Translate

Wednesday, December 4, 2019

Ηνεμόεντες






''Εν δε τη Θηβαίων εισί και οι Θεράπναι και ο Τευμησός
ον εκόσμησεν Αντίμαχος, διά πολλών επών...''

                                                                   Στράβων

Σαρώσαν πόλεις κι ιερά
και τον Αντίμαχο επήραν οι ανέμοι
σκόνη, γενιές ανθρώπων μυρμηγκιές
που γύρω με συνέπεια, το χώμα αλετρίζαν

Όμως εδώ των μύθων ο ανθός, ο Τευμησός
-η Λαίλαψ, η Αλεπού, η Ευρώπη, οι Τελχίνες-
κι ο στίχος που γύρω του πετά, άφθαρτη πεταλούδα
''Έστι τις ήνεμόεις ολίγος λόφος''

-δέρνουν τον λόγο, τον Σωρό αιώνες και ανέμοι
μα τούτοι, κρατούν και ''αύξονται ούτως εις άπειρον''-



4.12.2019

Friday, November 8, 2019

Εικόνα




Εικόνα όμορφη, γλυκιά
ρόδια η μάνα μας να καθαρίζει
κάποιου Νοέμβρη μια βραδιά
δίπλα το τζάκι μας να τρίζει

να πέφτουν κόκκινα σπυριά
από τα χέρια της τα δουλεμένα
μέσα στα πιάτα τα βαθιά
και δυο κουτάλια ακουμπισμένα

Όταν τελειώνει, σιωπηλά
το κέντημα να ξαναπαίρνει
εμείς βουτιές μες στα ζουμιά
κι αυτή κοιτώντας να χορταίνει

έξω ν' ακούγεται η βροχή
από ψηλά να σιγοπέφτει
πάνω στον τσίγκο, στην αυλή
-κι όλα χαμένα σε καθρέφτη

νοσταλγικό, θολό, παλιό
που έσπασε και δε γυρίζει
δεν είναι η μάνα πια εδώ
κι έξω ο άνεμος σφυρίζει- ...



Οκτώβρης-Νοέμβρης 2019
πίνακας: Γεραλής Απόστολος


Στον Οδυσσέα Ελύτη



Στον πηγαιμό του ορίζοντα ένα πανί
λευκό, αστράφτει από τον ήλιο
στη πλώρη με το βλέμμα το βαθύ
κινάς για το απέραντο βασίλειο

Πίσωθε γλιστράει στα νερά
αρχαία σκούνα η Ελλάδα
τη ρότα της ορίζουνε ψηλά
οι στίχοι σου π' ανάβουνε τη δάδα

Τους κίτρινους ανέμους της σιωπής
ελεύθερους θ' αφήσω να φυσήσουν
στους κήπους της δικής σου προσευχής
τη μοίρα ενός λαού να ακουμπήσουν


Γιώργος Πύργαρης
1997

Wednesday, August 21, 2019

Βασιλέας των Ελλήνων 1147 μ. Χ.




''Βασιλέα των Ελλήνων'' και όχι ''Αυτοκράτορα''
αποκάλεσε ο Κόνραντ, τον Μανουήλ τον Κομνηνό
-να τον μειώσει τάχα-

όμως υπέστη ήττα οδυνηρή, έξω από την Πόλη
πεζικό, κατάφρακτοι ιππείς και κούρσορες
του έδωσαν μάθημα καλό, τιμώρησαν το θράσος
-κι ας μέσα στην αναίδειά του ο Γερμανός
μυστικό κοινό (και χρόνιο)
μεγαλοφώνως, είχε εκστομίσει-


22-8-2019

Monday, August 5, 2019

Κωνσταντινούπολη 1072




Κωνσταντινούπολη
Αύγουστος 1072 


i

Τις τελευταίες μέρες του
περνά εξόριστος στη νήσο Πρώτη
ο άλλοτε γενναίος αυτοκράτορας, ο Ρωμανός
-αφού εκάρει μοναχός-

Είναι η θέσις του πολλά οικτρή
καθώς σκληρά ετιμωρήθη
μετά την ήττα του στο Ματζικέρτι
για έγκλημα καθοσιώσεως.
(Πατώντας ο νέος αυτοκράτωρ την υπογραφή
σωματικής ασφάλειας, που τούχε υποσχεθεί
διέταξε στο Κοτυάειον να βγάλουν του τα μάτια.
Ένας Οβραίος δήμιος, τυχαίος κι άπειρος
που ταλαιπώρησε πολύ τον Ρωμανό
μόνο στην τρίτη την προσπάθεια
κι ενώ καμπόσοι τον κρατούσαν
μπόρεσε να τελειώσει τη δουλειά
μ' ένα στιλέτο -λένε πως ούρλιαζε πολύ
απ' το φριχτό μαρτύριο ο δόλιος-)


ii

Μα πώς, με τέτοιο έγκλημα
τον Διογένη φόρτωσαν;
Η χήρα Αυγούστα ελεύθερα τον διάλεξε
και μ' όλους τους τύπους ενυμφεύθη
κι όταν εχρίσθη
έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά
μία στην Πόλη, μια στα σύνορα!

Λυσσάξανε οι κληρονόμοι Δούκες
γόνοι νωθροί και ξεπεσμένοι
μονάχη έγνοια τα συμπόσια
οι ηδονές κι επαύλεις
(Τους έκοψε το παντεσπάνι ο Ρωμανός
γι' αυτό τον πρόδωσαν στο Ματζικέρτι)

Άνδρας έντιμος και ικανός
-αν και κομμάτι αλαζών-
όμως δεν του χαρίσθη τίποτε
ό, τι κέρδισε, το κέρδισε στη μάχη
ο μόνος που φώναζε από παλιά...
''Στα τείχη!
Μιλιούνια στην ανατολή
μαζεύοντ' οι βαρβάροι!''
Οι άλλοι; Πέρα βρέχει!


iii

Τώρα πεθαίνει μόνος στο νησί.
Καθώς απαγορέψανε γιατρούς
κακοφορμίσαν οι πληγές, βρωμάει
και λεν πως πλήθος σκώληκες
σαλεύουνε στις κόγχες.

Αχ Διογένη αφελή
που πίστευες πως μόνο στην ανατολή
ευδοκιμούν βαρβάροι
που πίστευες πως θάβαζαν οι άχρηστοι αυτοί
την Πόλη και τα Θέματα, πάν' απ' τα νιτερέσα...

Και καλά αυτοί. Τους ξέρουμε.
Μα ακόμη κι ο σπουδαίος
πολύτροπος Ψελλός;
Δε βλέπει που φτάνει χαλασμός;
Τέντωσε κι αυτός το τόξο να χαθεί
η ύστατη ευκαιρία
η αυτοκρατορία να σωθεί
(Ο... ύπατος φιλόσοφος Ψελλός!
'Ανδρας αήθης εν τέλει και μικρός!)



iv

Αύγουστος
ωραία λικνίζονται στον λιμένα τα πλοία
από τα περιβόλια έρχονται ευωδιές πεπονιών
Κυριακή, χαρά Θεού για τους Έλληνες
τα τζιτζίκια τραγουδούν στις συκιές ομαδόν

Ο αέρας εφέτος καλός, δροσερός!
-όλοι ανύποπτοι, μακάριοι, ευτυχείς
νίπτει τας χείρας ο επιλήσμων λαός
κι ο μόνος που βλέπει τη συμφορά να έρχεται
κι ο μόνος που δύνονταν τη συμφορά να διώξει
ένας ετοιμοθάνατος τυφλός-



5-12 Αυγούστου 2019
Καλλιθέα Θήβας
(λίγο πριν γίνουν τα όψιμα φέτος σύκα)


Saturday, July 20, 2019

Ο τελευταίος Διγενής




-μήτε Νέρων, μήτε Καλιγούλας
δούλος παθών και ηδονής
επειδή Έλληνας, όχι Ρωμαίος
ο τελευταίος Διγενής-


Όταν σε κουράζουν γύρω οι μικροί
λιμοκοντόροι κι αυλικοί
πάρε τα μάτια μακριά
ανακουφίσου
γύρεψε τους σπάνιους εκειούς
που κουβαλήσανε σταυρούς
και δεν πεθάνανε
μα λάμπουνε ασκούριαστοι
στον ουρανό αιώνες

Σαν τον Δραγάση!
Βγαλμένος απ' τις πέτρες του Μυστρά
συνθήκη δεν υπόγραψε καμιά
χαρισματιές δε δέχθη
μα εστάθη στη πρώτη τη γραμμή
με το σπαθί
κι έπεσε στη πύλη τη στενή
για υπόθεση
από αρχής χαμένη

κέρδισε όμως την Πόλη εσαεί
κι ο ξένος τώρα που πατεί
πάνω στο αίμα του
ύπνον καλό δε βρίσκει...


Friday, March 15, 2019

Στον Οδυσσέα





-νεκροί, θολά της μοίρας λάφυρα
λευκού ή μαύρου πεπρωμένου-


Σκαλιά διακόσια
κάτω απ' αυτήν την πάχνη
που τ' ακροδάχτυλα πονά καθώς
το τελευταίο, του πάνω κόσμου που αγγίζεις
και τους νεκρούς να βλέπεις -ενώ
σκαλί σκαλί βυθίζεσαι- ανέκφραστους
πιασμένους στης αράχνης τον ιστό
στην πιο πικρή στιγμή τους αφημένοι

Σκαλιά διακόσια
κάτω από παπαρούνες κόκκινες
που απαλά στην άνοιξη θροΐζουν
σύμπλεγμα πάλης πέντε ανδρών
... ''λύστε μου μωρέ το ένα χέρι!''...
καθώς τον έναν, τέσσερις χτυπούν
με στόμια όπλων, πέτρες και γροθιές
τον βρίζουν, φτύνουν, τον τραβούν
... ''καλά αυτοί, μα εσύ γιατί ρε Γιάννη;''...
του στρίβουνε τους όρχεις, λέοντα μουγκρητό
τόνε τελειώνουν... κι αναχωρούν αθόρυβα
μες στης νυχτιάς το ψιλοβρόχι
σα δράκοι που μόλις άγιο σκότωσαν
κι από την κούλια την ψηλή, σακί βαρύ
τον ρίξανε στα βράχια

.......................................

Σιμά στις φορτωμένες, της Τιθορέας κερασιές
μία σπηλιά παντέρμη, την κατοικούνε πια μονάχα αετοί
μα αν πας μεσάνυχτα, κρυφά, την κρύα ώρα
μιλιές, χοροί, νταούλια και φωτιές
''Ο γέρο κλέφτης, βαφτίζει του Λυσσαίου το παιδί!
Και η μικρή του αδερφή παντρεύεται
με τον τρελό Τρελόνι!''

Σκαλιά διακόσια κάτω απ' τα τρεχούμενα
του Παρνασσού νερά
αστράφτει ένα ξίφος ορθωτό
που βγαίνει από το μαύρο του κορμί
με τα σχισμένα χείλη
σα νέμεση κι υψώνεται και καρτερεί
το χέρι που θα πιάσει πάλι τη λαβή
το αδικαίωτο να δικαιώσει

Στον αμπελώνα μέσα
εν' άλογο ορφανό, λευκό που χρεμετίζει
ψάχνει τον ζαβό τον τρυγητή
που και κοφίνια και σοδειά
στη μέση έχει αφήσει...

''Έλα! και ξίφος έχεις κι άλογο
και φρούριο την παλιά σπηλιά
αγίους δε γίνεται και Οδυσσείς
οι δράκοι να σκοτώνουν!''



15/3/2019

Thursday, May 24, 2018

παλιές σημειώσεις





Νοσταλγώ κάποιες παλιές σημειώσεις που γλίστρησαν 
από τις χαραμάδες της ζωής μας και χάθηκαν
που έμειναν έξω από τα αμπαλάζ στις μετακομίσεις 
και βρέθηκαν απ' τον καινούριο νοικάρη 
τσαλακωμένες, μέσα σε συρτάρια μισάνοιχτα

κάποιες σελίδες χειρόγραφες, ταπεινές
που τις θεωρήσαμε εντέλει ανάξιες 
να μας ακολουθήσουν και τις αφήσαμε.
Κουβαλούσαν στίχους φτωχούς
σκέψεις βιαστικές, γεμάτες μουντζαλιές
κάποιο πρόσωπο ζωγραφισμένο στην άκρη
και μια κηλίδα κάπου, αδιευκρίνιστη
από καφέ, στάξιμο πορτοκαλιού 
ή δάκρυ

κάποτε όμως, μας είχαν βοηθήσει να περάσουμε 
δύσκολες νύχτες, μας είχαν βοηθήσει ν' αντέξουμε 
τη φιλοδοξία μας, γιατί κουρνιάσαμε πάνω τους
όπως κουρνιάζουν σε αναμμένο τζάκι
γέροι που κρυώνουν πολύ.
Γράφαμε ασταμάτητα
μόλις είχαμε γνωρίσει τους υψηλούς ποιητές
και θέλαμε να τους φτάσουμε 

...............................................

Τώρα πια ξέρω, γιατί οι εργάτες του Δήμου
είναι τόσο θλιμμένοι κάθε πρωί
μαζί με τα σκουπίδια, τις κονσέρβες
τα αποφάγια, τις πάνες των μωρών
ρίχνουν στα αδηφάγα σαγόνια 
των απορριμματοφόρων 
και τέτοιες ματαιωμένες προσδοκίες

που τόσο με τις δικές τους μοιάζουν!


24-5-2018

Thursday, February 15, 2018

Αχλή


-στον Friedrich Nietzsche-

Νιώθεις αυτά που έγραψες
ως ξένα, όταν αρχίζεις
να λησμονείς τους τίτλους
τη μορφή...

εκεί που κάποτε ήταν όλα διαυγή
τα βλέπεις πια να χάνονται
σαν πλοία ήσυχα, λυτά
στου απείρου την αχλή
ενώ εσύ -δοσμένος
όπως πάντα στην πυρά-
κάτι καινούριο σχεδιάζεις

Θα έρθει κάποτε ο καιρός
που θα χαθεί ολότελα η μνήμη
θα ταξιδεύουν, τα όσα έφτιαξες
μα δε θα το γνωρίζεις

θ' αναρωτιέσαι
''ποιος νάναι άραγε αυτός
που έδωσε στον άνεμο μορφή;
ποιος νάναι αυτός που γκρέμισε
τόσων αιώνων κάστρα;''...

15-2-2018

Monday, June 26, 2017

Όταν γερνούν τα αγάλματα




Όταν γερνούν τα αγάλματα
κατεβαίνουν από τα βάθρα, αφήνοντας πίσω
παρατημένο χιτώνα την αυταρέσκεια

στέκουν για λίγο αμήχανα στην αρχή
ανάμεσα στον κόσμο που πηγαινοέρχεται
ύστερα κάθονται στα παγκάκια
καπνίζουν, πίνουν τα χάπια τους, συνομιλούν
ατενίζουν έκθαμβα το μικρό και το λίγο...

Όταν γερνούν τα αγάλματα
γυρεύουν απεγνωσμένα έναν Θεό
πηγαίνουν τις Κυριακές στην εκκλησία
φιλούν τις εικόνες, ανάβουν κεριά
πιάνουν μια γωνιά να μη φαίνονται
παρακολουθώντας κατανυκτικά
σχεδόν κρυφά, τη λειτουργία

μετά πηγαίνουν σε λαϊκές ταβερνούλες
δύο μεζέδες, λίγο κρασί, κουβεντούλα
ενίοτε, πιάνουν και το τραγούδι
σφουγγίζοντας με μια χαρτοπετσέτα
τα μαρμάρινα μάτια τους

Τέτοια κάνουν, όταν γερνούν τα αγάλματα
έκπληκτα για τα βάθρα και το ύφος
της προηγούμενης ζωής τους...



26-6-2017

Wednesday, June 14, 2017

Ύβρις





gay pride
Αθήνα 10 Ιουνίου 2017

-και ποιος ο λόγος
νάναι κανείς ποιητής
αν όχι ικανός
να φανερώσει την ύβρη;-


Υπέροχη που λάξευσες μια τέτοια ιστορία
σοφή εσύ και ξακουστή, μα πια σε παρακμή
τώρα μετράς τη λευτεριά σε ''πιο υψηλά'' πεδία
των πισινών εντέρων, υμνείς την ηδονή!

Μετά την Ύβρη η Νέμεση κι από κοντά η Τίση
οι Αθηναίοι κάποτε, χαρίζαν τούτα δω
μα σήμερα ανήμποροι, φοβούνται αν θ' αφήσει
η νύχτα αυτή που έρχεται, τίποτα ζωντανό...

Στους δρόμους άλυτα παιδιά, τυφλά κι αγριεμένα
σπρώχνουν τα δικαιώματα στην έσχατη οδό
φτύνουν την ταπεινότητα που τάχει σπουδαγμένα
χορεύει η ύβρις noise, στον Αττικό ουρανό

Πιο κει πεινούν οι ανέστιοι κι ένας λαός δεμένος
μικραίνει απ' τους δυνάστες του, όλο και πιο πολύ
λικνίζεται στον Άγνωστο, ένας μασκαρεμένος
δείχνοντας τα οπίσθια, στου Δίστομου τη γη

Τρίβουν τα χέρια στη σκιά, όσοι κρατούν τη ρότα
ετούτων των αυθάδικων, ανάλαφρων παιδιών
οι ίδιοι όμως κάποτε -αφού τα στύψουν πρώτα-
θα τα πετάξουν άσπλαχνα, βορά των λιονταριών


-2017, 13-18 Ιουνίου-

Sunday, May 21, 2017

Ο γυρισμός




-Πώς ξάφνου έπεσε
μέσα σε τέτοιο φως
τόση σιωπή...-


Πόσο η μέρα τούτη με άλλη μοιάζει
μακρινή, των παιδικών μου χρόνων
ίδιο το φως! Ο ήλιος σπάταλα να στάζει
χρυσή βροχή στα πράσινα των κλώνων

των δέντρων τούτων, που θαρρώ εγέρασαν
μαζί μας -τότε χλωροί, γεμάτοι σφρίγος-
σαράντα χρόνια διάβηκαν, επέρασαν
μα σήμερα ξανά εδώ, μ' αυτό το ρίγος

στην καρδιά, για φίλο που περίμενα να βρω
μα έμαθα πως έπεσε, άξαφνα στ' αλώνια
ίδιο, λαμπρό το φως... μα άδειο το χωριό
σα νάφυγαν Απρίλη, όλα τα χελιδόνια!



-2017, 21 Μαϊου-

Monday, May 1, 2017

Το μικρό καράβι



Το μικρό καράβι είναι σαν πιστό σκυλί
δεμένο στον κάβο περιμένει τον καπετάνιο του
τις νύχτες ονειρεύεται τα βήματά του
προσμένει το χέρι
που θα λευτερώσει στον άνεμο
ξανά τα πανιά του
και θα κρατήσει στο πέλαγο
στιβαρά το τιμόνι.

Το μικρό καράβι
λικνίζεται ανύποπτο
πάνω στις αναμνήσεις
δεν έμαθε
δεν έμαθε ακόμη
το θλιβερό μαντάτο...

............................

Ποιος από μας που ήμαστε εδώ
-μπροστά σ' αυτή τη λύπη συναγμένοι-
θα λάβει το χρέος το πικρό
στο απάνεμο να κατέβει λιμάνι;
Ποιανού βαστάει η καρδιά
ολόρθος να σταθεί
αντίκρυ στ' ανήξερο καράβι
και να πει...

''Ο καπετάνιος σου καράβι μου χάθηκε
δε θα ξανάρθει πια...''




2 Μαϊου 2017

Monday, January 9, 2017

Τα χριστουγεννιάτικα στολίδια



Του δέντρου τα στολίδια μάζεψε η κυρία
τώρα που περάσαν οι γιορτές
είχε η έκφρασή της μια μελαγχολία
και τα μάτια της σκιές

-πολύχρωμες μπαλίτσες, κορδελάκια
καμπανούλες κόκκινες, χρυσές
χιονισμένα αγιοβασιλάκια
έλκηθρα με ελάφια και λευκές

καλτσούλες, της κορφής το αστέρι
και τη φάτνη του μικρού Χριστού,
τα λαμπιόνια- γιατί η κυρία ξέρει
τη μοίρα την πικρή του καθενού...

Θα μείνουν ένα χρόνο στο σκοτάδι
κάποιου υγρού και κρύου παταριού
νοσταλγώντας ένα βλέμμα, ένα χάδι
τη φωνή ενός παιδιού

θα αντέχουν για ένα χρόνο κάθε βράδυ
τον ήχο στις σωλήνες του νερού
τη σκιά μίας αράχνης στο σκοτάδι
καθώς πλέκει τις γωνίες του ιστού

θα ακούνε πότε πότε τους ανθρώπους
απελπισμένα, μπάσα και βαθιά
να μιλάνε μοναχά για άλλους τόπους
μα να μένουν στα ίδια τα δεσμά...

και έτσι θα περνούν οι ώρες
οι μέρες, οι μήνες, οι εποχές
από μακριά θ' ακούγονται οι μπόρες
ζέστες, άγνωστες γιορτές...

Θα φτάσει όμως η στιγμή εκείνη
που θα βγούνε πάλι απ' τα κουτιά
ένα χέρι θα τα παίρνει και θα ντύνει
του δέντρου, τα όμορφα κλαδιά

η σάλα θάναι πάλι φωτισμένη
και τα χείλη γελαστά
οι μεγάλοι όμως κάπως γερασμένοι...
κι αλλαγμένα! αλλαγμένα τα παιδιά!


-Ιανουάριος 2017-



Thursday, August 25, 2016

Λύπη της πέτρας

Τα ποιήματά μας τα διαβάζουν οι πέτρες
όχι οι άνθρωποι
μονάχα εκείνες ραγίζουν στα λόγια μας
διαλύονται, γίνονται σκόνη

γιατί η σκόνη δεν είναι
παρά η λύπη της πέτρας
-απ' τα ποιήματά μας-
λύπη που γδέρνει τη γη
καθώς τη σέρνει ο άνεμος
απ' άκρη σ' άκρη

Tuesday, June 14, 2016

Νέκυια

-αφιερωμένο σε ένα παράξενο είδος ανθρώπου
στους ιστορικούς ερευνητές-


Θέλει μια δύναμη σιδερένια να κατέβεις εδώ
σ’ αυτή τη σπηλιά, ανάμεσα σε νοτισμένες επιστολές
αποκρυπτογραφώντας ίχνη παλαιού καιρού
παράξενη σκιά που μηρυκάζει μελάνι
προσπαθώντας να στήσεις ξανά τα χαλάσματα
σκουντώντας με τη ζέση σου τη γαλήνη
των άφαντων

Για να κατέβεις εδώ
πρέπει να θολώσεις τη λίμνη του Νάρκισσου
να μηδενίσεις τον εαυτό σου, να παραδεχθείς πως το φως
είναι αλλού, σε ξένα λόγια και έργα

Πίσω αφήνεις τον κόσμο των ζωντανών
σαν ένας Οδυσσέας παράφορος που κατεβαίνει στον Άδη
προσφέροντας στους νεκρούς εωθινές ευωδιές
παίρνοντας αστραπές θύμησης
που όμως σε αλλάζουν
ώσπου στο τέλος δεν είσαι ο ίδιος
μα της φυλής σου η μνήμη...

Όμως πόσο ακόμη θ’ αντέξεις να πηγαινοέρχεσαι
ανάμεσα σε δυο κόσμους, χωρίς να ανήκεις ολότελα πουθενά
πόσο θα αντέξεις να προσπαθείς να δικαιώσεις μπαρουτο-
καπνισμένους πολεμιστές, χήρες, ορφανά κι αδικημένους 
ή τον άλλον που για γρόσια μόλις εκατό
τον πέταξαν σ’ ένα πηγάδι...

δεν έχει ελπίδα ο άνθρωπος
και τα αγάλματα που φέρνεις αγκομαχώντας απάνω στη γη
μέσα στο φως σκουριάζουν ρημαγμένα...


-Ιούνιος 2016-

Tuesday, April 26, 2016

Θεός



Να γράφεις, αλλά να μη γράφεις σα Θεός ή δικαστής. Να αφήνεις ραγισματιές να φαίνεται η απελπισία, δε γουστάρουν τους άτρωτους. Τους άτρωτους τους τιμωρούν, δε φαντάζεσαι πόσο σκληροί μπορεί να γίνουν οι άνθρωποι με τους δυνατούς. Ενώνονται μυστικά εναντίον τους όλοι μαζί, σα να υπακούν σ' ένα αόρατο σύνθημα και υψώνουν τείχους.Τους απομονώνουν τους δυνατούς. Ακόμη κι αν έχουν ανάγκη αυτά που γράφουν, δεν τα θέλουν γραμμένα από χέρι που μέσα του κυλάει ανθρώπινο αίμα. Κάτι ήξερε ο Μωυσής που τους έπεισε πως τις εντολές, δεν τις σκάλισε ο ίδιος μα ο Θεός. Κι εκείνοι το δέχτηκαν, αλλά όχι από ανοησία. Έκαναν πως δεν κατάλαβαν. Προτίμησαν το παράλογο, από το να νιώσουν πως υποτάσσονται σε έναν άνθρωπο. Γιατί στον Θεό συγχωρούν τα πάντα. Ακόμη και τη δύναμη. Ακόμη και το θράσος να τους ελέγξει. Μα δε συγχωρούν τη δύναμη των ξεχωριστών, των λαμπρών πνευμάτων. Οι άνθρωποι κατά βάθος είναι ανυπότακτοι. Μπορούν να πειθαρχήσουν όμως ευκολότερα σε ένα φάντασμα, παρά σε άνθρωπο. Γιατί τι νομίζεις πως είναι ο Θεός; Το αντίπαλο δέος της σκληρής πραγματικότητας είναι. Ένα φάντασμα ανάμεσα στους ισχυρούς και τους αδύνατους που απορροφά τους κραδασμούς των διαφορών τους. Ξέρω κάτι άθεους που θα σβήσουν σαν κεριά στο ανεμοβρόχι έτσι και χαθεί το φάντασμα του Θεού. Γιατί τότε θα μείνουν μόνοι κι ανυπεράσπιστοι απέναντι στους ισχυρούς. Και δε θα μπορέσουν να αντέξουν την αναμέτρηση μαζί τους. Δε θα υπάρχει καμιά ηθική να τους προστατεύσει από το στόμα του μεγάλου ψαριού. Γι' αυτό σου λέω. Κάποιοι δεν έχουν καταλάβει ακόμη, τι ακριβώς σημαίνει Θεός. Δεν ξέρουν τι ακριβώς πολεμάνε. Νομίζουν ότι πολεμάνε μια γραφική ψευδαίσθηση, χωρίς να υποψιάζονται πως έχουν να κάνουν με μια απτή πραγματικότητα που τη γεννά η ίδια τους η ανάγκη. Κατάλαβες τώρα γιατί δεν πεθαίνει εύκολα ο Θεός; Γιατί χρειάζονται και οι δυνατοί και οι αδύνατοι αυτό το φάντασμα.
Γιατί κάποια φαντάσματα, είναι πιο βαριά κι από σίδερο...

Thursday, March 17, 2016

Επί... σκηνής δίεση


''...Τι συμφορά, ενώ είσαι καμωμένος
για τα ωραία και μεγάλα έργα
η άδικη αυτή σου τύχη πάντα
ενθάρρυνσι κ' επιτυχία να σε αρνείται...''

Καβάφης-Σατραπεία


Επί σκηνής ο ηθοποιός,
κάποιου πλουσίου ανάπηρου
τον υπηρέτη παίζει
(σχεδόν κομπάρσου ρόλος)

Πώς όμως ξέπεσε
σε τέτοιον ρόλο άχαρο
αυτός που ήταν ο εκλεκτός
το έργο το Σκωτσέζικο, τον Ληρ
ή τραγωδίες άφθαρτες
έξοχα να παίζει;

Τον τρώει τόσο το σαράκι
που ώρες τούρχεται
να κάνει κάτι απίστευτο
(όσο κι απεγνωσμένο)
απ' τη σκηνή, την ώρα της παράστασης
να αποδράσει, ηρωικά και κάθετα!..
σαν λεπτομέρεια μιας ζωγραφιάς
που ξάφνου, απ' τον καμβά ολοζώντανη
στην αίθουσα πηδάει

άναυδους αφήνοντας
κοινό και σκηνοθέτες

.................................

Μα δεν το κάνει
πού να ψάχνει τώρα για δουλειά
πώς να χαλάσει ξαφνικά το όνομά του
κι έπειτα, ίσως δεν ήταν εξ' αρχής μια νότα
εκλεκτή, παρά μια δίεση...

πολύτιμη όμως! που έτσι
κι έλειπε, η αρμονία του έργου
η μαγική, αμέσως θα χαλούσε!..

Saturday, March 5, 2016

Για την ποίηση


Πάντα κοντά της ήμουνα και πάντα τη μισούσα
σαν ένας συγγενής στενός, που σόι δε διαλέγει
πόσο μακριά θα πέταγα, απ' αυτήν αν το μπορούσα
σαν αετός που φτέρωσε κι απ' τη φωλιά του φεύγει

Γ. Π.

Thursday, February 25, 2016

Το ηφαίστειο


-Ποιος, στην απεραντοσύνη μέσα την υγρή
μπορεί να φτιάξει από το τίποτα νησί;

-Ένα κρυμμένο ηφαίστειο
που χρόνους κοιμάται
ως έφηβος Θεός
σε ήσυχο βυθό μεταμφιεσμένος
μα ξάφνου απάνω τινάζεται γυμνός
βουή και νέμεση γεμάτος
θειάφι η ανάσα και φωτιά
και λάβα που πετρώνει
ένα νησί απ' το στόμα του γεννά
που σα παγώσει
απ' του πελάγου τη δροσιά
σαλπίζει πρόσκληση!

-Ποιος από το τίποτα
μπορεί να φτιάξει τέτοια ομορφιά;

-Ο ποιητής!
Χρόνους συνάζει την οργή
που μέσα του πυκνώνει
μ' αντί για χαλασμό
φτιάχνει ζωή
ένα ατόφιο ποίημα
καταμεσής του πουθενά
-θα παν και κει πουλιά
και μύστες ταξιδιώτες-

-Ποιος τόσο ωραία
το ακατοίκητο μεταμορφώνει;
Ποιος, εκτός του ηφαιστείου
και του ποιητή, το μαύρο
σε παράδεισο υψώνει;


Thursday, December 24, 2015

Το μυστικό

Αν είχαμε βρει το ακριβό το μυστικό
μέσα στην ποίηση
θα είχαμε σταματήσει να γράφουμε

για να μας βλέπεις ακόμη εδώ
σ' αυτό το σκοτεινό ορυχείο
μαυρισμένους, σκονισμένους
με κείνη την κηλίδα στο βλέμμα
του μεγάλου γυρισμού
πάει να πει
πως ακόμη γυρεύουμε...

Saturday, December 19, 2015

Ανοπαία οδός



                                   - ψυχές μαραγκιασμένες από δημόσιες αμαρτίες-
                                                                                          Σεφέρης


Κανείς δεν ξεκινά τη ζωή του για να γίνει
ένας Ιούδας, ένας Εφιάλτης
ποιος αντέχει το βάρος μιας τέτοιας μοίρας
όμως αχαρτογράφητη η ατραπός Ανοπαία
χωρίς ταμπέλες και σκυλιά προειδοποίησης

είναι που σταθήκαμε αφελείς
επιρρεπείς στα λόγια και την κολακεία
κι έπειτα δεν είχαμε τίποτα να χάσουμε
κάνοντας παρέα μ' αυτούς τους ξένους
που όλο γελούσαν, μας χάιδευαν τ' αυτιά
και μας θάμπωναν με τα ωραία τους δώρα
η ζωή φάνταζε όμορφη κι εμείς ξαφνικά ισχυροί
σα θεοί του Ολύμπου, που βλέπαμε κάτω
μυρμηγκοφωλιές τα χωριά των ανθρώπων
είχαμε ωραίες για τον κόσμο ιδέες
και μιαν ευφορία πρωτόγνωρη
σαν ουράνιοι αρχιτέκτονες
νομίζαμε πως είχαμε άλλο
από τους άξεστους αίμα
γεννημένοι απ' τη μεριά των δυνατών
αθώοι ως τα μύχια, χωρίς τύψεις...

όμως ένα πρωί ξυπνήσαμε και είχαμε χάσει τα πάντα
γύρω ερείπια, ψυχές βλογιοκομμένες, αυτόχειρες
και αλυσοδεμένοι που έκλαιγαν νοσταλγώντας
λίγη απ' την παλιά χαρά κι ελευθερία
τότε μονάχα καταλάβαμε,
πως η οδός που είχαμε πάρει
ήταν η καταραμένη ατραπός Ανοπαία
και μεις διόλου όπως νομίζαμε -ιδρυτές
ενός κόσμου νέου- μα απλά κούκλες
με νήματα στα πόδια, τα χέρια, τα χείλη
εξωμότες, που είχαμε φέρει εδώ
άτιμους ξένους
καταδικάζοντας την πόλη
σε αιώνια απελπισία

σκυφτοί, μπερδεμένοι σαν ψάρια στα δίχτυα μας τώρα
στοχαζόμαστε το μέγεθος αυτής της τεράστιας πλάνης
μα ήμαστε τόσο ανήμποροι, για οποιαδήποτε ανατροπή
δεν έχουμε την τόλμη ούτε μιας έντιμης απολογίας
και η συκιά τσακίζει τα μάτια μας
γιατί αγχόνη θυμίζει

σωπαίνουμε τώρα
κλεισμένοι ερμητικά στα σπίτια μας
νιώθοντας για πρώτη φορά, πόσο πικρά
πόσο πικρά, είναι πραγματικά τ' αργύρια...

Tuesday, December 8, 2015

Η ψαρόσουπα


ή άλλως...

ο Πύργαρης μάγειρος

(σατιρικόν-αυτοσαρκαστικόν)

.
Ο Πύργαρης πεθύμησε, κάποτε μία σούπα
χειμώνας ήταν θάπινε, μαζί και καμιά κούπα
από νωρίς ξεκίνησε για να την ετοιμάσει
πατάτες, κοκκινόψαρα και τα λοιπά να βράσει
-Σήμερα μαγειρεύω εγώ, δρόμο απ' την κουζίνα
θα είναι όλα μια χαρά, φύγε κυρία Μίνα!

Παίρνει εκείνη τον καφέ, πηγαίνει στο σαλόνι
τον άντρα της θαυμάζοντας, που ''όχι'' δε σηκώνει
''Πώς τούρθε έτσι ξαφνικά, άσπρη ποδιά να βάλει
και του μαγείρου το σκουφί, απάνω στο κεφάλι;''
Όμως δεν έχει η κυρά, παρά να περιμένει
το έργο του συζύγου της! άλλο απ' αυτό δε μένει...

Πέφτει ο Γιώργης στη δουλειά, καρότα καθαρίζει
εδώ είναι τα σέλινα, εδώ είναι και το ρύζι
την κατσαρόλα γέμισε με καθαρό νεράκι
και της κουζίνας άναψε, το δεξιό ματάκι
δάκρυσε λίγο πούκοψε τα τέσσερα κρεμμύδια
μα γρήγορα του πέρασε, δεν ήταν δα και φίδια!

Τα υλικά του έριξε, μόλις που πήρε βράση
θάφτιαχνε σούπα σήμερα, θ' αγάλιαζε η πλάση!
Θα γίνει από το τίποτα μάγειρας αστέρι
αχ Θε μου ξέχασε ο χαζός, να ρίξει το πιπέρι!
Τα φρέσκα ψάρια φυσικά, θα βάλει προς το τέλος
να του πετύχει και τ' αυγό, για να μη γίνει Οθέλος

..............................................................

Ώσπου ήρθε η ώρα κάποτε, της κρίσης η μεγάλη
ο Πύργαρης καμάρωνε σα νάταν μανουάλι!
Όλοι λοιπόν μαζεύτηκαν γύρω απ' το τραπέζι
της θεσπεσίας τέχνης του, να πιουν το πετιμέζι
απ' έξω είχε καταχνιά και έβρεχε καμπόσο
για σούπα ωραίος ο καιρός! ''ώρα να ντερλικώσω!''

Από τις πρώτες ρουφηξιές, κατάλαβαν την πλάνη
του μάγειρα που ανθρώπου νους, καθόλου δε τη βάνει
κάτι στη γλώσσα πείραζε, κάτι στο λάρυγγά τους
και τίναι αυτά που πλέουνε στα πιάτα τα δικά τους;
Τάκανε όλα τέλεια! μαγείρεψε με ζέση!
μα απ' τα ψάρια ξέχασε, τα λέπια ν΄αφαιρέσει!!!


Thursday, December 3, 2015

του ζευγά




Η ώρα ήρθε! φύγαν οι ζεστοί οι μήνες
δυο μέρες έριχνε ποτιστική βροχή
κρώζουν στον βορρά οι χήνες
καιρός να σμίξει με το χώμα το υνί!

Ώρα τον έρμο κάμπο να γυρίσω
με το αλέτρι μου και με τη μοναξιά
τη γη απ' άκρη σ' άκρη να μαυρίσω
έχοντας παρέα τα πουλιά

χαμοπετούν τριγύρω τα καημένα
τσιμπολογούν στο αυλάκι λιχουδιές
κοράκια, καρακάξες, ζαραβέλια
και σουσουράδες, τόσο δα μικρές

Ξωμάχος της ζωής κι εγώ εκεί!
υπομονετικά, μη χάσω τη σειρά
μαζί μου το προσφάι, το κρασί
δύναμη να πάρω και ξανά δουλειά!

Για να προλάβω! ο καιρός μικραίνει
νέφη συνάζονται στον ουρανό παντού
ούτ' ώρα, στιγμούλα δε μου μένει
ξεγνοιασιάς κι αναπαμού

Γιατί έχω στόματα να θρέψω!
τον σταυρό μου κάνω για καλή σοδειά
νύχτα στο σπίτι θα επιστρέψω
θάχουν κοιμηθεί, τα δύο μου παιδιά...

Κι όταν τη μάνα γη γεμίσω
με σπόρους και καντάρια φως
μονάχα τότε θα ηρεμήσω
στο τζάκι θα καθίσω ο φτωχός

ν' αναπαυτώ απ' της ζωής το αμόνι
να πω τις ιστορίες της γιαγιάς
τις νύχτες που θα πέφτει χιόνι
και θα λυσσομανάει  έξω ο βοριάς...


Saturday, September 19, 2015

Το ζαρκάδι



Είναι κάποιοι ίσκιοι
που δεν μπορείς να δεις
να πιάσεις, να μυρίσεις
να γευτείς

γκρίζες οπτασίες
που εμφανίζονται κρυφά
αργά το βράδυ


αλαφροπάτητοι
χωρίς φωνή
σαν άδεια ρούχα
που σαλεύουν φευγαλέα
στο σκοτάδι

υποψίες
κρυμμένοι κυνηγοί
που σε ξυπνάνε ξαφνικά
από ένα λάθος πάτημα
-και στην σκανδάλη
χάδι-

.................................

Όταν το φως ανάβεις
γύρω κανείς
του ρολογιού ο χτύπος μοναχά
μα στον καθρέφτη
έντρομο να σε κοιτά
ένα ζαρκάδι


Wednesday, July 1, 2015

Βαβέλ των Νάρκισσων


Να δεις που οι τόσες κουβέντες μας
χιλιάδες θα γίνουν μονόλογοι
θάχουν γκρεμίσει όλες οι γέφυρες
θάχουν σπάσει οι άλλοι καθρέφτες
κι ένα μουρμουρητό ακατάληπτο
-στην αφεντιά μας θυσία-
σαν καπνός, ψηλά θα πηγαίνει


τον εαυτό μας αποθεώνοντας
αργά θα βυθιζόμαστε
μέχρι για πάντα να χαθούμε
μόνοι, ωραίοι, δοξασμένοι...

.

Monday, June 8, 2015

Προμηθέας

.



 
Τι να κάμω μ' αυτή τη μνήμη τη σεπτή
που έπηξε πάνω μου αργά, έγινε βράχος
ασήκωτος στους ώμους μου που κύρτεψαν
για δες, εκεί που πίστευα θα βγουν φτερά 
τώρα έναν βράχο κουβαλώ -μα μήπως
ετούτος είναι τα φτερά μου;-

πάνω του ανάγλυφες μορφές, λησμονημένες
ανθρώπων πούζησαν και τώρα σκόνη
ζωγραφιές μισές κι αχνές σαν υποψίες
ακρωτηρια-
σμένα αγάλματα
χέρια παρακαλεστικά για δικαιώσεις
μία ατέλειωτη σιωπή  
μα πιο βαθιά εκλάμψεις, μυστικά
κι ένα πιτσούνι χνουδωτό
που καρτεράει κουρνιασμένο στη φωλιά
καμώμενο πως δεν υπάρχει

Τα γόνατα λυγούν
βαρύς ο βράχος πάνω μου
μα μέσα από τη βάσανο
βρίσκω το πρόσωπό μου

Πιο πέρα γύπες. Στέκουν στις αγριοσυκιές ψηλά
και μ' απειλούν βουβά, χωρίς να με κοιτάζουν
μα η βουή της άγνοιας στη πόλη
που απλώνεται φαιδρή μπροστά, με συνεπαίρνει
Δεν θέλουν ετούτη τη φωτιά που τη χαρά πληγώνει
περιφρονούν τη σύνεση σαν τα χορτάτα τα σκυλιά
που απωθούν το φαγητό σα δεν αρέσει
δίκαιο έχουν μα εγώ για ποιον, τούτον τον βράχο κουβαλώ
αν κατορθώσω να σταθώ ορθός, θα τον τινάξω
στην κατηφόρα να κυλήσει και να σπάσει

Σκόνη...
κι ύστερα αυτό το περιστέρι -ώριμο πια-
στην πόλη να γυρνά λευτερωμένο
σε στύλους, σε πλατείες, σε φθηνά μπαλκόνια
σαν μια μικρούλα ύπαρξη λευκή, που προσπαθεί
με τα θεριά κι αγριανθρώπους να τα βάλει...

Monday, December 15, 2014

Τιμοκλεία




Σαν έχασαν τη μάχη οι Θηβαίοι
απ' τον στρατό του Αλέξανδρου
κι οι Μακεδόνες πέσανε
σφήκες στην πόλη,
στης Τιμοκλείας το σπίτι
άγριοι Θράκες -αφού τη βίασαν- 
την παίδεψαν για θησαυρούς

Τότε η άξια Θηβαία
τον αρχηγό ξεμοναχιάζοντας
παρέσυρε σε σκοτεινό πηγάδι
''Εδώ!'' του είπε, μα καθώς
εκείνος έσκυψε να δει, τον έσπρωξε
και πέτρες ρίχνοντας από ψηλά
σκότωσε τον άπληστο φωνάζοντας
''Αυτά παθαίνουν, όσοι κλέβουν τη τιμή
και το χρυσάφι των ανθρώπων!''

......................................

Με αγέρωχη περπατησιά -αν και δεμένη
σε θυμωμένους ανάμεσα στρατιώτες-
και βλέμμα άφοβο η Τιμοκλεία
στάθηκε μπροστά στον βασιλιά
για τιμωρία
μαζί με τα παιδιά της

......................................

''Είμαι η αδερφή του γενναίου Θεαγένη
του στρατηγού που τον πατέρα σου
με σθένος στη Χαιρώνεια πολέμησε
κι ένδοξα έπεσε για τη τιμή της Θήβας
τέτοιο ρηγάτο  αίμα
και στις δικές μου φλέβες, τρέχει.

Μα εσύ, ντροπή των βασιλέων
για τη δική σου δόξα
την πόλη μου ξερίζωσες
της Θήβας όλος ο ανθός
βορά στα όρνια
μύρισε στους δρόμους τους καπνούς
απ' τα καμμένα
άκου τους θρήνους γυναικών
τα ουρλιαχτά των κοριτσιών που κυνηγούν
οι άξεστοι στρατιώτες
τη θλίψη δες αυτών
που παν στα σκλαβοπάζαρα.
Σε  φτύνω Αλέξανδρε
και με τα νύχια τούτα δω, αν δεν κρυβόσουν
πίσω από φρουρούς, θα σ' έγδερνα
κι αν γλίτωνα από δω
αετούς τους γιους θα ανάθρεφα
σαν ποντικό να σε ξεσκίσουν!

Μα ξέρω, δε γλιτώνω
οι τιμημένοι όμως προτιμούν τον θάνατο
από ζωή σκυφτή και μαυρισμένη!''

Και λέγοντας αυτά η Τιμοκλεία
έφτυσε τον Αλέξανδρο
''βίαιον εμπτυσμόν'' λέγει ο συγγραφεύς
''στο πρόσωπο του πορθητού''
που ευθύς διέταξε
να μην πειράξει ουδείς την Τιμοκλεία
τη σπουδαία γυναίκα
παρά στο σπίτι του Πινδάρου με τα τέκνα της
αμέσως να μεταφερθούν

..........................................

''Δεν εννοήσατε όμως ακριβώς
ποιος είναι ο Αλέξανδρος...''
λένε πως είπε ο βασιλεύς
το πρόσωπο σκουπίζοντας

(2015)

Monday, July 28, 2014

Ελένη


-Ξύλινα άλογα και αηδίες
ποιος τρώει πλέον τέτοια παραμύθια
υπερβολές των ποιητών!

H Ελένη!
Αυτή ήταν της Τροίας 
ο Δούρειος Ίππος...- 

Εμένα πόρνη με γνωρίζει η ιστορία
πάνω μου αναθέματα μυριάδες
δέκα χρόνια μυστική στην Τροία
μα να με βρίζουν οι Ζορμπάδες

Δεν ήταν όλα ένα σχέδιο μήπως
του Αγαμέμνονα, την Τροία να πάρει;
Έγινα λοιπόν ''Δούρειος ίππος''
πλανεύοντας τον χαζοβιόλη Πάρη,

που πίστεψε πως μόλις είδα
τα μάτια τα νοσταλγικά του
τους ώμους τους γυμνούς, την κλείδα
έπεσα ξερή στην αγκαλιά του

πρίγκιπας νάρκισσος και αφελής
και επιπλέον, λίγος στο κρεβάτι
δεν υποπτεύθη ο δυστυχής
αυτό που ύφαινα με ινάτι

της Τροίας την πτώση! Τα μυστικά
να κλέβω -γελώντας ακόμη και θεούς-
σε κάποιον έταξα φιλιά
μέσα να μπάσει Αχαιούς

Εγώ η Ελένη! Του Μενελάου η πιστή
που χρόνους τον στερήθηκα
για μια μεγάλη αποστολή
κι ούτε στιγμή φοβήθηκα

Η Ελένη! Βασίλισσα των Μυκηνών
αιώνες κρύβω τη ζωή μου
εγώ, βασίλισσα των Αχαιών
γυρεύω πίσω την τιμή μου!

Sunday, June 22, 2014

το άλλοθι



Κι αν είμαι διστακτικός στις μεγάλες ιδέες
είναι γιατί στη φωλιά μου τριγύρω
ζέχνουν ακόμη απομεινάρια πρόσφατων φόνων
και δε βλέπω κανέναν προφανή λόγο
να μου εμπιστευτεί κανείς έναν παράδεισο
είναι που έρχεστε και σεις κάθε νυχτιά
σ’ αυτό το άγριο δάσος
καρτέρι να στήσετε
σε ανθρώπους και πλάσματα

Προτού για τα καλά ξημερώσει
κρατώντας στους ώμους λαγούς
ζαρκάδια, ανθρώπινα κομμένα
κεφάλια, επιστρέφετε κυρίαρχοι, χαρού
μενοι από την ήττα τόσων πλασμάτων
γέρνετε θριαμβευτές στα κρεβάτια σας
χωρίς τίποτα να θυμάστε το πρωί
κι ας βρίσκετε μέσα στις τσέπες σας
δάχτυλα κομμένα με αστραφτερά δαχτυ
λίδια, επιδόματα που δε σας ανήκουν
και στα ψυγεία σας μέσα, αγριογούρουνα
γδαρμένες νυφίτσες, τσιμπίδες με διαμελι
σμένα έμβρυα ...

Λοιπόν, με λήθη πλένεστε
στους νεροχύτες το πρωί
ενδύεστε ξανά με υποκρισία
και πάτε να χτίσετε το άλλοθι
να διδάξετε ηθική
και καλοσύνη να διδάξετε
αφρίζοντας κατά του ρατσισμού
-μπορεί να γράφετε και ποίηση
ηχηροί ανθρωπιστές
οχληροί  δικαιοφόροι!...-

Thursday, May 15, 2014

η παλιά μου γειτονιά


Πώς έγινε έτσι η παλιά μου γειτονιά
σιωπηλή, πικρή και έρημη
πού πήγαν οι φωνές και η χαρά
τι έγιναν οι φίλοι μου οι αμέριμνοι

Δε βλέπω την ωραία πασχαλιά
που μ' άρεσε να κάθομαι σιμά της
εχάθη κι η θεόρατη μουριά
που παίζαμε τα μεσημέρια στη σκιά της

Πετούσαμε απ' το πρωί σαν τα πουλιά
φτιάχναμε παιχνίδια από ξύλα
κι όταν γυρίζαν όλοι απ' τη δουλειά
μικροί μεγάλοι, παίζαμε τα μήλα

Το γηπεδάκι μας πού πήγε το μικρό
που γέμιζε την Άνοιξη γρασίδι
δε μας πείραζε που ήτανε στραβό
μας πήγαινε το πιο όμορφο ταξίδι

Τι γίναν τόσα ωραία δειλινά
ήχοι από κουβέντες κι από πόρτες
οι ευωδιές από τα γιασεμιά
η κυρά Λένη που μάζευε τις κότες

Έρημος πια ο δρόμος και πικρός
χωρίς μιλιά, παντζούρια σφαλισμένα
σε κάποια αυλή ένας Ινδός
σιάζει τα μαλλιά του με μια χτένα

κι ο μπάρμπα Ντίνος μόνος, δυστυχής
σταυρώνοντας τα δυο του χέρια
απόμαχος μιας άλλης εποχής
λιάζεται βουβός τα μεσημέρια

Friday, February 7, 2014

ο παντρεμένος



(στον Θεοδόση Βολκώφ)

-όπου ο παντρεμένος ποιητής, διαβάζει έντρομος την αποκαλυπτική ποιητική συλλογή 
και τις ερωτικές περιπέτειες του φίλου του Pietro Aretino εν έτει 20013 και φυσικά απαντά-


Πετρή, καλά τα είπες αδελφέ
εν έτη δύο χιλιάδες δέκα τρία
κερατά και πόρνε και μοιχέ
που έχεις του Χριστού την ηλικία

μα έτσι όπως τάπες, δίχως συστολές
πως δε μασάς και τις βατεύεις όλες
τι στέκες, τι χοντρές και τι ψηλές
τι παντρεμένες και μαριόλες,

με πήρε ο φόβος και χωρίς να θες
φωτιά μου άναψες μεγάλη
"κάθε παντρεμένος κερατάς" μας λες
κι άντε να μου βγάλεις τώρα απ' το κεφάλι

πως η κυρά μου, δεν έχει κι αυτή έναν Πετρή
αδίστακτο, μοιχό, με γυαλισμένο μάτι
κι όταν μου λέει πως πάει λαϊκή
να της αλλάζει τα φώτα στο κρεβάτι...

Δε περίμενα από σένα τέτοια αποκοτιά
τρελάθηκα, νυχθημερόν ασθμαίνω
κάθομαι σου λέω στα καρφιά
τον πέθανες τον φίλο σου τον παντρεμένο...


Thursday, December 5, 2013

γήρας

Ωραίες κάποτε γυναίκες
που σαν τον ήλιο δύουν πια
στα μάτια ατόφια η ομορφιά
και στα βαθιά, νοσταλ
γική γαλήνη

Sunday, December 1, 2013

αισχρή συνθήκη


Λοιπόν, δεν είναι άλλο ν' απορείς
γιατί επέδειξαν οι άρχοντές μας τέτοια ανοχή
σε κάτι στρατηγούς Τισίες
που ήρθαν με υπεροχή και αλαζονεία
να πάρουν τον οψιδιανό και τον περλίτη
τον πλούτο και τα σπίτια μας
-το δίχως άλλο, θα είχαν πολύ συλλογιστεί
το πάθημα της Μήλου

Γι' αυτό, τους συκοφάντες μην ακούς
πως τάχα θέλαν να σώσουν τη ζωή
και το τομάρι τους
ή τον πολλά επικερδή, πολιτικό τους βίο
για μας οι άμοιροι το έκαναν -να μη σφαγούμε
την πώληση των γυναικόπαιδων στα σκλαβοπάζαρα
του τόπου την ερήμωση-
γι' αυτό υπέγραψαν κρυφά
τέτοια αισχρή συνθήκη

κι αν κράτησαν τ' αργύρια μ' ελαφριά καρδιά
οι συνετοί μας άρχοντες και τι μ' αυτό;
εσώσανε την πόλη
εξ' άλλου, παλιά τους τέχνη το τερπνόν
μετά του ωφελίμου

Ας λιμοκτονούμε πια λοιπόν
ας γυρνούμε στον ίδιο μας τον τόπο
πένητες κι ανέστιοι
τουλάχιστον με τη συνθήκη
τα χείριστα γλιτώσαμε
κι ας μας φωνάζουν πια παντού
δειλούς κι οσφυοκάμπτες...

Monday, November 11, 2013

καταιγίδα

Βροχή ατέρμονη
που μαστιγώνει την αυλή
μια αστραπή

τρίζουν τα τζάμια στη βροντή
κι απ' τη πυγμή του κεραυνού
ένα παιδί

στην αγκαλιά της μάνας
τρέχει τρομαγμένο
να κρυφτεί

Saturday, October 19, 2013

ερειπωμένο σπίτι




Ερειπωμένο σπίτι
χορταριασμένο και βουβό
στον δροσερό αέρα

Ανθίζει γύρω η Άνοιξη
μα εσύ ζητάς
αυτούς που έζησαν εδώ,

σιμά σ' αυτούς τους τοίχους.
Όμως κανείς που τόχτισε
κανείς που το εχάρη

Πώς νάταν άραγε οι μορφές;
Άγγιξαν τα χέρια τους
τις πέτρες που χαιδεύεις...

Πουλιά φευγάτα αγύριστα
κι ο σπαραγμός
φίδι που τρέχει να κρυφτεί

μα ξύπνιο κάπου μένει

Saturday, September 28, 2013

Μεσημεριανό φως



Να βαδίζει προς ένα φως μεσημεριανό!
Όχι ψηλά να πηγαίνει αλλά ευθεία, όπως πηγαίνει το χώμα. Ξυπόλητος.
Όχι προς την αίγλη μιας ψευδαίσθησης που υπάρχει και δεν υπάρχει
αλλά σ' ένα περιβόλι ζωντανό με βραγιές και μυρουδιές
έγχρωμο και ανθισμένο που κλαίει στη ζέστη του Ιουλίου
με δέντρα ολόγυρα όπου πάνω τους τζιτζίκια βασανίζουν ολημερίς το μαύρο
προσκαλώντας αδιάντροπα τον Αύγουστο. Εκεί κάτω από μια καρυδιά
να γεύεται το δροσερό νερό και τους καρπούς, να γεύεται
την απουσία αγαπημένων νεκρών - που κοιμούνται στους ίσκιους
την ευθραυστότητά του να γεύεται κι αυτή την ταπεινή ζωή
που μοιάζει πικραμύγδαλο. Που καίει από χαρά και πόνο
κι από έρωτα άδικο...

Thursday, September 5, 2013

φονέας δασκάλων



Όλους τους σκότωσε. Μείναν μονάχα δύο
παλεύουν μέσα του σαν φίδια αρσενικά
ο ένας με τη σκοτεινή φωνή
και την ανάσα τη βραχνή απ' τη σπηλιά του
κι ο άλλος είρων κι αυστηρός, λιγόλογος
μ' αυτήν την καθαρότητα 

-εκλεπτυσμένος-

Τις εποχές του εξαντλεί
γκρεμίζοντας απ' τις φωλιές τα χελιδόνια
μ' αλλού η ματιά κι ο νους αλλού
να ''ξαποστείλει'' μελετά
τους ύστατους δασκάλους
-μιας και διάβηκε τη πόρτα τη στενή
τόσες φορές φονιάς
δύο ακόμα δε τον καίνε-

Θα περιμένει σ' αυτήν την ερημιά
θ' αποτινάζει μάσκες, πυρετωδώς θα γράφει
θα πλένει ολημερίς τα χέρια του στη γούρνα
από τούτο το αίμα το φαιδρό
-στους δρόμους τρέχει, στα μάτια των μοναχικών
και σε δωμάτια φοιτητών, σε πόλεις
σε βάθη και σε ύψη
όπου υπάρχει άνθρωπος πάει αυτό το αίμα
που το μυρίζουν ακόμη κι οι νεκροί
πέφτουν στη πόρτα του Άδη με ορμή
βροντώντας τη από μέσα
διψώντας πάλι φως, πάλι διψώντας αίμα
που σε γελά, πήζει και μοιάζει με μελάνι-

Θα περιμένει σ' αυτή την ερημιά
με τους νεκρούς του
-που στέκουν πάνω στο νερό
πνιγμένες σφήκες-
θα περιμένει
τον δικό του τον φονιά

.........................................

κάθε αναγνώστης και βρυκόλακας
πίνει μελάνι και ξυπνά
σα δυναμώσει
τον δάσκαλό του αδίστακτα
σπεύδει να σκοτώσει

Αγνώμονες!
φονιάδες όλοι και νεκροί
να η ζωή μας...

Monday, August 26, 2013

Μεταμορφώσεις



Άλλος ένας χρόνος
χωρίς το κάτι θαυμαστό
-έκρηξη λαού, μια τρομερή ανακάλυψη
ή έστω μια απρόβλεπτη έκλειψη του ήλιου-
δραστική -όποια και νάναι- αλλαγή
που θάβγαζε απ' τη ροή του το ποτάμι
-μια τέτοιου είδους εκτροπή
θα ήταν κάτι μαγικό
γιατί απ' τη ρουτίνα
θα μας είχε βγάλει-

..................

Από την άλλη όμως
δεν πέρασε για μένα έτσι o καιρός
αφού κατάφερα να γράψω ένα ποίημα
δεν είναι έπος, δεν είναι καν ωδή
-στη βαριά σκιά οπωσδήποτε
του ''Άξιον Εστί''-
μίας σελίδας ποίημα που όμως προσπαθεί...

Μικρό και ταπεινό, που επιμένει
σαν κερί φιλότιμα να καίει
φωτίζοντας μια μεταμόρφωση αργή
τέτοια που λέω...

''Γύρω μάλλον, δεν έγιναν πολλά
μα χαμένος ο χρόνος μου δεν πάει
ένα ποίημα που έγραψα κρυφά
μέσα μου είναι και πονάει

κι αφού αθόρυβα μεταμορφώνομαι εγώ
έτσι κι ο κόσμος μυστικά μπορεί ν' αλλάζει
δεν είναι ίδιο στο ποτάμι το νερό
κι ας ίδιο όταν κυλά, μπορεί να μοιάζει''

Thursday, August 15, 2013

Ξέρξης



Τον Ξέρξη
χρόνια περιμέναμε
στ' αλώνια να βρεθούμε

-σ' αυτήν την άνυδρη εποχή
μαζί του μια αναμέτρηση
λίγο δεν είναι
κι ας μοιάζει τόσο ανέφικτη
η νίκη-

Όμως ο βάρβαρος στο φως
ποτέ δε φανερώθη.

...................

Μήπως στο κάμα της ζωής
-μικροί εμείς και φαντασμένοι-
δε λογαριάσαμε σωστά
κι ήταν ατόφια τρέλα
να περιμένουμε τέτοια τιμή
τόσο μεγάλη μάχη;

ή μήπως κάτι πιο οικτρό
και τραγικό συμβαίνει;

...................

Παροπλισμένος τώρα
ανίκανος για πόλεμο
και σκουριασμένος
-μα πιο σοφός τουλάχιστον
μέσα σε τόση σκέψη-
μια υποψία κουβαλώ
για τον πανούργο Ξέρξη...

Μέσα μας να κρύβεται!
Να κατοικεί εντός μας!
Και από κει ηγούμενος
να ρίχνει ό, τι χτίζουμε

με πάθη και καμώματα
τον κόσμο να συντρίβει



Αύγουστος 2013


Στα ισπανικά σε μετάφραση Δανάης Ταχταρά:

Jerjes

A Jerjes
años esperabamos
para encontrarnos en los ejidos

―en esta árida época
un enfrentamiento con él
no es poca cosa
pese a que la victoria
parezca inalcanzable―

Pero el bárbaro a la luz
jamás apareció.

.......................

¿Acaso en la fatiga de la vida
―pequeños nosotros y presumidos―
no calculamos bien
y la locura era pura:
esperar de él tal honor,
una batalla tan grande?

¿o acaso algo más penoso
y trágico ocurre?

......................

Desarmado ahora
para la guerra inútil
y oxidado
―pero más sabio al menos
dentro de tanta reflexión―
una sospecha llevo
para con el astuto Jerjes...

¡Se esconde dentro de nosotros!
¡En nosotros habita!
Y desde ahí liderando
derrumba todo lo que construimos

con pasiones y artimañas
el mundo derrota.

Wednesday, February 13, 2013

Του ήλιου το προμάντεμα





Σα που κοπά
ζει η καταιγίδα
πουλιά κρυμμένα
του ήλιου το προμά
ντεμα -ξέφρενα,
όλα μαζί-
λαλούνε μεθυ
σμένα

Tuesday, January 22, 2013

Η πληρωμή του κυρίαρχου


Περίμενες να μείνουμε τόσο γρήγορα μόνοι
χωρίς θεούς και ιερά
αφού όλα τα σκότωσε η θλίψη
με κάτι αγάλματα μισοθαμμένα τριγύρω
ειρωνικά, απαθή
καθώς ρωγμές αόρατες εισβάλλουν στο κορμί τους
να βρούνε τόπο μέσα τους, πράσινα βρύα

Φαντάσου εμείς λοιπόν οι ευάλωτοι.
Μονάχα ο Διόνυσος ακούγεται εδώ να γελά
σ' αυτήν την τέφρα της πλάνης

...........................

Δεν είναι μακριά η πληρωμή του κυρίαρχου
θα γεμίσουν λειχήνες οι δρόμοι
άγριοσυκιές τα σαλόνια μας
κλαριά θα ξεμυτίζουν από τις στέγες
αδηφάγοι τερμίτες θα τρώνε τους στίχους
και τα βουνά των χαρτονομισμάτων
στα κλειδωμένα ακόμη θησαυροφυλάκια
στις αυλές μας -εκεί που κούνιες στήναμε
και παίζαμε με τα παιδιά μας-
ιαγουάροι θα περιφέρονται
και μαύρες λέαινες

τα κόκκαλά μας σε χέρσα σπαρμένα
πάνω τους πράσινες σαύρες
θα διαλαλούν τη νίκη τους
θα διαλαλούν την εκδίκηση

Friday, October 19, 2012

Οι κραταιοί

Γιατί εμείς
της ημέρας οι φοβεροί κραταιοί
τις νύχτες την αγάπη ικετεύουμε
όταν τη σιδηρά αποθέτουμε πανοπλία
κι απορημένα
τον φόβο μας κοιτάζουν τ' αστέρια

Saturday, August 25, 2012

άδοξη ειρήνη

Άντρες που ξέμειναν εδώ
που δεν ξεκίνησαν ποτέ
για κάποια Τροία
δεν έχουν να πληρώσουν τη ΔΕΗ

και δε διαφέρει αυτή η πληγή
απ' τις πληγές ενός Διομήδη
ενός Μαχάονα, τίποτα-







Thursday, July 26, 2012

Στον Περικλή Γιαννόπουλο


Γυμνός, σε άλογο λευκό
στη θάλασσα εισχωρείς περήφανος
ανένδοτος, γεμάτος φως
-που όσο επιμένεις να βυθίζεσαι
τόσο τυφλώνει-

κι αντί
μετά του πιστολιού τον κρότο
πλάι να γείρεις πέφτοντας,

φτερά στους ώμους σου
αστράφτουν μονομιάς
που απλώνουνται θαμβωτικά
με σπαρταρίσματα, καθώς
την πτήση δοκιμάζουν
για εκεί που ανήκεις
στο απέραντο!...
μ’ όλους μαζί τους εκλεκτούς,

μακριά απ' την πόλη αυτήν τη μίζερη
που οι ζωντανοί -με τρύπες κόκκινες
καταμεσής του στήθους-
ποδοπατούν των λόγων σου
την απλωμένη γύρη

ωχροί και άβουλοι
ωσάν πνιγμένοι



27 Ιουλίου 2012

Tuesday, May 22, 2012

ανοιχτά της Αυλίδας

(ή άλλως
αποχαιρετισμός στην εφηβεία)


Καθώς για την κατάκτηση κινάς
μιας άλλης Τροίας
στη μέθη ωραίου πρωινού
κι ενός αέρα λυτρωτή
που μ' αλαφράδα μαγική
σπρώχνει αγόγγυστα τα πλοία,

αμήχανος ανάμεσα
στ' αστραφτερά σου όπλα
δοσμένος σε μιαν αμφιβολία όλο χρυσόφως
όπου φυλάς, νωπές ακόμη συγκινήσεις

-μιας καστανής την αγκαλιά
και τα φιλιά τ' αστέγνωτα
κρυμμένα στο λαιμό και τη μασχάλη
της ανθισμένης λεμονιάς αγαπημέ
νο θρόισμα, σιμά στο παραθύρι
την ταραχή της μάνας
με το ξερό στα χέρια της ζυμάρι
και του πατέρα τη σιωπή
που όλα τα λόγια έπνιξε του χωρισμού
μέσα σε βλέμμα άτρεμο
κι αντρίκιο-

ταξίδι ολόφρεσκο
καθώς κοιτάς τα πρόσωπα συντρόφων
που κάθονται στη κουπαστή
ωραίοι και άφρονες
από τις υποσχέσεις ενός πολέμου νικητή
που λάφυρα και δόξα θα τους φέρει,

καθώς κινάς λοιπόν για μια άλλη Τροία
τα μάτια στρέψε τελευταία φορά
σε τούτη που άνθισες, ακτή

ίδια ξανά δε θα τη δεις
καθώς ανάμεσα
ίσκιοι θα μπούνε, απώλειες
και απουσίες τόσες…



Μάιος 2012

Monday, May 14, 2012

το θερμοκήπιο


-Στο θερμοκήπιο που ξάφνου
ξεχαρβαλώθηκε η σκεπή
κι ελεύθερα η βροχή λυσσομανάει
δες τα φυτά τα εμβρόντητα
πώς τρομαγμένα
θροϊζουνε στις γλάστρες-

Απέναντι σε άνεμο θρασύ
ευέξαπτο
που αγέρωχος κινάει από το χιόνι
μπουμπούκια καψαλίζοντας στο διάβα του
και φύλλων άκρες
εξαρτημένα απέναντι φυτά
που τρέμουνε
την ειρωνεία της πάχνης

επιθυμούν ξανά στοργή
σπαρακτικά ζητούν το χέρι
εκείνου που κείτεται νεκρός
σιμά στις ροδαλές
και ντροπαλές μπιγκόνιες



14 Μαίου 2012

Thursday, May 10, 2012

τα αγάλματα



Μετά απ' τον χτύπο
της τελευταίας καμπάνας
από τα βάθρα κατέβηκαν
της πόλης τ' αγάλματα...

Σε άλογα χάλκινα
με όπλα στα χέρια
βιβλία και ξίφη
γυρεύουν τη θάλασσα
-διάτρητα από λύπη
και σφαίρες γαζωμένα-

..................

Ορδές αγαλμάτων
απ' όλους τους δρόμους
αγγίζουν τη θάλασσα...

Βουλιάζουν
μέχρι που χάνονται
αφήνοντας πίσω
πόλη τυφλή

ασάλευτη θάλασσα
με φεγγάρι λουσμένη
και αίμα



10 Μαϊου 2012

Wednesday, May 2, 2012

φιλί


Μελάτο σύκο ανάμεσα στα στόματα
των κορμιών ο Άυγουστος γινώνει
είναι η αρχαία πείνα
τα χείλη μυστικά σιμώνει
προς τον καρπό, που ξάφνου χάνεται
και χείλη ακουμπούν
αντί γι' αυτόν
τα χείλη


2000

Tuesday, April 3, 2012

Παραδοχή



Πίσω από κάθε όψη, κάτι πιο δυνατό
ένας ίσκιος από σίδερο
που όμως πονά και σκουριάζει
μέσα στου ήλιου την πυγμή
και τη θλίψη

ή ένα λουλούδι, πίσω από κάθε όψη
που αντέχει καθημερινά τη φθορά
όνειρα από άπιαστο φως, ακατά
παυστα πλέκοντας

γιατί μπορεί οι ρίζες
στο χώμα μυστικά να ελίσσονται
για να πάρουν ζωή
μα τα χαμόγελα, τη λήθη ζητούν
και ανθίζουν στην πλάνη

τόσο,
που το κόκκινο αίμα το δυνατό
το ίδιο πολύτιμο με ένα εικόνισμα
και η ζωή φτωχή
χωρίς εκείνο το μετέωρο παράθυρο
ψηλά
καταμεσής, του γαλανού ουρανού




Απρίλης 2012