Translate

Saturday, December 19, 2015

Ανοπαία οδός



                                   - ψυχές μαραγκιασμένες από δημόσιες αμαρτίες-
                                                                                          Σεφέρης


Κανείς δεν ξεκινά τη ζωή του για να γίνει
ένας Ιούδας, ένας Εφιάλτης
(ποιος αντέχει το βάρος μιας τέτοιας μοίρας)
όμως αχαρτογράφητη η ατραπός Ανοπαία
χωρίς ταμπέλες και σκυλιά προειδοποίησης...

Είναι που σταθήκαμε αφελείς
επιρρεπείς στα λόγια και την κολακεία
κι έπειτα δεν είχαμε τίποτα να χάσουμε
κάνοντας παρέα μ' αυτούς τους ξένους
που όλο γελούσαν, μας χάιδευαν τ' αυτιά
και μας θάμπωναν με τα ωραία τους δώρα
η ζωή φάνταζε όμορφη κι εμείς ξαφνικά ισχυροί
σα θεοί του Ολύμπου, που βλέπαμε κάτω
μυρμηγκοφωλιές τα χωριά των ανθρώπων...
είχαμε ωραίες για τον κόσμο ιδέες
και μιαν ευφορία πρωτόγνωρη
σαν ουράνιοι αρχιτέκτονες... νομίζαμε
πως είχαμε άλλο από τους άξεστους αίμα
γεννημένοι απ' τη μεριά των δυνατών
αθώοι ως τα μύχια, χωρίς τύψεις...

Όμως ένα πρωί ξυπνήσαμε και είχαμε χάσει τα πάντα
γύρω ερείπια, ψυχές βλογιοκομμένες, αυτόχειρες
και αλυσοδεμένοι που έκλαιγαν
νοσταλγώντας λίγη απ' την παλιά χαρά  κι ελευθερία
τότε μονάχα καταλάβαμε, πως η οδός που είχαμε πάρει
ήταν η καταραμένη ατραπός Ανοπαία
και μεις διόλου όπως νομίζαμε -ιδρυτές ενός κόσμου νέου-
μα απλά κούκλες με νήματα στα πόδια, τα χέρια, τα χείλη
εξωμότες, που είχαμε φέρει εδώ άτιμους ξένους
καταδικάζοντας την πόλη, σε αιώνια απελπισία...

Σκυφτοί, μπερδεμένοι σαν ψάρια στα δίχτυα μας τώρα
στοχαζόμαστε το μέγεθος αυτής της τεράστιας πλάνης
μα ήμαστε τόσο ανήμποροι, για οποιαδήποτε ανατροπή
δεν έχουμε την τόλμη ούτε μιας έντιμης απολογίας
και η συκιά τσακίζει τα μάτια μας, γιατί αγχόνη θυμίζει
σωπαίνουμε τώρα, κλεισμένοι ερμητικά στα σπίτια μας
νιώθοντας για πρώτη φορά, πόσο πικρά
πόσο πικρά, είναι πραγματικά τ' αργύρια...


2015

Monday, June 8, 2015

Προμηθέας

.



 
Τι να κάμω μ' αυτή τη μνήμη τη σεπτή
που έπηξε πάνω μου αργά, έγινε βράχος
ασήκωτος στους ώμους μου που κύρτεψαν
για δες, εκεί που πίστευα θα βγουν φτερά 
τώρα έναν βράχο κουβαλώ -μα μήπως
ετούτος είναι τα φτερά μου;-

πάνω του ανάγλυφες μορφές, λησμονημένες
ανθρώπων πούζησαν και τώρα σκόνη
ζωγραφιές μισές κι αχνές σαν υποψίες
ακρωτηριασμένα αγάλματα
χέρια παρακαλεστικά για δικαιώσεις
μία ατέλειωτη σιωπή  
μα πιο βαθιά εκλάμψεις, μυστικά
κι ένα πιτσούνι χνουδωτό
που καρτεράει κουρνιασμένο στη φωλιά
καμώμενο πως δεν υπάρχει

Τα γόνατα λυγούν, βαρύς ο βράχος πάνω μου
μα μέσα από τη βάσανο, βρίσκω το πρόσωπό μου

Πιο πέρα γύπες. Στέκουν στις αγριοσυκιές ψηλά
και μ' απειλούν βουβά, χωρίς να με κοιτάζουν
μα η βουή της άγνοιας στη πόλη
που απλώνεται φαιδρή μπροστά, με συνεπαίρνει
δε θέλουν ετούτη τη φωτιά που τη χαρά πληγώνει
περιφρονούν τη σύνεση σαν τα χορτάτα τα σκυλιά
που απωθούν το φαγητό σα δεν αρέσει
δίκαιο έχουν μα εγώ για ποιον, τούτον τον βράχο κουβαλώ
αν κατορθώσω να σταθώ ορθός, θα τον τινάξω
στην κατηφόρα να κυλήσει και να σπάσει

Σκόνη... κι ύστερα αυτό το περιστέρι -ώριμο πια-
στην πόλη να γυρνά λευτερωμένο
σε στύλους, σε πλατείες, σε φθηνά μπαλκόνια
σαν μια μικρούλα ύπαρξη λευκή, που προσπαθεί
με τα θεριά κι αγριανθρώπους να τα βάλει...

Sunday, June 22, 2014

το άλλοθι



Κι αν είμαι διστακτικός στις μεγάλες ιδέες
είναι γιατί στη φωλιά μου τριγύρω
ζέχνουν απομεινάρια πρόσφατων φόνων
και δε βλέπω κανέναν προφανή λόγο
να μου εμπιστευτεί κανείς έναν παράδεισο
είναι που έρχεστε και σεις κάθε νυχτιά
καρτέρι να στήσετε
σε ανθρώπους και πλάσματα...

Προτού για τα καλά ξημερώσει
κρατώντας στους ώμους λαγούς, ζαρκάδια
ανθρώπινα κομμένα κεφάλια
επιστρέφετε χαρούμενοι
από την ήττα τόσων πλασμάτων
πέφτετε θριαμβευτές στα κρεβάτια σας
χωρίς τίποτα να θυμάστε το πρωί
κι ας βρίσκετε μέσα στις τσέπες σας
δάχτυλα κομμένα με αστραφτερά δαχτυλίδια
επιδόματα που δε σας ανήκουν
και στα ψυγεία σας μέσα
κεφάλια, γδαρμένες νυφίτσες
βάζα με διαμελισμένα έμβρυα 

Λοιπόν, με λήθη πλένεστε
στους νεροχύτες το πρωί
ενδύεστε ξανά με υποκρισία
και πάτε να χτίσετε το άλλοθι
να διδάξετε ηθική
και καλοσύνη να διδάξετε
αφρίζοντας κατά του ρατσισμού
-μπορεί να γράφετε και ποίηση
ηχηροί ανθρωπιστές
οχληροί  δικαιοφόροι!..


2014

Thursday, August 15, 2013

Ξέρξης


Τον Ξέρξη, χρόνια περιμέναμε
στ' αλώνια να βρεθούμε
-σ' αυτήν την άνυδρη εποχή
μαζί του μια αναμέτρηση
λίγο δεν είναι
κι ας μοιάζει τόσο ανέφικτη η νίκη-
όμως ο βάρβαρος στο φως
ποτέ δε φανερώθη...

Μήπως στο κάμα της ζωής
-μικροί εμείς και φαντασμένοι-
δε λογαριάσαμε σωστά
κι ήταν ατόφια τρέλα
να περιμένουμε τέτοια τιμή
τόσο μεγάλη μάχη...
(ή μήπως κάτι πιο οικτρό
και τραγικό συμβαίνει;)

Παροπλισμένος τώρα
ανίκανος για πόλεμο
και σκουριασμένος
-μα πιο σοφός τουλάχιστον
μέσα σε τόση σκέψη-
μια υποψία κουβαλώ
για τον πανούργο Ξέρξη...

Μέσα μας να κρύβεται!
Να κατοικεί εντός μας!
Και από κει ηγούμενος
να ρίχνει ό, τι χτίζουμε
με πάθη και καμώματα
τον κόσμο να συντρίβει



Αύγουστος 2013


Στα ισπανικά σε μετάφραση Δανάης Ταχταρά:

Jerjes

A Jerjes
años esperabamos
para encontrarnos en los ejidos

―en esta árida época
un enfrentamiento con él
no es poca cosa
pese a que la victoria
parezca inalcanzable―

Pero el bárbaro a la luz
jamás apareció.

.......................

¿Acaso en la fatiga de la vida
―pequeños nosotros y presumidos―
no calculamos bien
y la locura era pura:
esperar de él tal honor,
una batalla tan grande?

¿o acaso algo más penoso
y trágico ocurre?

......................

Desarmado ahora
para la guerra inútil
y oxidado
―pero más sabio al menos
dentro de tanta reflexión―
una sospecha llevo
para con el astuto Jerjes...

¡Se esconde dentro de nosotros!
¡En nosotros habita!
Y desde ahí liderando
derrumba todo lo que construimos

con pasiones y artimañas
el mundo derrota.

Friday, August 19, 2011

η λίμνη


Πώς εγκλωβίστηκες
στον βυθό αυτής της παράξενης λίμνης
ο πάγος ήρθε απρόσκλητος από ψηλά
και φίλησε τα πάντα μέχρι τα έγκατα

εκεί που όλα μύριζαν ζωή
δεν είδες τις παράξενες γύρω σου χαραγματιές
σε κύκλωσαν αργά λευκοί κεραυνοί
μικροί και αθόρυβοι -σχεδόν ύπουλοι-
τόσο που δεν άκουσες τους τριγμούς
τόσο που δεν ένιωσες τη θερμοκρασία να πέφτει
μέχρι που έπηξε γύρω σου το νερό
κι ακίνητος έμεινες σ' αυτήν τη θέση
ολόγυμνος στον βυθό με το καμάκι στο χέρι
έτοιμος να χτυπήσεις τον στόχο
που λάμπει εμπρός σου, ολόχρυσο ψάρι

-σαν κάτι όνειρα παλιά
 που θες όσο τίποτα να τρέξεις
μα τα μέλη αρνούνται
ενώ η καρδιά πάλλεται μέσα σου
ζεστή και κόκκινη
και το ατρόμητο ψάρι εκεί!...
ολόχρυσο, στραφταλιστό
την καμακιά, το τελειωτικό χτύπημα
κοροϊδεύοντας περιμένει-

Θολό το τοπίο, γύρω σκιές και τα φύκια
που έχουν πάψει κι αυτά να σαλεύουν
τα πεταμένα από χρόνια σκουπίδια -μπουκάλια
προφυλακτικά και σκουριασμένοι τενεκέδες-
κι αυτό το κρεβάτι που έχει πέσει κάπως λοξά
στην άκρη, της υδάτινης χαράδρας
και πάνω του ένα τρομαγμένο αγόρι
-ακίνητο κι αυτό, σαν κάκτος-
με μάτια κόκκινα, φλογισμένα
κρατώντας το χέρι μιας θεάς αγαπημένης
βλέπει να ροδίζει ντροπαλά η υποκρισία
κάτω από τη διάφανη
τους δέρματός της μεμβράνη...

Κι ο ήλιος ψηλά, πολύ ψηλά
ένα κίτρινο πυρακτωμένο σίδερο, θολό κι αυτό
σαν πεθαμένη ελπίδα



Αυγουστος 2011

Thursday, February 5, 2009

Τα λιθάρια


Οι οδοιπόροι που μακάριοι πέρασαν
από τούτη την άνυδρη γη
-με τα σπαρμένα μέχρι τον ορίζοντα
θεόρατα λιθάρια- πέρασαν ξένοι
παραπανίσιο βλέμμα
στην αφιλόξενη ερημιά, δε χάρισαν
μονάχα ο νάνος γλύπτης Βιλδαράν
τον τόπο τον ανίσκιωτο σαν είδε
αγαλλίασε...

«Ευλογημένος τόπος! Αυτά που όλοι
για λιθάρια περνούν, λιθάρια δεν είναι
μέσα τους, χίλιες παγιδευμένες μορφές
εμένα, τον γλύπτη Βιλδαράν καρτερούν
απ’ το σκληρό που τις ντύνει πουρί
μ’ ένα σκαρπέλο και σφυρί
προσεκτικά να λευτερώσω
και στων φτωχών οδοιπόρων τα μάτια
τις τόσες κρυμμένες μορφές
θαμβωτικές να παραδώσω!»



2009
Χαρισμένο στον φίλο μου γλύπτη
Χρήστο Γεωργίου

Wednesday, January 14, 2009

Τα λιοντάρια της Καλαχάρι


Πόσο όμορφα εδώ
σ' αυτή την έρημο
που λένε Καλαχάρι!

Φάγαμε και σήμερα 
γρυλίζοντας 
πάνω απ’ τη λεία μας
φάγαμε μαλώνοντας 
για θεσπέσια σπλάχνα

μονάχα κόκαλα γυμνά 
στις ύαινες αφήσαμε
κι αποχωρίσαμε αργά 
του κόσμου βασιλιάδες

γιατί εμείς πιστεύουμε μόνο 
την ακούσια πείνα μας
και τούτη την έρημο 
που λένε Καλαχάρι

τώρα στους ίσκιους
ο ένας γλείφει του άλλου
τα ματωμένα σαγόνια
ο ένας του άλλου
τη λευκή αθωότητα...



2009