Wednesday, September 16, 2009

Το χρονικό ενός ολοκαυτώματος σε έντεκα μπαρουτοκαπνισμένα σημειώματα

σημείωμα 1
3 Νοέμβρίου 1825
ώρα: 14.18΄

Σεβαστή διοίκησις

Σήμερον οι εχθροί
περιέργως μας στένεψαν
εις εκκλησιά μικρά του Σωτήρος
δυτικά των Θηβών
εις θέσιν «Μαυρομάτι»
Χιλίοι απέναντι
και ημείς εβδομήκοντα.

Εις την μάνδρα μανιωδώς
και εναλλάξ εφορμά
πεζούρα και καβαλαρία

Αμυνόμεθα γενναίως.

-Φίλια βοήθεια αναμένωμεν
καθώς τέσσαρας ωκύποδας
στα σημεία του ορίζοντος
από ώρας απέστειλα
να μας συνδράμουν οι Έλληνες
ή να μας θάψουν-

ο πατριώτης
α. σ.




σημείωμα 2
ώρα: 15.11΄

Σ. Δ.
Αι επιθέσεις λυσσαλέαι
πολλάκις μάχη εκ του συστάδην
πολλάκις δουλεύουν μόνον χέρια μαχαίρια

Παρά ταύτα αντέχωμεν
και προκαλούμε στον εχθρό
βλάβη μεγίστη

ο πατριώτης
α. σ.


σημείωμα 3
ώρα: 15.47΄
Σ. Δ.

Η σάλπιξ τους
υποχώρηση σήμανε
ησυχία εις το πεδίο
ο εχθρός απεσύρθει

Νενικήκαμεν;
Είθε!
Μα ουδείς ακόμη γιγνώσκει
Πιθανή ανασυγκρότηση

Στας θέσεις μας ακίνητοι
αναμένωμεν ίσως
επίθεσιν γενικήν

Βοήθεια ακόμη ουχί

ο πατριώτης
α. σ.



σημείωμα 4
ώρα: 16.22΄
Σ. Δ.

Επίθεσις εχθρού σφοδροτάτη!
Κυκλωμένοι από παντού.
Πολεμοφόδια ολίγα
Εις σημεία ο εχθρός την αντίσταση σπα
οδός διαφυγής ουδεμία

…………………………

Υποχώρηση σχεδιάζω
εντός του ναού

-Ευελπιστούμε σε βοήθεια προς νίκην
ή
παρά του επερχόμενου σκότους
και νυκτός
αβλαβείς να διαφύγωμεν-

ο πατριώτης
α. σ.



σημείωμα 5
ώρα: 17.42΄
Σ. Δ.

Εις εκκλησιά εστενέφθημεν σαράντα οκτώ
εξ’ αυτών τραυματίαι δώδεκα
πονούν στας πληγάς και ουρλιάζουν
Κάνουμε δι’ αυτούς
ό, τι ημπορούμε.

Νεκροί στο προαύλιον είκοσι δύο
-μεταξύ αυτών
και ο αυτάδελφός μου Κωνσταντίνος-
Τους πατούν οι εχθροί και τ’ αλόγατα
-Δεν επερισυλλέγησαν
διότι μικρός ο ναός
και ο χώρος εντός
διά τους ζώντας πολύτιμος.

Μικρός ο ναός και διέταξα
-μη απ’ έξω φαινόμεθα-
να σβησθούν τα καντήλια

Σκότος!


ο πατριώτης
α. σ.



σημείωμα 6
ώρα: 18. 12΄
Σ. Δ.

Φευγαλέαι σκιαί απ’ τα τρίλοβα
φωναί των εχθρών και κραυγαί
μάλλον διαταγαί
έμπροσθεν της ξύλινης θύρας

Βήματα στη στέγη και δαυλοί
κακό ετοιμάζουν
πολεμοφόδια τέλος
βοήθεια ουχί

είμεθα χαμένοι


α. σ.



σημείωμα 7
ώρα 18.46΄
Σεβαστή Διοίκησις

Επιχειρήσαμεν έξοδον.
Ήτο αδύνατος
χαλάζι τα βόλια στη θύρα
και άλλοι νεκροί
και άλλοι τραυματίαι
Τους ετραβήξαμε.

Ξανά εντός εστενέφθημεν.

-Στο σκότος τα πρόσωπα
των αγίων στους τοίχους
ημάς προστατεύουν…-

α. σ.



σημείωμα 8
ώρα: 19.13΄
Σ. Δ.

Αδυνατώ να αναφέρω
αδυνατώ να ανασάνω
ευφλέκτας έρριψαν ύλας
οβούζια εκ της στέγης
ανίσως μας κτυπούν
Πυρ, φωτιές
καπνοί παντού!
Οιμωγαί...
Άντρες φλεγόμενοι
Φωτιές στα σώματα τσιρίζουν...



σημείωμα 9
ώρα: 19.27΄

Πιθανώς νεκροί όλοι...
-έμπροσθέν μου μόλις εξέπνευσε
κι ο γυναικάδελφος Βιέννας

-Αναμένω ξιφήρης εις θύραν
διά πνοήν παλεύοντας…



σημείωμα 10
ώρα: 19.39

Παγεραί εικόναι αγίων
στας φλόγας φεγγίζουν

Αδυνατώ τη πνοήν...
Ορυμαγδός...

Τελευταίος oρθός
εντός σεπτού ναού
που ομοιάζει
κόλασις τώρα

Η οσμή απαισία
μελανά εις το πάτωμα αναθρώσκουν
των συντρόφων τα σώματα
που πάνω τους
τόπο δεν έχω και πατώ

Ορυμαγδός και ζάλη!

Μόνος εν μέσω εχθρών ζωντανών
και φίλων απανθρακωμένων

Καταραμένος
ο μόνος που έμεινε να ιδεί
φριχτή τέτοιαν εικόνα


.......................................




σημείωμα 11

Και άλλα οβούζια!

................

Φλόγαι με πνίγουν
και βόλια με τρυπούν

...............

Σεβαστή διοίκησις
καιόμενος πέφτω

Έλληνες!
εδώ κείμεθα
σάρκαι καμέναι

ελευθερία...
ελευθερία… ή… θάνατος

............

(Μικρέ μου Γιάννη νοσταλγώ
το δροσερό σου μάγουλο
στα χείλη τα πικρά μου)

άλλην πνοή ουκ…
ουκ έχω

………………………………

3 Νοεμβρίου 1825
ώρα: 19.46΄
ο πατριώτης
στρατηγός
αθανάσιος σκουρτανιώτης

Wednesday, July 1, 2009

Να ξημερώσει καρτερεί

"Εν αναμονή εργαστηριακών αποτελεσμάτων
πιστοποιείται ο αιφνίδιος εξ' ανακοπής θάνατος
του Ανδρέα Μ. ετών 39
ενώ εκοιμόταν..."


Ο Ανδρέας εκοιμήθηκε νωρίς
είχε δουλειές στη πόλη το πρωί
-λογαριασμούς να πλήρωνε
και ψώνια-

Όμως δεν άκουσε σαν ήρθε η αυγή
τη γοερή της μάννας του κραυγή
δε συμμετείχε
στις μάταιες προσπάθειες
να τον επαναφέρουν στη ζωή
διόλου δεν αισθάνθηκε
της νεκροψίας τα νυστέρια

Ο Ανδρέας τα πάντα αγνοεί
τη συντριβή του κόσμου
τη κηδεία

.........

Τόσος επέρασε καιρός
κι αυτός
ακόμη περιμένει να ξυπνήσει
γιατί έχει δουλειές στη πόλη το πρωί
κι έναν καφέ επιθυμεί
στης κεντρικής πλατείας
τα δροσερά πλατάνια

Τα πάντα ο Ανδρέας αγνοεί
σαράντα μέρες τώρα καρτερεί
να ξημερώσει

Saturday, June 13, 2009

Νέα Αθήνα

Πέραν του θαυμαστού σου άλματος
νέα Αθήνα
του τυφλού αβέβαιου βήματος πέρα
κρίκος εσύ
από την αλυσίδα της πληρωμής να δραπετεύσεις
να υψωθείς
-απρόσιτη του σπαραγμού
πάνω απ' τις συμφορές του-

τόσων αιώνων πόθοι ευσεβείς
δεν έσπασαν το γόρδιο δεσμό
δεν άνθισε ευχής μαργαριτάρι

Ακόμη προσφέρεις το μερτικό της θυσίας
και όπως παλιά
καράβι ναυλώνεις με μαύρα πανιά
φόρο στον Μίνωα
βορά στο Μινώταυρο

Monday, May 25, 2009

Αστραπές

-Μια καταιγίδα μ’ απειλεί
όσο κι αν μένεις σιωπηλή
σαν έρχομαι σιμά σου-



Όσα κρατάς για μένα εκλεκτή
μέσα στα μάτια σου αθέλητα φεγγίζουν
-ερωτικές αναλαμπές και αστραπές
που προσπαθείς σα σύννεφο
αδέξια να κρύψεις-

Μοιάζεις με σύννεφο!
Που χρόνια σύναζε υδρατμούς
κι αόρατα τους πόθους

……………………………

(Κι αν χρόνια καρτερώ
τη καταιγίδα σου,
βιάση δε θέλει για ναρθεί

Με μαεστρία μυστική
θα σε φυσήσω.
Γλυκά θα σ’ οδηγήσω
σε μιαν απόμερη γωνιά
παράνομο κλινάρι

Κι εκεί
ετοιμοστάλαχτη βροχή
λυτρωτικά θα αφεθεί
το διψασμένο μου κορμί
να το ποτίσει)



Μάιος 2009
Από την συλλογή ''Ωραιοδίνη''

Friday, May 22, 2009

Πρόγονοι

-Χρυσά στο χώμα, δαχτυλίδια θαμμένα
στεφάνια σε δάχτυλα σκελετωμένα
που έγδαραν κάποτε σα σύκο τη πέτρα
αστραφτερές φανερώνοντας πολιτείες
που ακουμπάνε τα νέφη
με τα καλά και τα σκουπίδια τους
αεροπλάνα πετώντας η μια στην άλλη
τσαλακωμένα χάδια-



Μήπως με σφουγγάρι αν έσβηνες
κάτω απ΄ τα πόδια τους τη γη
μήπως δε θάβλεπες

μετέωροι στον ουρανό περπάτησαν
τη μοναξιά χιλιοφυτεύοντας
σ΄ εξορισμένη σκόνη
καρπούς συλλέγοντας με ιδρό
που τείνανε να μοιάσουν σε πλανήτες

καλντρίμια μη δεν έστρωσαν στους γαλαξίες χαμένοι
πέτρες σπέρνοντας στο χωματένιο τίποτα
απ’ τη καρδιά προς αλλωνών καρδιές

Μη δεν ασβέστωσαν κενού κομμάτια
την άβυσσο καμώμενοι πως δεν κοιτούν
Μη δε ζητιάνεψαν τη δύναμη
ικέτες πέφτοντας σε πόδια ομοιωμάτων
μήπως δε τρύγησαν με κόπο μυστικά

Τοίχους πλινθόκτιστους
τοίχους πλινθόκτιστους μήπως δεν ύψωσαν
ελπίδα θέρους να στεγάσουν μακρινού

σκότους βουνά με χεροδρέπανα
σκότους βουνά μήπως δεν έδρεψαν
να πάρουν στάλες φως
μήπως αυτό το φως δε χάρισαν
σμιλεύοντας τη πέτρα σε δάχτυλα θεριά
που δείχνουνε το δρόμο

Μήπως το εύθραυστο του στέρνου τους δεν ύψωσαν
ασπίδα στις τρίαινες του καιρού
μήπως πρόθυμα δεν έπεσαν
να προστατέψουν τα χλωμά
την αμυδρή ελπίδα

Μήπως στο κρόταφο δε βύθισαν το στοίχημα μαχαίρι
τον νόμο να πατήσουν τον απάτητο, του φονικού

Μήπως καθώς τελείωναν
σε ουρανογωνιάς φτωχό κρεβάτι
δεν αλαφιάστηκαν σα τον αμνό
απ’ το λεπίδι κάτω του θανάτου
μήπως δε πρόσφεραν την ύστατη στιγμή
το δάκρυ τους το πέτρινο, προικιό και προσταγή

Μήπως θεοί δεν έγιναν
τη βάσανο περνώντας του ανθρώπου
θεοί που άφησαν την έγνοια και τον ίσκιο τους
σαν άδεια ρούχα εδώ να τριγυρνούν

μήπως δε τα πετροβολούν
σα ναν αδέσποτα σκυλιά τα ρούχα τους
και τ' όνομά τους δε ποδοπατούν

..................

Μα τώρα πάρτε τους
τους ακριβούς νεκρούς
που τόσα χρόνια σκάβοντας στο δρόμο της πομπής
τους έψαξα και μάτωσα και βρήκα
Ψηλά κρατήστε τους κρατήστε τους ψηλά
και σ' αμμουδιά καθώς τους πρέπει αυγινή τραβάτε
Εκεί αποθέστε τους
τ' αγκυλωμένα μέλη με λάδι αλείψτε να σαλέψουν
να σηκωθούν
γιατί έχουν γίνει οι πληγές πηγές
και ρέουν θαύματα οι νεκροί μου

...............................

Άγιες βρύσες οι νεκροί μου
να πλυθούμε

Saturday, May 9, 2009

Ποιητές

Μικρά, τρελά
του πόθου παιδιά
που στους καθρέφτες
όχι πρόσωπα
μα λάμψεις κοιτούν
και χτενίζουν
αντί για μαλλιά
φλόγες



1996
ελεύθερο

Saturday, April 11, 2009

Η πεταλούδα της ανάστασης

Στη καρδιά του ασάλευτου σκότους
μες στο άδειο κρανίο
του χρόνια θαμμένου νεκρού
μια πεταλούδα με πασπαλισμένα φτερά
από τη μαύρη γύρη της λήθης
αδιάκοπα πετά

Ξαποσταίνει συχνά
στους απόκρημνους βράχους
των αποσυνθεμένων αναμνήσεων
Τους στήμονες του ανεκπλήρωτου
συχνά επισκέπτεται
ή στέκεται ώρες κολλημένη
στο θόλο του μετωπιαίου
ονειρευόμενη πάλι το φως
τα πράσινα φωτεινά περιβόλια.

Έτσι καρτερικά αναμένει
τους μεγάλους τριγμούς
τη ξαφνική του θόλου ραγισματιά
τη πρώτη της οροφής κατακρήμνιση



Το ραγδαίο φως να τη περιλούσει
η πεταλούδα του νεκρού αναμένει
σημασία μη δίνοντας
στη λάσπη που στάζει αργά
απ’ τη βρεγματική ραφή
και το χώρο της όσο περνά ο καιρός
ανεπαισθήτως καταλαμβάνει



Από την συλλογή "Τα σκοτεινά ποιήματα"
11 Απριλίου 2009