ταξίδι

Τι γίναν τόσα ωραία δειλινά
ήχοι από κουβέντες κι από πόρτες
οι ευωδιές από τα γιασεμιά
η κυρά Λένη που μάζευε τις κότες

Έρημος πια ο δρόμος και πικρός
χωρίς μιλιά, παντζούρια σφαλισμένα
σε κάποια αυλή ένας Ινδός
σιάζει τα μαλλιά του με μια χτένα

κι ο μπάρμπα Ντίνος μόνος, δυστυχής
σταυρώνοντας τα δυο του χέρια
απόμαχος μιας άλλης εποχής
λιάζεται βουβός τα μεσημέρια