Tuesday, April 29, 2008

Ιησουίτες

Ήτανε τόσο δυνατός
που αν φυσούσε απαλά
ένα ανοιχτό βιβλίο
υποχωρούσαν οι αράδες
και τα γράμματα διαλύονταν
-σα νάταν γραμμένα όλα
από σκόνη-

Οι Ιησουίτες γι’ αυτό
να τον ξέρουν δεν ήθελαν
και ούτε
σε συνάξεις επέτρεπαν
ν’ ακουστεί τ’ όνομά του

-Στις μασχάλες μόνο
σφιχτά κρατούσαν
τα φτωχά τους βιβλία
μήπως εκείνος
κατά τύχη περάσει
και οι ιερές διαλυθούν
σκονισμένες τους σκέψεις-


(2008)
Από την συλλογή "Τα σκοτεινά ποιήματα"

Tuesday, April 22, 2008

Ο αμφίβιος

Για σένα ποιητή αμφίβιε, κάθε λευκή σελίδα
είν' ένα πέλαγο θολό και παγωμένο
γυμνός μέσα του ρίχνεσαι με την ελπίδα
να βρεις το λόγο το μεστό, το λατρεμένο

που περιμένει άφθαρτος στην άμμο του βυθού
το τολμηρό το βουτηχτή. Με τη πνοή του νου
και της ψυχής τη βρύση, θα τον αρμολογήσει
και φέρνοντάς τον στη στεριά τα μάγια θ' αφανίσει
μιας πολιτείας που ριγά, στα δίχτυα της αράχνης
κι από τη ψύχρα τρέμει της κρυσταλλένιας πάχνης

Αντρειωμένε ποιητή, μη τους αφήνεις να χαθούν
όσο κι αν δε το ξέρουν, προσμένουν τα τραγούδια
φωτιές σπείρε τα λόγια σου να ζεσταθούν
μη μαραθούνε της καρδιάς τους τα λουλούδια



(1995)
Από την συλλογή "μαθητεία"

Monday, April 14, 2008

Aνεκπλήρωτος έρωτας

Πόσο ακόμη
απέχει η τόλμη από το βήμα μου
ν'αποφασίσω
νύχτας μιας αποδημητικό ταξίδι
κάτω απ'των άστρων τη σιγή
πλεγμένος γύρω σου

φυτό αναριχώμενο σε άγαλμα
που τα φτερά ζυγιάζει
πριν απ'το καίριο πέταγμα
που θα με ξεριζώσει
και ξέψυχο μαζί
στους ουρανούς με πάρει

Θάναι γεναία η νύχτα
Σφιγμένος πάνω σου θα σιγοσβήνω
μεθώντας από σένα
κι από το σάλεμά σου
καθώς
σώμα θα γίνεσαι ζεστό
κάτω απ'τα φύλλα μου
τα στερεμένα

Ναι, θάναι γεναία η νύχτα
καθώς το άδειο μου από σε θάχει γεμίσει
καθώς το εκμαγείο σου θα γίνω και θα σβήνω
κι ο άριζος θα χάνομαι γλυκά στους στεναγμούς σου
πρώτη φορά αντικρίζοντας, θαμπά τους ίσκιους
που θα εγείρονται από τ'άνθη μου
σα μέλισσες τα μαραμένα
μην έχοντας πια πού να κρυφτούν
μην έχοντας πια, τίποτα μέσα μου να πιουν
οι ίσκιοι
που αλλού θα μ'οδηγούν
εσένα αφήνοντας να προσπαθείς
απεγνωσμένα να λευτερωθείς
απ'τα αισθήματα που σε τυλίξανε
και σε λατρέψανε
πυκνά ξερά κλαριά

-για δε μπορώ ν'αφήσω τις δυό σπάνιες
κι ανύποπτες αγάπες της φωλιάς μου
πώς ν'αφήσω
για μία νύχτα πλέρια
πώς να πετάξω τη ζωή-

Ο δαμασμός του έρωτα
με χαλινάρια σύνεσης
αυτό απομένει

-Κρυφά θα κλαίω
καθώς τα ήσυχα νερά
στο ακρογιάλι της σπηλιάς μου θα σε φέρνουν
πάλευκο σώμα κέρινο
που όσο θα ζω θ'αφήνεται
στο εσώτατό μου κύμα
με μια σπουδή στην όψη
ανεκπλήρωτου
φιλιού-


(1997)
Από την συλλογή "Ωραιοδίνη"


The unfulfilled love

How long
is the boldness from my step
to decide
overnight migratory journey
beneath the silence of the stars
braided around you

as a climbing plant on a statue
that its wings poises
before the critical flight
that will uproot me
and together spiritless
take me to heaven.

The night will be brave.
Tightened on you i will slowly burn out
drunk by you
and your wiggle
as
body you will become warm
under my deprived
leaves.

Oh yes, the night will be brave
as the empty me from you will be filled
as I will become your death mask and burn out
and me the rootless I will lose myself in sweet sighs of yours
first time facing, the dull shadows
which will arise like bees
from my withered flowers
no longer having a place to hide
not having any more, nothing in me to drink
the shadows
that will lead me somewhere else
leaving you to try
desperate to be free
of the emotions that wrapped you in
and adored you
dense dry branches.

-because I can not leave these two rare
and unsuspected loves of my rest
how can I leave them
for just one field night
how can I throw away life.

The rule of love
with reins of prudence
is all that remains.

I will secretly cry
as the calm waters
will bring you to the shore of my cave
fair and waxy body
that will be left as long as I live
in my innermost wave
studying the perspective
of an unfulfilled
kiss.


GEORGE PYRGARIS
μετάφραση: L. Ts.

Sunday, April 6, 2008

Κατερίνας Θάνου μονόλογος

Σιχάθηκα να κρύβομαι σε τούτο το κρεβάτι
τι μας κρατά κλεισμένους εδώ μέσα αδερφέ
σήμερα που θάπρεπε ολόχαρη
τα χέρια μου στον ουρανό να στρέφω
δε θέλω άνθρωπο να δω

Τις ιαχές θυμήθηκα
και τις αχτίδες
απ’ τη μεριά του Παρθενώνα
ολόχρυσο μελίσσι
στο στάδιο να ορμούν

Ποιο μυστικό
ποια ξαφνική πληγή
ποιο πόνου ηφαίστειο να ξύπνησε
κι οι δρόμοι εμπρός μου ανοίγονται ψυχροί

Πώς ξαφνικά εγίναμε τόσο μικροί
εμείς που τρέχαμε γοργόφτεροι στον ήλιο
Πώς το στεφάνι στο κεφάλι μας μαράθηκε
και κείνοι που στους ώμους τους μας σήκωναν
τώρα γιατί τόσο περίεργα σιωπούν

Σκάρτο θεμέλιο τ΄ ανάκτορό μας
Ψεύτικα όλα!

-Στα πλαστικά τεραίν, ξανά δε θα μας δουν
γιατί εμείς, στους όρκους απιστήσαμε
και νίκες κλέψαμε
και κάλπικα εφέραμε χρυσά

γιατί τους συμπολίτες μας πλανέψαμε
και χρόνια εξαργυρώνοντας
το δάκρυ τους το τίμιο
εφτάσαμε ψηλά

γιατί μια νύχτα
αντί στη μάχη πρώτοι να σταθούμε
εκρυφτήκαμε
χωρίς πανοπλία το λαό μας αφήνοντας
μπροστά στα βέλη των Περσών-


(Αύγουστος 2004)
Από την συλλογή "Χαιρετισμός"

Tuesday, April 1, 2008

Το άλογο

Αυτός το άλογο δε βίασε
Τον είδαν
να καμαρώνει το σε χέρσο σύνορο
και συμφωνία μυστική να ψιθυρίζουν
να τ' αρματώνει για ένα χερόβολο ζωής
-μερίδιο στο έπος-
με χαλινά, με σπίθες, μ' άροτρα

Μ' αυτό πορεύτηκε
-υπνόθωροι στην ίδια στέγη-
Τον είδαν
να θυμώνει του στην ανημπόρια
τους καπνούς
μα όταν άστραφτε από τρέμουλο
κι από παράπονο η φλέβα
με χάδι ανταμικό να ησυχάζει

Τον είδαν σα που έσβηνε
πέτρα να κάνει τη καρδιά
τα δουλεμένα χαλινά
αργά του άψυχου να λύνει
και φωτοστέφανο στη κεφαλή να του φυσά
κι ευγνωμοσύνη

Στο χώμα της αυλής του να το δίνει
όχι στους γύπες
γιατί μ 'αυτό πορεύτηκε
λιτά μ' αυτό πορεύτηκε σε καταρράκτη φωτερό
ο ακριβός νεκρός
ο μόνος οδηγός μου


(1997)
Από την συλλογή "μαθητεία"