Sunday, January 20, 2008

Οι ατελέσφοροι


Αυτός ο τόπος, δεν είναι τόπος μόνο ζωντανών
οι νεκροί
-προπαντός οι ηττημένοι νεκροί-
έχουν στις πέρα απλωσιές κατασκηνώσει
Μένουν εδώ, πεισματικά προσηλωμένοι
οι δικοί μας ασώματοι

Πέφτουν στο χαράκωμα τις νύχτες
ρίχνουνε ντουφεκιές
θαρρώντας πως τα βόλια τους οι στεναγμοί
σα στίφη θα περάσουν τη θολή γραμμή
για να χτυπήσουν
ό,τι εδώ τους νίκησε και άρχει ακόμη

-Αυτός ο τόπος
έναν βασιλικό φορά
καταμεσής του στήθους-

Με αίμα το όνειρο έντυσαν
και με φωτιά
σήκωσαν το πόδι ευθαρσώς ψηλά
τ΄ αόρατο να βρουν σκαλί
που στους κήπους των ουρανών θα οδηγούσε

όμως δε βρήκαν το σκαλί
-ούτε ποτέ κανείς-
τα τριχωτά ποδάρια τους, στο χώμα πέσαν πάλι
ζωγραφίζοντας ίχνη τα πέλματα
ανάκατα εδώ κι εκεί

Πέσαν κι αυτοί
γίναν αδέσποτα παράπονα
και μόνο την ύστατη στιγμή, που όλα λάμπουν
την λήθη είδαν τέρας φριχτό
πάνω τους νάρχεται
με τόνους κίτρινης σκόνης βουερής
έτοιμης να σκεπάσει
τις μάταιες των ονείρων εγκαθιδρύσεις
έτοιμης να σκεπάσει
των αθώων τα φάσματα

-Μα πότε σηκώθηκε ένα άτρωτο όνειρο
ποιος τόχτισε στου κάστρου τα ντουβάρια να ριζώσει
χωρίς να το σκοτώσει-

Δοσμένη στο βάρος η κίτρινη σκόνη
κάθεται πάνω στα μισά
κάθεται πάνω στα παράπονα
βυθίζει στην άμμο αφανισμένους καιρούς
κούφια οστράκια

-Κι εγώ της αβύσσου ποιητής
μ΄ όλα τα χέρια μου ψηλά
πλοκάμια στο χάος τεντωμένα
ικετεύω την έλευση της φοβερής κραυγής
του λυτρωμού
που τα χαμένα πάλι
κάτω απ΄ την άμμο θα σαλέψουν-

Αφού συνεχώς σκληραίνουμε θα γίνουμε αγάλματα!


ii

Νάταν η φλόγα της μνήμης που σύνεση γεννάει
νάσβηνε μια στιγμή
κι απ’ τις ραγισματιές του στήθους
να μη περνούσαν οι αρχαίοι στεναγμοί
μόνο η κάθε στιγμή να στάζει από τα μάτια
να σπάει το τσόφλι του μέσα μας αυγού
και ν΄ ανασταίνεται μικρό πουλί
που ακούγεται να περπατά πάνω στα σπλάχνα μας
καρδιοχτυπώντας αϊτός να γίνει…

-Σ΄ αυτό το τόπο
γλάστρες βασιλικών
και κυπαρίσσια λόγχες-

Μια κι η γαλήνη δε βολεύεται ποτέ
πάνω σε αίμα που κοχλάζει
πάντα εδώ θα φτάνουνε αντιλαλιές των στεναγμών
για νάναι πιο υποφερτές οι τρικυμίες

κι αφού συνεχώς σκληραίνουμε, αγάλματα
αγάλματα θα γίνουμε με άσπρα μάτια
αγάλματα μ΄ έναν αϊτό στα σπλάχνα

αγάλματα
που δε φαντάζονται πια κείνους τους κόσμους
μ΄ αγγελικούς ανθρώπους να πετούν γυμνοί
μακάριοι χορευτές
ούτε βιολιά πλανώμενα
να παίζουν μόνα τους εξαίσιες μουσικές
μόνο αδέξιους φαντάζονται χωριάτες
να πολεμάνε μάταια να μάθουνε χορούς
φαντάζονται τεχνίτες κουρασμένους και κυρτούς
μες στα μεσάνυχτα να φτιάνουνε βιολιά
και μουσουργούς με πυρετό
να στήνουν αυτί στον άνεμο
κλέβοντας νότες φάλτσες


(1987-1996)
Από την συλλογή "Χαιρετισμός"