Thursday, December 24, 2015

Το μυστικό

Αν είχαμε βρει το ακριβό το μυστικό
μέσα στην ποίηση
θα είχαμε σταματήσει να γράφουμε

για να μας βλέπεις ακόμη εδώ
σ' αυτό το σκοτεινό ορυχείο
μαυρισμένους, σκονισμένους
με κείνη την κηλίδα στο βλέμμα
του μεγάλου γυρισμού
πάει να πει
πως ακόμη γυρεύουμε...

Saturday, December 19, 2015

Ανοπαία οδός



                                   - ψυχές μαραγκιασμένες από δημόσιες αμαρτίες-
                                                                                          Σεφέρης


Κανείς δεν ξεκινά τη ζωή του για να γίνει
ένας Ιούδας, ένας Εφιάλτης
ποιος αντέχει το βάρος μιας τέτοιας μοίρας
όμως αχαρτογράφητη η ατραπός Ανοπαία
χωρίς ταμπέλες και σκυλιά προειδοποίησης

είναι που σταθήκαμε αφελείς
επιρρεπείς στα λόγια και την κολακεία
κι έπειτα δεν είχαμε τίποτα να χάσουμε
κάνοντας παρέα μ' αυτούς τους ξένους
που όλο γελούσαν, μας χάιδευαν τ' αυτιά
και μας θάμπωναν με τα ωραία τους δώρα
η ζωή φάνταζε όμορφη κι εμείς ξαφνικά ισχυροί
σα θεοί του Ολύμπου, που βλέπαμε κάτω
μυρμηγκοφωλιές τα χωριά των ανθρώπων
είχαμε ωραίες για τον κόσμο ιδέες
και μιαν ευφορία πρωτόγνωρη
σαν ουράνιοι αρχιτέκτονες
νομίζαμε πως είχαμε άλλο
από τους άξεστους αίμα
γεννημένοι απ' τη μεριά των δυνατών
αθώοι ως τα μύχια, χωρίς τύψεις...

όμως ένα πρωί ξυπνήσαμε και είχαμε χάσει τα πάντα
γύρω ερείπια, ψυχές βλογιοκομμένες, αυτόχειρες
και αλυσοδεμένοι που έκλαιγαν νοσταλγώντας
λίγη απ' την παλιά χαρά κι ελευθερία
τότε μονάχα καταλάβαμε,
πως η οδός που είχαμε πάρει
ήταν η καταραμένη ατραπός Ανοπαία
και μεις διόλου όπως νομίζαμε -ιδρυτές
ενός κόσμου νέου- μα απλά κούκλες
με νήματα στα πόδια, τα χέρια, τα χείλη
εξωμότες, που είχαμε φέρει εδώ
άτιμους ξένους
καταδικάζοντας την πόλη
σε αιώνια απελπισία

σκυφτοί, μπερδεμένοι σαν ψάρια στα δίχτυα μας τώρα
στοχαζόμαστε το μέγεθος αυτής της τεράστιας πλάνης
μα ήμαστε τόσο ανήμποροι, για οποιαδήποτε ανατροπή
δεν έχουμε την τόλμη ούτε μιας έντιμης απολογίας
και η συκιά τσακίζει τα μάτια μας
γιατί αγχόνη θυμίζει

σωπαίνουμε τώρα
κλεισμένοι ερμητικά στα σπίτια μας
νιώθοντας για πρώτη φορά, πόσο πικρά
πόσο πικρά, είναι πραγματικά τ' αργύρια...

Tuesday, December 8, 2015

Η ψαρόσουπα


ή άλλως...

ο Πύργαρης μάγειρος

(σατιρικόν-αυτοσαρκαστικόν)

.
Ο Πύργαρης πεθύμησε, κάποτε μία σούπα
χειμώνας ήταν θάπινε, μαζί και καμιά κούπα
από νωρίς ξεκίνησε για να την ετοιμάσει
πατάτες, κοκκινόψαρα και τα λοιπά να βράσει
-Σήμερα μαγειρεύω εγώ, δρόμο απ' την κουζίνα
θα είναι όλα μια χαρά, φύγε κυρία Μίνα!

Παίρνει εκείνη τον καφέ, πηγαίνει στο σαλόνι
τον άντρα της θαυμάζοντας, που ''όχι'' δε σηκώνει
''Πώς τούρθε έτσι ξαφνικά, άσπρη ποδιά να βάλει
και του μαγείρου το σκουφί, απάνω στο κεφάλι;''
Όμως δεν έχει η κυρά, παρά να περιμένει
το έργο του συζύγου της! άλλο απ' αυτό δε μένει...

Πέφτει ο Γιώργης στη δουλειά, καρότα καθαρίζει
εδώ είναι τα σέλινα, εδώ είναι και το ρύζι
την κατσαρόλα γέμισε με καθαρό νεράκι
και της κουζίνας άναψε, το δεξιό ματάκι
δάκρυσε λίγο πούκοψε τα τέσσερα κρεμμύδια
μα γρήγορα του πέρασε, δεν ήταν δα και φίδια!

Τα υλικά του έριξε, μόλις που πήρε βράση
θάφτιαχνε σούπα σήμερα, θ' αγάλιαζε η πλάση!
Θα γίνει από το τίποτα μάγειρας αστέρι
αχ Θε μου ξέχασε ο χαζός, να ρίξει το πιπέρι!
Τα φρέσκα ψάρια φυσικά, θα βάλει προς το τέλος
να του πετύχει και τ' αυγό, για να μη γίνει Οθέλος

..............................................................

Ώσπου ήρθε η ώρα κάποτε, της κρίσης η μεγάλη
ο Πύργαρης καμάρωνε σα νάταν μανουάλι!
Όλοι λοιπόν μαζεύτηκαν γύρω απ' το τραπέζι
της θεσπεσίας τέχνης του, να πιουν το πετιμέζι
απ' έξω είχε καταχνιά και έβρεχε καμπόσο
για σούπα ωραίος ο καιρός! ''ώρα να ντερλικώσω!''

Από τις πρώτες ρουφηξιές, κατάλαβαν την πλάνη
του μάγειρα που ανθρώπου νους, καθόλου δε τη βάνει
κάτι στη γλώσσα πείραζε, κάτι στο λάρυγγά τους
και τίναι αυτά που πλέουνε στα πιάτα τα δικά τους;
Τάκανε όλα τέλεια! μαγείρεψε με ζέση!
μα απ' τα ψάρια ξέχασε, τα λέπια ν΄αφαιρέσει!!!


Thursday, December 3, 2015

του ζευγά




Η ώρα ήρθε! φύγαν οι ζεστοί οι μήνες
δυο μέρες έριχνε ποτιστική βροχή
κρώζουν στον βορρά οι χήνες
καιρός να σμίξει με το χώμα το υνί!

Ώρα τον έρμο κάμπο να γυρίσω
με το αλέτρι μου και με τη μοναξιά
τη γη απ' άκρη σ' άκρη να μαυρίσω
έχοντας παρέα τα πουλιά

χαμοπετούν τριγύρω τα καημένα
τσιμπολογούν στο αυλάκι λιχουδιές
κοράκια, καρακάξες, ζαραβέλια
και σουσουράδες, τόσο δα μικρές

Ξωμάχος της ζωής κι εγώ εκεί!
υπομονετικά, μη χάσω τη σειρά
μαζί μου το προσφάι, το κρασί
δύναμη να πάρω και ξανά δουλειά!

Για να προλάβω! ο καιρός μικραίνει
νέφη συνάζονται στον ουρανό παντού
ούτ' ώρα, στιγμούλα δε μου μένει
ξεγνοιασιάς κι αναπαμού

Γιατί έχω στόματα να θρέψω!
τον σταυρό μου κάνω για καλή σοδειά
νύχτα στο σπίτι θα επιστρέψω
θάχουν κοιμηθεί, τα δύο μου παιδιά...

Κι όταν τη μάνα γη γεμίσω
με σπόρους και καντάρια φως
μονάχα τότε θα ηρεμήσω
στο τζάκι θα καθίσω ο φτωχός

ν' αναπαυτώ απ' της ζωής το αμόνι
να πω τις ιστορίες της γιαγιάς
τις νύχτες που θα πέφτει χιόνι
και θα λυσσομανάει  έξω ο βοριάς...


Saturday, September 19, 2015

Το ζαρκάδι



Είναι κάποιοι ίσκιοι
που δεν μπορείς να δεις
να πιάσεις, να μυρίσεις
να γευτείς

γκρίζες οπτασίες
που εμφανίζονται κρυφά
αργά το βράδυ


αλαφροπάτητοι
χωρίς φωνή
σαν άδεια ρούχα
που σαλεύουν φευγαλέα
στο σκοτάδι

υποψίες
κρυμμένοι κυνηγοί
που σε ξυπνάνε ξαφνικά
από ένα λάθος πάτημα
-και στην σκανδάλη
χάδι-

.................................

Όταν το φως ανάβεις
γύρω κανείς
του ρολογιού ο χτύπος μοναχά
μα στον καθρέφτη
έντρομο να σε κοιτά
ένα ζαρκάδι


Wednesday, July 1, 2015

Βαβέλ των Νάρκισσων


Να δεις που οι τόσες κουβέντες μας
χιλιάδες θα γίνουν μονόλογοι
θάχουν γκρεμίσει όλες οι γέφυρες
θάχουν σπάσει οι άλλοι καθρέφτες
κι ένα μουρμουρητό ακατάληπτο
-στην αφεντιά μας θυσία-
σαν καπνός, ψηλά θα πηγαίνει


τον εαυτό μας αποθεώνοντας
αργά θα βυθιζόμαστε
μέχρι για πάντα να χαθούμε
μόνοι, ωραίοι, δοξασμένοι...

.

Monday, June 8, 2015

Προμηθέας

.



 
Τι να κάμω μ' αυτή τη μνήμη τη σεπτή
που έπηξε πάνω μου αργά, έγινε βράχος
ασήκωτος στους ώμους μου που κύρτεψαν
για δες, εκεί που πίστευα θα βγουν φτερά 
τώρα έναν βράχο κουβαλώ -μα μήπως
ετούτος είναι τα φτερά μου;-

πάνω του ανάγλυφες μορφές, λησμονημένες
ανθρώπων πούζησαν και τώρα σκόνη
ζωγραφιές μισές κι αχνές σαν υποψίες
ακρωτηρια-
σμένα αγάλματα
χέρια παρακαλεστικά για δικαιώσεις
μία ατέλειωτη σιωπή  
μα πιο βαθιά εκλάμψεις, μυστικά
κι ένα πιτσούνι χνουδωτό
που καρτεράει κουρνιασμένο στην φωλιά
καμώμενο πως δεν υπάρχει

Τα γόνατα λυγούν
βαρύς ο βράχος πάνω μου
μα μέσα από τη βάσανο
βρίσκω το πρόσωπό μου

Πιο πέρα γύπες. Στέκουν στις αγριοσυκιές ψηλά
και μ' απειλούν βουβά, χωρίς να με κοιτάζουν
μα η βουή της άγνοιας στη πόλη
που απλώνεται φαιδρή μπροστά, με συνεπαίρνει
Δεν θέλουν ετούτη τη φωτιά που τη χαρά πληγώνει
περιφρονούν τη σύνεση σαν τα χορτάτα τα σκυλιά
που απωθούν το φαγητό σα δεν αρέσει
δίκαιο έχουν μα εγώ για ποιον, τούτον τον βράχο κουβαλώ
αν κατορθώσω να σταθώ ορθός, θα τον τινάξω
στην κατηφόρα να κυλήσει και να σπάσει

Σκόνη...
κι ύστερα αυτό το περιστέρι -ώριμο πια-
στην πόλη να γυρνά λευτερωμένο
σε στύλους, σε πλατείες, σε φθηνά μπαλκόνια
σαν μια μικρούλα ύπαρξη λευκή, που προσπαθεί
με τα θεριά κι αγριανθρώπους να τα βάλει...