Friday, August 26, 2011

ο αθέατος των συζύγων κόσμος



Όσοι υπέγραψαν
ευλογήθηκαν
κτήμα να τις έχουν για πάντα

Μα όταν ήσυχοι μακαρίως κοιμούνται
αυτές σε μουσκεμένα εσώρουχα ονειρεύονται
ν' αποδρούν από την άδικη
συρματόπλεκτη κλίνη

έτσι ιδρωμένες ιππεύουν άλογα φτερωτά
και μέσα σε έναστρους πετώντας ουρανούς
ξεπεζεύουν ξέπνοες, αλλόκοτες, τρελές
σε ξένα κρεβάτια
χωρίς όνομα

χωρίς πρόσωπο
εραστών



Monday, August 22, 2011

γδάρτης δελφινιών



Άσχημοι καιροί
πάνε οι δόξες οι παλιές
τα μεγαλεία
και οι καλές ημέρες

πέρασαν οι ευγενείς καιροί

τώρα
ακόμη κι ο Ελύτης
γδάρτης δελφινιών,
στης ανάγκης
το σταχτόπλωρο καράβι



-Tα σκοτεινά ποιήματα-

Τα κόκκινα λόγια





Όταν δεν έχεις να πεις
περίμενε την απονιά της βροχής

την υγρασία περίμενε
να μουλιάσει τους σπόρους

να ξυπνήσει ξανά η στοργή
και σα λουλούδια ν' ανθίσουν στον κάμπο
τα κόκκινα λόγια

Friday, August 19, 2011

η λίμνη



Πώς εγκλωβίστηκες στον βυθό αυτής της παράξενης λίμνης
ο πάγος ήρθε απρόσκλητος από ψηλά
και φίλησε τα πάντα μέχρι τα έγκατα

Εκεί που όλα μύριζαν ζωή
δεν είδες τις παράξενες γύρω σου χαραγματιές
σε κύκλωσαν αργά λευκοί κεραυνοί
μικροί και αθόρυβοι -σχεδόν ύπουλοι-
τόσο που δεν άκουσες τους τριγμούς
τόσο που δεν ένιωσες την θερμοκρασία να πέφτει
μέχρι που έπηξε γύρω σου το νερό
κι ακίνητος έμεινες σ' αυτή τη θέση
ολόγυμνος στον βυθό με το καμάκι στο χέρι
έτοιμος να χτυπήσεις τον στόχο
που λάμπει εμπρός σου ολόχρυσο ψάρι

-σαν κάτι όνειρα παλιά
που θες όσο τίποτα να τρέξεις, μα τα μέλη αρνούνται
ενώ η καρδιά πάλλεται μέσα σου ζεστή και κόκκινη
και το ατρόμητο ψάρι εκεί
ολόχρυσο, στραφταλιστό
τη καμακιά
το τελειωτικό χτύπημα κοροϊδεύοντας, περιμένει-

......................................

Θολό το τοπίο, γύρω σκιές και τα φύκια
που έχουν πάψει κι αυτά να σαλεύουν
τα πεταμένα από χρόνια σκουπίδια
-μπουκάλια, προφυλακτικά και σκου
ριασμένοι τενεκέδες-
κι αυτό το κρεβάτι που έχει πέσει κάπως λοξά
στην άκρη, της υδάτινης χαράδρας
και πάνω του ένα τρομαγμένο αγόρι
-ακίνητο κι αυτό, σαν κάκτος-
με μάτια κόκκινα, φλογισμένα
κρατώντας το χέρι μιας θεάς αγαπημένης
βλέπει να ροδίζει ντροπαλά η υποκρισία
κάτω από την διάφανη, τους δέρματός της μεμβράνη...

Κι ο ήλιος ψηλά, πολύ ψηλά
ένα κίτρινο πυρακτωμένο σίδερο, θολό κι αυτό
σαν πεθαμένη ελπίδα



Αυγουστος 2011

Wednesday, August 10, 2011

Κίρκη


Στην αμμουδιά
-που μερεμέτιζαν οι σύντροφοι
το πλοίο της φυγής-
καθόλου δεν εφάνη
μα ούτε στα παλάτια της.
μονάχος του τις ερημιές
αγρίμι αναμετρούσε
και τα καλέσματά της,
-για δείπνα, μουσικές
και τελευταίες αγκαλιές-
με πείσμα απωθούσε


ii

-Κι αν είναι εδώ η Ιθάκη μου;
κι αν είναι η Κίρκη
μια νέα Πηνελόπη;
Να, στα σκοτάδια κιόλας
-σα ζωντανός νεκρός-
ένας αγέννητος Τηλέμαχος
με λύπη με κοιτά,
και να τον αναστήσω
-καρπίζοντας τα σπλάχνα της-
με αγωνία περιμένει.
Μήπως να μείνω εδώ;
μήπως να δω κι εγώ έναν Τηλέμαχο
από μικρό να μεγαλώνει;
μήπως για πάντα να ξεχάσω
το εξοντωτικό
κι αμφίβολο ταξίδι;-

...................


iii

Αύγουστο όμως,
αποχαιρέτησε την Κίρκη…
ενέδωσε στης Πηνελόπης
το κάλεσμα το μακρινό
και στην οδυνηρή
του πρώτου Τηλεμάχου νοσταλγία
Έτσι κι αλλιώς, το ήξερε
-και μέσα στη δική της αγκαλιά
την μαγική της λήθη
χαμένος στα χρυσαφένια της μαλλιά,
στης ηδονής το ξέσπασμα
και στα γλυκά, σαν σύκα ώριμα
φιλιά- το ήξερε,
η Ιθάκη θάχε
το τελευταίο λόγο
σε τούτο το ταξίδι
Τώρα,
στη πλώρη στέκεται μισός

Όχι
δεν είναι εύκολο
να παρατάς μια μάγισσα
μια Κίρκη

……………………


iv

-Μα αλίμονο
ως λόγχη τρυγόνος,
σπόρος θανάτου στα σπλάχνα της
ήδη σαλεύει-



-Αύγουστος 2011-

Tuesday, August 9, 2011

χάος



Φεύγει το πλοίο, οι αιώνες, το καδράκι
η κουρτίνα ακόμη δε σάλεψε
Το λουλούδια στο βάζο
ζωγραφίζουν τη πιο τρελή φιγούρα
θυσίας και πάθους
Πρέπει να κοιμηθώ βολεμένος
στα στίγματα ενός μεγάλου ερωτηματικού
και το πρωί
να αφήσω τις Ερινύες
να καψαλίζουν την ηχώ τους πάνω στις στέγες
στα κεραμίδια σας

Κύπελλο η πατημασιά του Ιάσονα η ξυπόλητη
στις αμμουδιές της Κολχίδας
να πιούμε κρασί με ροδανθούς

ακμή η γυναίκα
όταν με το αιδοίο υγρό κι ανοιχτό σα τη λύτρωση
περιμένει ασθμαίνοντα τον άντρα
που παρατώντας στη σκισμένη πολυθρόνα το σακάκι
το πουκάμισο
-με το κουμπί να τρέχει και να νιαουρίζει στο πάτωμα-
σα λιοντάρι βρυχάται στα καπούλια της
αρπάζοντας το χάος απ' τα μαλλιά
και βροντώντας το αλύπητα
πάνω στο σκληρό, τεντωμένο του πέος

για να πλαντάξει το χάος
να σβήσει

Tuesday, August 2, 2011

να μη βραχώ



μα είπα να μη βραχώ
να μη βραχώ απ' αυτή τη πικροθάλασσα
να μείνω είπα, για πάντα έφηβος
να μην ηχήσω
να μην ηχήσω σαν όλα τα τζιτζίκια των καιρών μας
λυπημένα

σ' αυτό το κήπο
σ’ αυτό το κήπο της συμφοράς και της αγάπης
έκπληκτος ναι
δυστυχισμένος όχι