Translate

Thursday, December 16, 2021

Είπες... θα γίνω ποιητής


Είπες ''θα γίνω ποιητής''
γιατί... κατέληξες πως τέτοιος όντας
απ' όλους θα θαυμάζεσαι
θα δίνεις διαλέξεις... πολλοί
γύρω θα συνωστίζονται 
κι εσύ με ύφος δάσκαλου
-για να μη πω Σωτήρα-
στοίβες βιβλία θα υπογράφεις
(όσο για τις γυναίκες
ουρές θα κάνουν γύρω σου)

.........................................

Δεν είναι όμως έτσι... δεν είναι 
καθώς τα σκέφθηκες τα πράματα
στην ερημιά θα ζήσεις
στην ερημιά θα πεθάνεις
μέσα στην καταφρόνια...

Tuesday, December 14, 2021

Ερμότιμος

 



- ...πως πρόσθεν Αιθαλίδης, ητ΄ Εύφορβος, είτα Ερμότιμος
είτα Πύρρος γένοιτο. Επειδή δε Πύρρος απέθανε
γενέσθαι Πυθαγόραν και πάντων των ειρημένων μεμνήσθαι. -

Διογένης Λαέρτιος


Ταράχτηκε ο Ερμότιμος
μες στο ναό του Απόλλωνος 
στην όμορφη Βραγχίδα...
ανάμεσα στα τόσα αναθήματα
συγκινημένος κοίταζε, μίαν παλιά ασπίδα
(σάπιο σχεδόν το ξύλο της
μόνο μια ελεφάντινη ξεχώριζε μορφή
και κάτι γράμματα αχνά
με διάφορη, στην άκρη της γραφή:
Τω Απόλλωνι... Μενέλαος)

Μα ήταν δική του! (κι ας έγραφε)
Την είχε αιώνες πριν ως... Εύφορβος
της Τροίας... θυμήθηκε το πρωινό
που την παρέλαβε γυαλιστερή
θυμήθηκε τις μάχες, την ελπίδα
μα και του Μενελάου το σπαθί
που τούκοψε ξάφνου τη ζωή...

Θυμήθηκε τις μέρες τις παλιές
και τις καλές, πριν να φανούν οι Αχαιοί
τις ευωδιές του Σκάμανδρου
τους φίλους, την Ετθίδα...
και έκλαψε ο Ερμότιμος 
πάνω απ' την ασπίδα
γι' αυτά που χάθηκαν
για τη φθορά των ζωντανών 
παίγνιων χρόνου και θεών... 

Αυτά ο Ερμότιμος. Που κι Αιθαλίδης ήταν 
και θα γινόταν Πύρρος (ένας ψαράς στη Δήλο)
κι αργότερα, ως... Πυθαγόρας (!!)...
την ανθρωπότητα θα θάμπωνε
μα με το δώρο (ή την κατάρα;) του Ερμή
να ενθυμείται κάθε του ζωή
δεν ήξερε πού πήγαινε 
και προπαντός ποιος ήταν...



14/12/2021

Monday, November 29, 2021

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΛΕΙΒΑΔΙΑΣ - Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΝΙΤΣΕ του Γιώργου Πύργαρη





Να ευχαριστήσω τη Δημόσια Βιβλιοθήκη Λειβαδιάς για την πρόσκληση να συζητήσουμε το βιβλίο μου Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΝΙΤΣΕ (Όστρια, 2020). Να ευχαριστήσω επίσης τον κ. Αλεξάνδρου Δημήτρη για την επιτυχή ανάλυση. Χάρηκα και για τη γνωριμία με τη συνάδελφο Αλέκα Ζωγράφου και για την πρώτη επαφή με το βιβλίο της ΤΑ ΔΥΟ ΣΜΑΡΑΓΔΙΑ (Χάρτινη πόλη). 
Όποιος επιθυμεί, μπορεί να τα παρακολουθήσει όλα στο βίντεο...

Monday, February 1, 2021

Λεωνίδης... υιός Οδυσσέως



Ημέρα κρύα... και συννεφιασμένη
στου Μονάχου το παλιό νεκροταφείο
η ψυχή μου έρμη και θλιμμένη
καθώς στέκω σ' ένα ταφικό μνημείο...

λίγο γυρτό, φθαρμένο από τον χρόνο
με ίχνη όμως κάποιου μεγαλείου
ανεγέρθη από τον... Θρόνο (!!)
και φέρει στίχους του Θειρσίου

''ΕΔΩ ΚΕΙΤΑΙ ΛΕΩΝΙΔΗΣ... ΥΙΟΣ ΟΔΥΣΣΕΩΣ
ΠΡΟ ΤΗΣ ΗΒΗΣ ΑΠΟΘΑΝΩΝ ΕΝ ΜΟΝΑΧΩ...''
Μονάκριβο τέκνο...  τόσο νέος!!...
Ανατέλλων ήλιος, εβυθίσθη σε τάφο...


1/2/2021

Tuesday, October 13, 2020

Μιλήτου άλωσις



-Δύναται ένα έργο τέχνης 
να αλλάξει την ιστορία;-


Kαλά του κάναμε του Φρύνιχου
και πρόστιμο του βάλαμε 
κι απαγορέψαμε το έργο 
που μας εθύμισε οικεία κακά
εμπρός μας φανερώνοντας
τόσα των Μιλήσιων δεινά
κάνοντάς μας στις εξέδρες 
να πονούμε και να κλαίμε γοερά...

καλύτερα οι μύθοι... τα παλιά
παρά τα δράματα τ' αληθινά 
άσε που όλα ήταν 
του Θεμιστοκλή μια πονηριά

..................................................

(Όμως, μήπως αυτό το έργο τελικά
μας έσωσε απ' τους Μήδους
κι από χειρότερα κακά;)



13/102020

Saturday, July 4, 2020

Καταφιλήσω...




Ήταν ωραίο το δειλινό...
Η Κασσιανή μες στο κελί, σε έξαρση ποιητική
μίαν ωδή εδούλευε. Μα όταν έγραψε...
''καταφιλήσω τους αχράντους σου πόδας, αποσμήξω 
τούτους δε πάλιν τοις της κεφαλής μου βοστρύχοις''
έπεσε σε συλλογή... -''Καταφιλήσω'';
Πώς από μέσα της ξεπήδησε η λέξη αυτή;
Φανέρωνε ταπεινοσύνη, συντριβή
ή ήταν έντεχνα κρυμμένη, ερωτική;
Καλύτερο δε θάταν  το ''ασπασθώ;''
''ασπασθώ τους αχράντους σου πόδας!''
Πιο σεπτό! Πιο ιερό! Αλλά ''καταφιλήσω'';;;;

Τον κάλαμο επήρε η Κασσιανή
να διορθώσει την παρεκτροπή.
Μα δεν επρόλαβε...
άλογα μπήκαν στην αυλή
και μια φωνή... -Ο αυτοκράτορας!

...................................

Αργότερα, σα βγήκε απ' την κρυψώνα της
λίαν τρεμάμενη, σκύβει στην περγαμηνή...
''ων εν τω παραδείσω Εύα το δειλινόν
κρότον τοις ωσίν ηχηθείσα, τω φόβω εκρύβη''
είχε προσθέσει ο Θεόφιλος
κάτω απ' τη δική της την ωδή...
-Μα πώς μπορεί μέσα στον ύμνο της
τόσο αδιάντροπα, αυτός να βλασφημεί;
Ποιαν Εύα; Την αφεντιά της εννοεί, που προ ολίγου
τα βήματά του ακούοντας, έτρεξε να κρυφτεί!
Πολύ οργίσθη η Κασσιανή
και πήρε να κάψει την ωδή...

Μα ήταν ωραίο το δειλινό!
Και στο κελί της έμπαινε, μια ευωδιά γαζίας...
(απ' την κρυψώνα της... άκουγε την ανάσα του
την προσμονή του ένιωθε, πούθελε να τη δει
κάποια στιγμή ακούστηκαν ακόμη και...λυγμοί)

-Θα τους κρατούσε! Δεν ήταν οι στίχοι του κακοί
την έθελγε κι η σκέψη, κάτι να είχανε μαζί
έναν δικό τους ύμνο, πνευματικό παιδί!
Λοιπόν, θα τους κρατούσε!...
(από τη χαραμάδα, μόνο τα πόδια του  έβλεπε
πόδια λευκά... τα δάχτυλα, οι αστράγαλοι
καμάρες και κατατομή αρμονικά...
μόνο τα πόδια του έβλεπε τα πόδια τ' ακριβά
που τόσο ωραία έντυναν, σανδάλια περσικά)

......................................

-Όσο για το ''καταφιλήσω'' είναι πιο δοτικό
ψυχρό και σύντομο εκείνο το ''ασπασθώ''
(άσε που αντικρούεται και με το... "αποσμήξω")
Καταφιλήσω, τους αχράντους σου πόδας... λοιπόν!
Πάει καλύτερα, θα το άφηνε...


4.7.2020

Wednesday, December 4, 2019

Ηνεμόεντες






''Εν δε τη Θηβαίων εισί και οι Θεράπναι και ο Τευμησός
ον εκόσμησεν Αντίμαχος, διά πολλών επών...''

                                                                   Στράβων

Σαρώσαν πόλεις κι ιερά
και τον Αντίμαχο επήραν οι ανέμοι
σκόνη, γενιές ανθρώπων μυρμηγκιές
που γύρω με συνέπεια, το χώμα αλετρίζαν

Όμως εδώ των μύθων ο ανθός, ο Τευμησός
-η Λαίλαψ, η Αλεπού, η Ευρώπη, οι Τελχίνες-
κι ο στίχος που γύρω του πετά, άφθαρτη πεταλούδα
''Έστι τις ήνεμόεις ολίγος λόφος''...

Δέρνουν τον λόγο, τον Σωρό* αιώνες και ανέμοι
μα τούτοι, κρατούν και... ''αύξονται ούτως εις άπειρον''!




4.12.2019

*Σωρός: η σύγχρονη ονομασία του Τευμησού



Friday, November 8, 2019

Εικόνα μάνας




Εικόνα όμορφη, γλυκιά
ρόδια η μάνα μας να καθαρίζει
κάποιου Νοέμβρη μια βραδιά
δίπλα το τζάκι μας να τρίζει.

Να πέφτουν κόκκινα σπυριά
από τα χέρια της τα δουλεμένα...
μέσα στα πιάτα τα βαθιά
δυο κουτάλια ακουμπισμένα.

Όταν τελειώνει, σιωπηλά
το κέντημα να ξαναπαίρνει
εμείς βουτιές μες στα ζουμιά
κι αυτή κοιτώντας να χορταίνει.

Έξω ν' ακούγεται η βροχή
από ψηλά να σιγοπέφτει
πάνω στον τσίγκο, στην αυλή
-κι όλα χαμένα σε καθρέφτη

νοσταλγικό, θολό, παλιό
που έσπασε και δε γυρίζει
δεν είναι η μάνα πια εδώ
κι έξω ο άνεμος σφυρίζει- ...



Οκτώβρης-Νοέμβρης 2019
πίνακας: Γεραλής Απόστολος


Wednesday, August 21, 2019

Βασιλέας των Ελλήνων 1147 μ. Χ.




''Βασιλέα των Ελλήνων'' και όχι ''Αυτοκράτορα''
αποκάλεσε ο Κόνραντ, τον Μανουήλ τον Κομνηνό
-να τον μειώσει τάχα-
όμως υπέστη ήττα οδυνηρή, έξω από την Πόλη
πεζικό, κατάφρακτοι ιππείς και κούρσορες
του έδωσαν μάθημα καλό, τιμώρησαν το θράσος
(κι ας μέσα στην αναίδειά του ο Γερμανός
μυστικό κοινό και χρόνιο
μεγαλοφώνως, είχε εκστομίσει)


22-8-2019


Sunday, May 21, 2017

Ο γυρισμός




-Πώς ξάφνου έπεσε
μέσα σε τέτοιο φως
τόση σιωπή...-


Πόσο η μέρα τούτη με άλλη μοιάζει
μακρινή, των παιδικών μου χρόνων
ίδιο το φως! Ο ήλιος σπάταλα να στάζει
χρυσή βροχή στα πράσινα των κλώνων

των δέντρων τούτων, που θαρρώ εγέρασαν
μαζί μας -τότε χλωροί, γεμάτοι σφρίγος-
σαράντα χρόνια διάβηκαν, επέρασαν
μα σήμερα ξανά εδώ, μ' αυτό το ρίγος

στην καρδιά, για φίλο που περίμενα να βρω
μα έμαθα πως έπεσε, άξαφνα στ' αλώνια
ίδιο, λαμπρό το φως... μα άδειο το χωριό
σα νάφυγαν Απρίλη, όλα τα χελιδόνια!



-2017, 21 Μαϊου-

Sunday, September 18, 2016

Μνήμη καλοκαιριού


Συναντήθηκα με κάτι τεμπέλικα δέντρα
μ' έναν δυόσμο στοχαστικό και περιπατητή
με τζίτζικες σταχτιούς που παίζαν
κρυφτό στα φυλλοκάρδια
και κάτι πονηρά πουλιά που καρτερούσαν
να στρέψεις αλλού τη κεφαλή
για να σου κλέψουν ψίχουλα
πάνω απ' το τραπέζι...

τι στο καλό γυρεύαμε αυτό το καλοκαίρι
τόσοι τυχοδιώκτες, στο ίδιο μέρος;

Tuesday, June 14, 2016

Νέκυια






-Εν αρχή να θολώσεις τη λίμνη του Νάρκισσου
να δεχθείς πως το φως είν' αλλού
σε ξένα λόγια και έργα...-

Θέλει μια δύναμη σιδερένια να κατέβεις εδώ
σ’ αυτή τη σπηλιά, ανάμεσα σε νοτισμένες επιστολές
αποκρυπτογραφώντας ίχνη παλαιού καιρού
παράξενη σκιά που μηρυκάζει μελάνι...

Προσπαθείς να στήσεις ξανά τα χαλάσματα
σκουντώντας με τη ζέση σου τη γαλήνη των άφαντων
πίσω αφήνεις τον κόσμο των ζωντανών
σαν ένας Οδυσσέας παράφορος που κατεβαίνει στον Άδη
δωρίζοντας στους εκεί... εωθινές ευωδιές
λαβαίνοντας αστραπές θύμησης
(που όμως σε αλλάζουν...
ώσπου στο τέλος δεν είσαι ο ίδιος
μα της φυλής σου η μνήμη)

Όμως πόσο ακόμη θ’ αντέξεις να πηγαινοέρχεσαι
ανάμεσα σε δυο κόσμους
χωρίς να ανήκεις ολότελα πουθενά
πόσο θα αντέξεις να προσπαθείς να δικαιώσεις 
μπαρουτοκαπνισμένους πολεμιστές
χήρες, ορφανά κι αδικημένους 
ή τον άλλον που για γρόσια μόλις εκατό
τον πέταξαν σ’ ένα πηγάδι...

δεν έχει ελπίδα ο άνθρωπος
και τα αγάλματα που φέρνεις αγκομαχώντας απάνω στη γη
μέσα στο φως σκουριάζουν ρημαγμένα...


-Ιούνιος 2016
στους ιστορικούς ερευνητές-

Thursday, March 17, 2016

Επί... σκηνής δίεση


''...Τι συμφορά, ενώ είσαι καμωμένος
για τα ωραία και μεγάλα έργα
η άδικη αυτή σου τύχη πάντα
ενθάρρυνσι κ' επιτυχία να σε αρνείται...''

Καβάφης-Σατραπεία


Επί σκηνής ο ηθοποιός,
κάποιου πλουσίου ανάπηρου
τον υπηρέτη παίζει (σχεδόν κομπάρσου ρόλος)...
Πώς όμως ξέπεσε, σε τέτοιον ρόλο άχαρο
αυτός που ήταν ο εκλεκτός, το έργο το Σκωτσέζικο
τον Ληρ ή τραγωδίες άφθαρτες, έξοχα να παίζει;

Τον τρώει τόσο το σαράκι, που ώρες τούρχεται
να κάνει κάτι απίστευτο (όσο κι απεγνωσμένο)
απ' τη σκηνή, την ώρα της παράστασης
να αποδράσει, ηρωικά και κάθετα
σα λεπτομέρεια μιας ζωγραφιάς που ξάφνου
απ' τον καμβά ουρλιάζοντας στην αίθουσα πηδάει
(άναυδους αφήνοντας, κοινό και σκηνοθέτες)

Μα δεν το κάνει...
πού να ψάχνει τώρα για δουλειά
πώς να χαλάσει ξαφνικά το όνομά του...
έπειτα, ίσως δεν ήταν εξ' αρχής μια νότα
εκλεκτή, παρά μια δίεση...
πολύτιμη όμως, που έτσι κι έλειπε
η αρμονία του έργου η μαγική
αμέσως θα χαλούσε...

Thursday, February 25, 2016

Το ηφαίστειο


-Ποιος, στην απεραντοσύνη μέσα την υγρή
μπορεί να φτιάξει από το τίποτα νησί;

-Ένα κρυμμένο ηφαίστειο
που χρόνους κοιμάται
ως έφηβος Θεός
σε ήσυχο βυθό μεταμφιεσμένος
μα ξάφνου απάνω τινάζεται γυμνός
βουή και νέμεση γεμάτος...
θειάφι η ανάσα και φωτιά
και λάβα που πετρώνει
ένα νησί απ' το στόμα του γεννά
που σα παγώσει
απ' του πελάγου τη δροσιά
σαλπίζει πρόσκληση!

-Ποιος από το τίποτα
μπορεί να φτιάξει τέτοια ομορφιά;

-Ο ποιητής!
Χρόνους συνάζει την οργή
που μέσα του πυκνώνει
μ' αντί για χαλασμό
φτιάχνει ζωή
ένα ατόφιο ποίημα
καταμεσής του πουθενά
(θα παν και κει πουλιά
και μύστες ταξιδιώτες)

-Ποιος τόσο ωραία
το ακατοίκητο μεταμορφώνει;
Ποιος, εκτός του ηφαιστείου
και του ποιητή, το μαύρο
σε παράδεισο υψώνει;


Φεβρουάριος 2016


Thursday, December 3, 2015

του ζευγά




Η ώρα ήρθε! φύγαν οι ζεστοί οι μήνες
δυο μέρες έριχνε ποτιστική βροχή
κρώζουν στον βορρά οι χήνες
καιρός να σμίξει με το χώμα το υνί!

Ώρα τον έρμο κάμπο να γυρίσω
με το αλέτρι μου και με τη μοναξιά
τη γη απ' άκρη σ' άκρη να μαυρίσω
έχοντας παρέα τα πουλιά

χαμοπετούν τριγύρω τα καημένα
τσιμπολογούν στο αυλάκι λιχουδιές
κοράκια, καρακάξες, ζαραβέλια
και σουσουράδες, τόσο δα μικρές

Ξωμάχος της ζωής κι εγώ εκεί!
υπομονετικά, μη χάσω τη σειρά
μαζί μου το προσφάι, το κρασί
δύναμη να πάρω και ξανά δουλειά!

Για να προλάβω! ο καιρός μικραίνει
νέφη συνάζονται στον ουρανό παντού
ούτ' ώρα, στιγμούλα δε μου μένει
ξεγνοιασιάς κι αναπαμού

Γιατί έχω στόματα να θρέψω!
τον σταυρό μου κάνω για καλή σοδειά
νύχτα στο σπίτι θα επιστρέψω
θάχουν κοιμηθεί, τα δύο μου παιδιά...

Κι όταν τη μάνα γη γεμίσω
με σπόρους και καντάρια φως
μονάχα τότε θα ηρεμήσω
στο τζάκι θα καθίσω ο φτωχός

ν' αναπαυτώ απ' της ζωής το αμόνι
να πω τις ιστορίες της γιαγιάς
τις νύχτες που θα πέφτει χιόνι
και θα λυσσομανάει  έξω ο βοριάς...


Saturday, September 19, 2015

Το ζαρκάδι




-άνθρωπος
ουχί μονάχα θηρευτής
αλλά και θήραμα...-

Είναι κάποιοι ίσκιοι
που δεν μπορείς να δεις
να πιάσεις, να μυρίσεις
να γευθείς... γκρίζες οπτασίες
που εμφανίζονται κρυφά
αργά το βράδυ

αλαφροπάτητοι
χωρίς φωνή
σαν άδεια ρούχα
που σαλεύουν φευγαλέα
στο σκοτάδι...

υποψίες
κρυμμένοι κυνηγοί
που σε ξυπνάνε ξαφνικά
από ένα λάθος πάτημα
-και στη σκανδάλη χάδι-

Όταν το φως ανάβεις
γύρω κανείς
του ρολογιού ο χτύπος μοναχά
μα στον καθρέφτη
έντρομο να σε κοιτά
ένα ζαρκάδι...


(τα σκοτεινά ποιήματα)
2012;

Sunday, June 22, 2014

το άλλοθι



Κι αν είμαι διστακτικός στις μεγάλες ιδέες
είναι γιατί στη φωλιά μου τριγύρω
ζέχνουν απομεινάρια πρόσφατων φόνων
(και δε βλέπω κανέναν προφανή λόγο
να μου εμπιστευτεί κανείς έναν παράδεισο)
είναι που έρχεστε και σεις κάθε νυχτιά
καρτέρι να στήσετε
σε ανθρώπους και πλάσματα...

Προτού για τα καλά ξημερώσει
κρατώντας στους ώμους λαγούς, ζαρκάδια
ανθρώπινα κομμένα κεφάλια
επιστρέφετε χαρούμενοι
από την ήττα τόσων πλασμάτων
πέφτετε θριαμβευτές στα κρεβάτια σας
χωρίς τίποτα να θυμάστε το πρωί
(κι ας βρίσκετε μέσα στις τσέπες σας
δάχτυλα κομμένα με αστραφτερά δαχτυλίδια
επιδόματα που δε σας ανήκουν
και στα ψυγεία σας μέσα
κεφάλια, γδαρμένες νυφίτσες
βάζα με διαμελισμένα έμβρυα...)

Λοιπόν, με λήθη πλένεστε
στους νεροχύτες το πρωί
ενδύεστε ξανά με υποκρισία
και πάτε να χτίσετε το άλλοθι
να διδάξετε ηθική
και καλοσύνη να διδάξετε
αφρίζοντας κατά του ρατσισμού
-μπορεί να γράφετε και ποίηση
ηχηροί ανθρωπιστές
οχληροί  δικαιοφόροι!..


2014

Thursday, December 5, 2013

γήρας

Ωραίες κάποτε γυναίκες
που σαν τον ήλιο δύουν πια
στα μάτια ατόφια η ομορφιά
και στα βαθιά, γαλήνη...

Sunday, December 1, 2013

αισχρή συνθήκη


Λοιπόν, δεν είναι άλλο ν' απορείς
γιατί επέδειξαν οι άρχοντές μας τέτοια ανοχή
σε κάτι στρατηγούς Τισίες
που ήρθαν με υπεροχή και αλαζονεία
να πάρουν τον οψιδιανό και τον περλίτη
τον πλούτο και τα σπίτια μας
-το δίχως άλλο, θα είχαν πολύ συλλογιστεί
το πάθημα της Μήλου

Γι' αυτό, τους συκοφάντες μην ακούς
πως τάχα θέλαν να σώσουν τη ζωή και το τομάρι τους
ή τον πολλά επικερδή, πολιτικό τους βίο
για μας οι άμοιροι το έκαναν -να μη σφαγούμε
την πώληση των γυναικόπαιδων στα σκλαβοπάζαρα
του τόπου την ερήμωση- γι' αυτό υπέγραψαν κρυφά
τέτοια αισχρή συνθήκη..

κι αν κράτησαν τ' αργύρια μ' ελαφριά καρδιά
οι συνετοί μας άρχοντες και τι μ' αυτό; Εσώσανε την πόλη!
Εξ' άλλου, παλιά τους τέχνη το τερπνόν μετά του ωφελίμου

Ας λιμοκτονούμε πια λοιπόν
ας γυρνούμε στον ίδιο μας τον τόπο, πένητες κι ανέστιοι
τουλάχιστον με τη συνθήκη τα χείριστα γλιτώσαμε
κι ας μας φωνάζουν πια παντού, δειλούς κι οσφυοκάμπτες...


2010

Friday, October 19, 2012

Οι κραταιοί


Γιατί εμείς
της ημέρας οι φοβεροί κραταιοί
τις νύχτες την αγάπη ικετεύουμε
όταν τη σιδηρά αποθέτουμε πανοπλία
κι απορημένα
τον φόβο μας κοιτάζουν τ' αστέρια


Monday, May 14, 2012

το θερμοκήπιο


-Στο θερμοκήπιο που ξάφνου
ξεχαρβαλώθηκε η σκεπή
κι ελεύθερα η βροχή λυσσομανάει
δες τα φυτά τα εμβρόντητα
πώς τρομαγμένα
θροΐζουνε στις γλάστρες-

Απέναντι σε άνεμο θρασύ
ευέξαπτο
που αγέρωχος κινάει από το χιόνι
(μπουμπούκια καψαλίζοντας στο διάβα του
και φύλλων άκρες)
εξαρτημένα απέναντι φυτά
που τρέμουνε
την ειρωνεία της πάχνης

επιθυμούν ξανά στοργή
σπαρακτικά ζητούν το χέρι
εκείνου που... κείτεται νεκρός
σιμά στις ροδαλές
και ντροπαλές μπιγκόνιες...



14 Μαΐου 2012

Thursday, May 10, 2012

τα αγάλματα


Μετά τον χτύπο
της τελευταίας καμπάνας
από τα βάθρα κατέβηκαν
της πόλης τ' αγάλματα...

Σε άλογα χάλκινα
με όπλα στα χέρια
βιβλία και ξίφη
γυρεύουν τη θάλασσα
-διάτρητα από λύπη
και σφαίρες γαζωμένα-

..................

Ορδές αγαλμάτων
απ' όλους τους δρόμους
αγγίζουν τη θάλασσα...

Βουλιάζουν
μέχρι που χάνονται
αφήνοντας πίσω
πόλη τυφλή

ασάλευτη θάλασσα
με φεγγάρι λουσμένη
και αίμα


10 Μαϊου 2012

Tuesday, April 3, 2012

Παραδοχή



Πίσω από κάθε όψη, κάτι πιο δυνατό
ένας ίσκιος από σίδερο
που όμως πονά και σκουριάζει
μέσα στου ήλιου την πυγμή
και τη θλίψη...

ή ένα λουλούδι, πίσω από κάθε όψη
που αντέχει καθημερινά τη φθορά
όνειρα από άπιαστο φως 
ακατάπαυστα πλέκοντας

γιατί μπορεί οι ρίζες
στο χώμα μυστικά να ελίσσονται
μα τα χαμόγελα, τη λήθη ζητούν
και ανθίζουν στην πλάνη

τόσο,
που το κόκκινο αίμα το δυνατό
το ίδιο πολύτιμο με ένα εικόνισμα
και η ζωή φτωχή
χωρίς εκείνο το μετέωρο παράθυρο
ψηλά, καταμεσής του γαλανού ουρανού




Απρίλης 2012

Tuesday, March 6, 2012

Περί...δικαίων



Όσο παλεύεις «για έναν καλύτερο κόσμο»
βάζοντας αλήθεια, τα δυνατά σου
πολλές μάλιστα
τον εαυτό σου εντελώς λησμονώντας
και άλλες προσφέροντας με απλοχεριά
και τη ζωή σου ακόμη,

την ίδια ακριβώς στιγμή
ένα μαχαίρι βυθίζεις στη λύτρωση
που το κοιτάζεις έκπληκτος κατόπιν
-σαν τον φονιά που ξάφνου συνέρχεται
θωρώντας πανιασμένος την πληγή
που αναίτια προκάλεσε στο στήθος
αγαπημένου φίλου-
Έτσι πάντα θα κάνεις. Θα ματώνεις τον κόσμο
προσπαθώντας σαφώς, να τον σώσεις...

(Είναι όμως κι αυτοί, που ποτέ δεν ξυπνούν
στο χέρι τους να δουν το μαχαίρι
συνεχίζουν, σωτήρες απτόητοι
νομίζοντας πως εξαντλούν τη ζωή τους
στην πλευρά των δικαίων...)



αρχές Μαρτίου 2012

Thursday, October 13, 2011

Η απολογία του Οδυσσέα



Στον Αλέξανδρο Τσίγγο


i

-Του Λαέρτη ο καταραμένος γιος
που τα καλύτερα παιδιά μας, για πόλεμο ξεσήκωσε
σώος επέστρεψε, χαίρεται τώρα το παλάτι και το βιος του
τυλιγμένος στη δόξα και την αίγλη του
την πόρνη αγκαλιάζει  Πηνελόπη
πάνω στο αίμα το νωπό, των άτυχων μνηστήρων
την πόρνη ναι, που ως σκύλα σ' ανομολόγητο οίστρο
άπλωσε παντού τη μυρωδιά της, όλα τ' αρσενικά
καλώντας -που έβραζε το αίμα τους- κοντά της
τώρα παριστάνει την πιστή στον Οδυσσέα
που σώος επέστρεψε. Εκείνος σώος!
μα τα παιδιά μας, από ψάρια φαγωμένα
Τρώες και Κύκλωπες. Και πούναι η δόξα;
Πούναι τα πλούτη και τα λάφυρα;
Τι κέρδισε η Ιθάκη, από τον ξένο πόλεμο;


ii

-Αυτοί που ξεχειλίζουνε κακία και φθόνο
φτύνοντας με το κρασί βρισιές και ξόρκια
για μένα, τον Τηλέμαχο, τη δόλια Πηνελόπη
τάχα ποτέ ευρέθηκαν, στη θέση τη δεινή
του βασιλιά που πρέπει, σημαντικές να πάρει
για τη χώρα αποφάσεις;

Γι’ αυτούς ο κόσμος όλος η ειρήνη και τα σπίτια τους
κι η ηθική στενή, μέχρι τον φράχτη της αυλής τους
«Για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη»!
Μα πώς απ' το πρόσταγμα του κραταιού Αγαμέμνονα
η Ιθάκη η μικρή ν’ αποσκιρτήσει; Άπαντες πλην Ιθακιωτών;;;
Τώρα στους νικητές ανήκουν. Και των παιδιών τους τα παιδιά
χρόνια θα απολαύσουν, στη συμμαχία των Μυκηνών
τα δώρα της ειρήνης

Χρυσαφικά και λάφυρα! Να τούτα δώ!
Τα μόνα που εσώθηκαν απ’ την εκδίκηση του Ποσειδώνα
τα δώρα των Φαιάκων, του βασιλιά Αλκίνοου, όλα δικά τους!
Μα δώρο μεγαλύτερο η δόξα της Ιθάκης
που μέχρι σήμερα δε γνώριζε κανείς
μα τώρα ως τα πέρατα και γενεές μπροστά
αιώνες θα γνωρίζουν
γιατί ο δικός της βασιλιάς, την Τροία την επτάκλειδη
μονάχα αυτός κατόρθωσε με πονηριά να ξεκλειδώσει
την όρεξη του αδηφάγου Σκάμαντρου, μια και καλή να κόψει
και τέλος σε φονικό ανώφελο, μονάχα αυτός εμπόρεσε να δώσει

Και τα παιδιά τους περισσότερο παιδιά μου
πρώτος τα έκλαιγα, πρώτος εσπάραζα καθώς
στο αντρειωμένο στήθος τους, υπόκωφα χτυπούσε η πληγή
το κύμα τους κατάπινε ή πέφταν έκπληκτοι σ' αδίστακτα σαγόνια
-τι πιο βαριά κατάρα, μετά από τέτοιο δέσιμο
τους ακριβούς συντρόφους σου να χάνεις
μετά από τόσα που είδες μαζί τους πρωινά
ρημάδι να γυρνάς και έρμος στην πατρίδα
μνήμες χωρίς αναπαμό, γι' αυτό τρελός τις νύχτες
λουσμένος στον ιδρώτα μου, τους κράζω
γιατί είναι άδεια η καρδιά
κι ασήκωτη στους ώμους μου η δόξα-
παρηγοριά μου μόνη, πως ζούνε μέσα μου
αφού καθώς εσβήναν, το τελευταίο βλέμμα το θολό
σε μένα τον ανήμπορο οι δύστυχοι χαρίζαν
γι' αυτό, ήλιοι στο αίμα και τα μάτια μου
λαμπρές οι σύντροφοι κολώνες
στο έπος και στη θύμηση
στη δόξα της Ιθάκης...




Οκτώβρης 2011

Monday, August 22, 2011

Τα κόκκινα λόγια




Όταν δεν έχεις να πεις... σιώπα
περίμενε τη στοργή της βροχής
να μουλιάσουν οι σπόροι
να ξυπνήσει ξανά η φωνή
και ν' ανθίσουν στον κάμπο 
τα κόκκινα λόγια...




Friday, September 24, 2010

Ο φόβος του μαιτρ




-Φρύδια θυσανωτά και βλέμμα μαύρο
μορφή σκαμμένη απ’ τον καιρό κι από τη σκέψη
κορμί γυρτό, δοσμένο στα χαρτιά και το λυχνάρι
βαρύ το στήθος στη νυχτιά, παιάνες
τραγούδια ανατολίτικα, φωτιά και γύφτοι
σμίλη η πένα, δωδεκάλογους λαξεύει...-

 Ο Παλαμάς στο εργαστήρι του σφυρηλατεί
σε μάρμαρο Πεντελικό, τη νέα Ελλάδα!
Τέχνη στιλπνή, λεπτομερής, δίχως ψεγάδι
στο θρόνο τον ανέβασε –δικαίως- του Παρνασσού
(νάνοι εμπρός του οι Δροσίνηδες
δε τον αμφισβητούν, ούτε τόνε τρομάζουν)

Μα τελευταία
κάτι γραπτά λειψά από την Αλεξάνδρεια
που φτάνουνε ανάρια στην Αθήνα
-Έλληνος ποιητού και καθώς λένε αμφιβόλου ηθικής-
σφόδρα τον μαιτρ, έχουν ανησυχήσει…

-πώς γίνεται σε ύφος ακατάδεχτο
απλό και καταφρονημένο
μια άλλη ποίηση
πρωτόφαντη και απειλητική
τόσο μεγαλόπρεπα να πνέει;

-πώς ένας άγνωστος -και αμφιβόλου ηθικής-
με σιγουριά και χαλαρότητα, κρυμμένη ειρωνεία
την τέχνη την Παλαμική, τολμά ν΄αμφισβητήσει;


2010

Thursday, December 10, 2009

Ταξιδεύοντας προς το φως



Ταξιδεύοντας προς το φως
περνάς μέσα από μέρες πικρές, παγωμένες
πούχουν τη σφραγίδα επάνω τους, της καταχνιάς και της λύπης
σύννεφα μαρμάρινα στον ουρανό, σταματημένα
που τα πουλιά προσκρούουν επάνω τους και πέφτουν
-Τα βρίσκεις στο δρόμο ανάποδα τα πουλιά
εκτεθειμένα στη βροχή και τη λάσπη
κατάπληκτα, μες στην επερχόμενη σήψη τους-

Δέντρα υγρά και φύλλα πεσμένα
δεν έχει άλλον δρόμο να φτάσεις το φως
παρά να υπομείνεις τις χλωρές καταιγίδες
ακούγοντας σιωπηλός τη βροχή να στάζει στα κιούγκια
μεγάλωσες πια, οι κρόταφοι γκρίζαραν
ανολοκλήρωτος ο καιρός και άφαντος ο φίλος


..........................................


Καμιά φορά πίσω γυρνάς, σε μέρα ολοφώτεινη
ανοιξιάτικη, που το φως έπεφτε σπάταλο στο τοπίο
πολυάριθμα θραύσματα χρυσαφιού, μόρια μεταξένια
μυριάδες τέτοια παντού, να πηδούν πάνω σου
στις πέτρες, στα δέντρα, στα λουλούδια
στο παλιό μαγκανοπήγαδο που έχασκε δίπλα απ’ το μικρό
ξωκλήσι, ζαλισμένα τα έντομα από τις ευωδιές
να πετούν γύρω σου μεθυσμένα

Χρύσιζε μαγικά το νιόκοπο μεσημέρι…
-ήμασταν αθάνατοι εκείνη τη μέρα Αντρέα και άτρωτοι
φορούσαμε μια αόρατη πανοπλία καθώς βαδίζαμε
έντομα παράξενα και μεις, στη λήθη του μεσημεριού
ψάχνοντας για άγρια σπαράγγια
δε νοιαζόμασταν για το μέλλον, τις μέρες που θάρθουν
μιλούσαμε μόνο για κορίτσια, ποδόσφαιρο και άγρια σπαράγγια
λουσμένοι στο ανοιξιάτικο φως, προαιώνιοι φίλοι
βυθισμένοι στην αθωότητα της άγνοιας

γιατί η ευτυχία, μόνο στην άγνοια ευδοκιμεί και ο παράδεισος

αν υπάρχει μια μέρα φωτεινή στη ζωή μου, αυτή είναι
την έχω εκ των υστέρων εξορίσει στον υψηλότερο θρόνο
μια μέρα χωρίς τυμπανοκρουσίες, χωρίς μεγάλες επιθυμίες
δυο φίλοι μονάχα, που μαζεύουν ευτυχισμένοι σπαράγγια
μια Μεγάλη Παρασκευή, ανοιξιάτικη μέρα...
πού να φανταζόμασταν τότε, πως θα ερχόταν η ώρα
που η κακιά αστραπή θα διαπερνούσε τη πανοπλία σου
και θα σε μετέτρεπε ξαφνικά σε άφαντο νεκρό φίλο
πού νάσαι τώρα;-


…………………………………………………


Συνεχίζω να ταξιδεύω στο φως, κυκλωμένος απ’ αυτόν τον χειμώνα
που τα πουλιά προσκρούουν στα μαρμάρινα σύννεφα
και πέφτουν στους δρόμους ανάποδα, με τα ψιλά ποδαράκια τους τεντωμένα
συνεχίζω να γυρεύω το φως, ενώ μια υπόνοια δαγκώνει τη σκέψη
πως ενδέχεται να έχω συναντήσει ήδη το φως
πως δε μου χρωστoύν τίποτα πια οι θεοί, αφού μούδωσαν αυτήν την ημέρα
και πια δεν έχω μπροστά μου, παρά έναν ατέλειωτο μεγάλο χειμώνα
που πρέπει να τον ζήσω, γυρεύοντας απεγνωσμένα τον φίλο
μαζεύοντας τα πουλιά που πέφτουν νεκρά στους δρόμους
επειδή χτύπησαν ανύποπτα στα μαρμάρινα σύννεφα
πούχουν στοιχειώσει μήνες τώρα, τον ουρανό μου...



Δεκέμβρης 2009
-για τον Αντρέα, τον πολύ αγαπημένο-

Wednesday, July 1, 2009

Να ξημερώσει καρτερεί


"Εν αναμονή εργαστηριακών αποτελεσμάτων
πιστοποιείται ο αιφνίδιος εξ' ανακοπής θάνατος
του Ανδρέα Μ. ετών 39
ενώ εκοιμόταν..."


Ο Ανδρέας εκοιμήθηκε νωρίς
είχε δουλειές στη πόλη το πρωί
-λογαριασμούς να πλήρωνε
και ψώνια-

Όμως δεν άκουσε σαν ήρθε η αυγή
τη γοερή της μάνας του κραυγή
δε συμμετείχε
στις μάταιες προσπάθειες
να τον επαναφέρουν στη ζωή
διόλου δεν αισθάνθηκε
της νεκροψίας τα νυστέρια

Ο Ανδρέας τα πάντα αγνοεί
τη συντριβή του κόσμου
τη κηδεία

.........

Τόσος επέρασε καιρός
κι αυτός
ακόμη περιμένει να ξυπνήσει
γιατί έχει δουλειές στην πόλη το πρωί
κι έναν καφέ επιθυμεί
στης κεντρικής πλατείας
τα δροσερά πλατάνια

Τα πάντα ο Ανδρέας αγνοεί
σαράντα μέρες τώρα καρτερεί
να ξημερώσει...


Ιούλιος 2009
-ελεύθερο-

Wednesday, January 14, 2009

Τα λιοντάρια της Καλαχάρι


Πόσο όμορφα εδώ
σ' αυτή την έρημο
που λένε Καλαχάρι!

Φάγαμε και σήμερα 
γρυλίζοντας 
πάνω απ’ τη λεία μας
φάγαμε μαλώνοντας 
για θεσπέσια σπλάχνα

μονάχα κόκαλα γυμνά 
στις ύαινες αφήσαμε
κι αποχωρίσαμε αργά 
του κόσμου βασιλιάδες

γιατί εμείς πιστεύουμε μόνο 
την ακούσια πείνα μας
και τούτη την έρημο 
που λένε Καλαχάρι

τώρα στους ίσκιους
ο ένας γλείφει του άλλου
τα ματωμένα σαγόνια
ο ένας του άλλου
τη λευκή αθωότητα...



2009

Wednesday, November 5, 2008

Ο νέος Θησέας




-κι αυτοί μες στη βουή της πόλης σκεφτικοί
έναν Θησέα άλλον περιμένουν, νικητή-



Που τοίχους ύψωσες στην οσμή των ανθρώπων
οι ώρες αρχηγάτορα των νέων ερειπίων σε καλούν
πορθημένον απ' την οσμή των ανθρώπων
εσέ οι ορφανεμένες μέλισσες θ' ακολουθήσουν
όταν από το κάστρο σου ωχρός φανείς
κι ωσάν φλουριά οι αλήθειες
απ' τις φθαρμένες τσέπες σου θα ξεχυθούν
οι στερημένοι με τις χούφτες να μαζέψουν

Νύχτα βροχής να βγεις, νύχτα θυέλλης
με την αρματωσιά μαύρου παλτού ανεμιστού
φτερό αρχάγγελου...
Ίσκιους στις πλατείες θα φυσά
θα ζωντανεύουν στα βάθρα οι αδριάντες
και ταπεινά θα γέρνουν
φλόγες στις δημοσιές και φλόγες στα πλακόστρωτα
πίσω απ' τις γρίλιες δάκρυ
καθώς εσύ ωχρός εκδικητής
τα μαρμαρένια σκαλοπάτια του επτασφράγιστου οίκου
με του πέλματος τη δόξα και τη φτασμένη ώρα
ένα ένα στο ζυμάρι θα βυθίζεις...
εμπρός σου να σταθεί
το βαρύ της ιστορίας επίθυρο και να βροντήσει
ώστε οι μέλισσες βουίζοντας αντί για σε
από λαθρεπιβάτες και αυθαιρέτους
πίσω ν' απαιτήσουν τον απαχθέντα θρόνο...

για άλλη μια η Εδέμ να αποφασιστεί
με ενθουσιασμό και άνθος να ξαναχτιστεί
κι οι αφανείς πάλι τον πολύεδρο βράχο
προς τη κορφή ν' αρχίσουν βογκώντας να κυλούν
για άλλη μια, με ενθουσιασμό και άνθος



(1996)

Friday, October 17, 2008

Μελέτη θανάτου


Αχίλλειες πτέρνες τα σώματά μας
στόχοι κρυμμένων Τρώων
στην οσμή των σειρήνων τρωτά
και στο νεύμα χιλίων δρόμων
(για τούτον τον άφθαστο πόνο
τα σώματά μας
ξένα σώματα
αντίβαρα ζητούν)

Πώς να ησυχάσει η πληγή
που πυρώνει κάθε στιγμή
πώς τη τροχιά του βέλους ν’ αντέξεις
που έχει φύγει απ’ τη χορδή και σφυρίζει
πεπερασμένες μέρες μία μία διαπερνώντας
πεπερασμένες μέρες μία μία σκοτώνοντας

Θάναι το μεσημέρι καυτό
που σαν για πάντα θα φύγουμε
την ακούσια πληρωμή χαιρετώντας
θ’ απεγδυθούμε του φόβου
και των όσων μας πλάνεψαν
-βαγόνια πρωινών σκουριασμένων
που πέρασαν γυαλίζοντας κάποτε
στις ράγες του χρόνου-
και θα δοθούμε στο μαύρο φως
με το κάτι στα χέρια
χωρίς νοσταλγία τον κόσμο αφήνοντας
στους άγνωστους
που δε γεννήθηκαν ακόμη

-Θα έρθουν με άνθη εκεί
να πιστέψουν πως ζήσαμε
τα ανάγλυφα γράμματα ψηλαφώντας
μαρτυρίες των ήλων μας μόνες-

(1999)
Από την συλλογή "Ωραιοδίνη"

Monday, July 28, 2008

Λιποταξία



Το δόρυ μου, στη Τιθορέα πούλησα
για μια μπουκιά ψωμί 
-καθώς τρεις μέρες νηστικός
πούχα λιποτακτήσει-

Τον θώρακα που βάραινε
απ’ όλα πιο πολύ
τον άλλαξα στη Λιβαδειά
με μια μποτίλια κόκκινο κρασί
-που τόσο βαθιά ο καψερός
είχα επιθυμήσει-

Στην Ογχηστό...
κι από κνημίδες «ελαφρύνθειν»
-να κοιμηθώ σαν άνθρωπος
πρώτη φορά σε στρώμα-

Στη Θήβα άφησα, θηκάρι και σπαθί
-οκτώ χρονάκια φίλοι μου
πολλά χωρίς γυναίκα-

Τώρα τις ιστορίες μου
-στων Αθηνών τα καπηλειά
και στα χαμαιτυπεία-
βάνοντας σάλτσες τις πουλώ
για τούτο το παλιόκρασο
και κρύα αποφάγια...

Ο Ξέρξης κι αν δε κόντεψε
στα ίσα να τα πούμε
από μακριά με νίκησε
(και ούτε τη κατάντια μου
ο άτιμος γνωρίζει)...



(2008)


Tuesday, April 29, 2008

Ιησουίτες

Ήτανε τόσο δυνατός
που αν φυσούσε απαλά
ένα ανοιχτό βιβλίο
υποχωρούσαν οι αράδες
και τα γράμματα διαλύονταν
-σα νάταν γραμμένα όλα
από σκόνη-

Οι Ιησουίτες γι’ αυτό
να τον ξέρουν δεν ήθελαν
και ούτε
σε συνάξεις επέτρεπαν
ν’ ακουστεί τ’ όνομά του

-Στις μασχάλες μόνο
σφιχτά κρατούσαν
τα φτωχά τους βιβλία
μήπως εκείνος
κατά τύχη περάσει
και οι ιερές διαλυθούν
σκονισμένες τους σκέψεις-

(2008)
Από την συλλογή "Τα σκοτεινά ποιήματα"

Saturday, March 15, 2008

Η κιβωτός

-Όπου κιβωτός ένα κόμμα, μια οργάνωση
οτιδήποτε εξυπηρετεί το μέρος και όχι το όλον ή ακόμη 
και μια κυριολεκτική κιβωτός, που σώζει ελαχίστους μόνον-


Ποια κιβωτός;
μακριά από με
η προστυχιά των Νώε
η αθωότης των
και κείνη η κολιγιά με τον Θεό
δε μου αρέσουν

Ποια κιβωτός;
Εδώ, στη πλώρη των Σοδόμων
μαζί με όλους
θα σωθώ ή θα καώ



(1996;)

Saturday, February 16, 2008

Άσεμνη σκέψη


Γλυκιά στο καναπέ
νωχελικά αφημένη

ψηλά το βλέμμα
σα τις εικόνες να κοιτάς
και το καντήλι
που τσιριχτά τον άγγελο
νυχθημερόν φωτίζει

-Μα ποιος σου πόθος λάτρισσα
και άσεμνή σου σκέψη
τον ιερό μαγεύει και καλεί
τη δύναμη ν’ απαρνηθεί
φύση ουδέτερη ν' αφήσει;

ρομφαίες και φτερά
πίσω να παρατήσει
και μπρος σου
-σπάζοντας το γυαλί-
σ’ άντρα να μεταμορφωθεί

που αδημονεί
στα θελκτικά σου στήθη
ηδονικά να σκύψει;-



(2008)
Από την συλλογή "Ωραιοδίνη"

Wednesday, February 13, 2008

Σαπφώ




-Κέλομαί σε Γογγύλα
Πέφανθι λάβοϊσά μα
Γλακτίν αν σε δηύτε πόθος αμφιπόταταϊ.
ταν καλάν α γαρ κατάγωγις αυτά
απτόαισ' ιδοϊσαν, εγώ δε χαίρω,
και γαρ αύτα δη τόδε μέμφεταί σοι
Κυπρογένηα-

Ξακουστή κυρά κοίτα, ανάλαφρος ήρθα
άφησα πίσω ανάξιους φόβους, πανοπλίες
δε θέλω πια, καμιά γυναίκα ολότελα δική μου
γι’ αυτό με θάρρος σου ζητώ
το χέρι σου να τείνεις να φιλήσω

Πάτα τον όρκο ξεμυαλίστρα και πάρε με στους κήπους
που τα κορίτσια σου γελούν μες στα λουτρά και τα γρασίδια
πίσω απ’ αυτό το πέπλο που μπρος μου ορθώνεται θαμπό
τα σκαλοπάτια του ήλιου

Τράβηξα πολλά να φτάσω εδώ, έμπλεξα με τυράννιες
πάλεψα με λογισμούς βαθιούς και σιωπηρούς
ήτανε δύσκολο, από τις χώρες του πολέμου
στη πύλη του έρωτα να φτάσω

Μα τόξερα, στην πόλη του έρωτα πρέπει γυμνός να μπεις
χωρίς οργή, σπαθιά και κτήσεις
και τώρα νάμαι, ολόγυμνος μπροστά σου γονατίζω
πάρε το χέρι μου κυρά, οι κοπελιές σου μ’ είδαν
για δες κρυφογελούν, πες μου το ναι
ξέρεις και συ από πόθο

Θα μπω με δέος, ετούτο το χώμα θα φιλήσω
θα κάνω σπονδή με ηδύποτα καλότυχος να είμαι
κι αν θέλεις, από το χέρι θα με πάρεις
ανάλαφροι πάνω στο δώμα σου να πάμε

πλύνε με, μ’ αρώματ’ άλειψέ με
κι ανάσανε στο στήθος μου μπροστά
πληγές, σημάδια ν’ απαλύνεις

Όταν τα χάδια σου τα μαγικά στο όνειρο με στείλουν
γνέψε στη δόλια τη γριά, να φέρει και τις άλλες
που με τις λύρες θάρθουνε, αργά και σιγοτραγουδώντας
πανέμορφες κι ερωτικές μ’ ολόλευκους χιτώνες
να πέσουν γύρω μας

…………………….

Έπειτα έξω στους κήπους, τα νερά να περπατήσουμε
μαζί να γράψουμε τους ύμνους και σου ορκίζομαι
τη πιο ακριβή σου φιλενάδα που αμόλυντη για σένα τήνε θέλεις
δε θα ποθήσω κι ούτε εδώ θα βαρεθώ
καμιά δε θα σου κλέψω για να φύγω
τα γλυκά, τραβηγμένα μυστικά, τη θάλασσα την αλμυρή
δε θα περάσουν

Δώσε το χέρι σου κυρά, κολύμπησα, κουράστηκα για νάρθω…



(1988)

Friday, January 25, 2008

Ανοικτή επιστολή



Πάντα εδώ, σε τούτη την απόμερη γωνιά
ένα ζεστό μπαλκόνι φίλοι μου, σας περιμένει
έχω φυτέψει δυο λουλούδια απ' τα παλιά
η νοσταλγία σας, σα τα κοιτώ, με ραίνει

Τα χρυσά του φώτα ο ιερός σκοπός
τάχε απ' την αρχή σε μας στραμμένα
όμως ο δρόμος του ο φτερωτός
άφησε μένα εδώ και σας στα ξένα

Στις γωνιές του κόσμου πολεμάμε σα φωτιά
τον ήλιο χαιρετίζουμε καβάλα στ' όνειρό μας
μα είναι τα λάφυρα που πήραμε λειψά
δεν εκτιμάται ακριβά το μερτικό μας

Μα μη φοβάστε αν εχθρικές ειν' οι ιαχές
η φλόγα στη καρδιά πυρώνει ακόμη
έχουμε κάτι αγέρωχες ψυχές
που πλάθονται στου κόσμου το αμόνι

Θα φτάσει κάποτε μια Άνοιξη μεστή
που οι θεοί ψηλά θα μας σηκώσουν
θα φέρει τότε ένα νιόβγαλτο παιδί
στεφάνι που οι ανθρώποι θα του δώσουν

Τότε ναρθείτε! όταν εκείνα τα μπουμπούκια
θα ανθίσουν. Θα σας κοιτάζω κλαίγοντας
και θα ριγώ, καθώς τα άρματά σας
στην αυλή μου θα βροντήσουν

Μα τώρα θέλω ν' αντέχετε κάθε πληγή
όλους τους πόνους
γιατί για σας σμιλεύω στη ψυχή
ολόχρυσους τους θρόνους


(1992-93)
Από την συλλογή "μαθητεία"