Saturday, July 30, 2011

Μαύρο ρόδο



εικονική αυτοψία

Στα σκαλοπάτια ευρέθη
χέρια ανοιχτά και απλωμένα
μαλλιά να ρέουν στα σκαλιά
ολόξανθο ποτάμι
λαιμός,
μάλλον εξαρθρωμένος
τα μάτια γυάλινα
προϋπαντούν βουβούς
και ήρεμους αγγέλους
ως σύνολο, απέριττη
ρόδο μαύρο πεταμένο
εις την ακμή του επάνω
στον έντονο χρωματισμό
την πιο καλή του ώρα
η γόβα
-το μόνο σκόρπιο πέταλο-
παράμερα ριγμένη

...........


Η γιορτή

Ω μαύρο ρόδο!
ωραίοι σε επόθησαν
και τυχεροί, σε κράτησαν στα χέρια
μα πάνω που άναβε η γιορτή
με άγνωστη έφυγες...κυρία
μνηστήρες, απογοητεύοντας πολλούς
χωρίς όμως βαθιά ν' ανησυχήσουν
στη μέση εξ' άλλου η γιορτή
που θα κρατούσε χρόνια
άλλες θα είχαν νύχτες
και άλλες ευκαιρίες
για να σε κατακτήσουν
...σας είδαν στην εξώπορτα
πόθου φιλιά να δίνετε
νύχτα κινώντας άνομη,
λαθραία

.....................


Το έγκλημα


Νύχτα μοιραία!
Ω μαύρο ρόδο!
η μοναξιά σε ζήλεψε
σε πήρε απ' τη γιορτή
αυτή ήταν η κυρία!
αδίστακτα εχλεύασε
ανδρών επίδοξων τη προσμονή
και καρτερία
η άσπλαχνη σε γέμισε αηδία
σε πλάνεψε η άτεγκτη
με χάδι ακραίο,
μα πριν ακόμη έρθει η αυγή
κι αφού ηδονικά σε μύρισε για μια στιγμή
στα σκαλοπάτια σ' έριξε
ρόδο νεκρό κι ωραίο



-Μελέτη πάνω σε μια φωτογραφία-

Friday, July 29, 2011

ΕΞΟΔΟΣ


-χωρίς αποχαιρετισμούς-

Θα γυρίσω ξανά
όταν θα μ' έχουν ξεχάσει
στις παλάμες με ευλάβεια βαστώντας
το κεραυνό της ερημιάς

Θα γυρίσω ξανά
ενοχλημένος
από της αγοράς τους ανόητους ήχους
και των φθαρτών αγριμιών
τον ενθουσιασμό

Θα γυρίσω με το αίμα ευρύχωρο
τη συντριβή να χωράει
μα πράσινες θα λάμπουν ακόμα
οι φλέβες στα χέρια

Δε θα με γνωρίσει κανείς
θα συζητούν ανέμελα
οι παλαιοί μου φίλοι

Και θα καθίσω μόνος
σ' ένα άδειο τραπέζι
να παραγγείλω φωτιά

Ήσυχα θα τη πιω
το πάτωμα μονάχα κοιτώντας
που θάναι γεμάτο
σκοτωμένα πουλιά

Thursday, July 28, 2011

Η μούσα



Καθόταν στην άκρη του πιο επικίνδυνου βράχου. Κοιτούσε πέρα την ανάκατη θάλασσα, μη μπορώντας να ξεχωρίσει αν ήταν νύχτα ακόμα ή μέρα.
Εδώ κατοικούσανε χρόνια. Μα ένα βράδυ, εκείνη τον έπιασε να εκλιπαρεί την γαλήνη. Είχε δειλιάσει. Μόνο αυτό δε συγχώρησε στον ποιητή της. Γι' αυτό, μάζεψε τα ολόχρυσα δαχτυλιδάτα της μαλλιά που αγγίζανε το χώμα, έκρυψε κει τα μυστικά και τους ψιθύρους κι ανέμισε σα περιστέρι που πετά μα δε το βλέπεις...

Και τώρα εκείνος ξανάρθε. Και την θυμήθηκε. Τα λόγια της που μπερδεύονταν με τον άνεμο, τα σιωπηλά δάκρυά της πίσω από τους βράχους.
Πόσο τον είχε αγαπήσει!
Του τα συγχωρούσε όλα. Ακόμη κι όταν εκείνος χανόταν στους δρόμους, όταν μεθούσε σε θορυβώδη μπαρ, αγκαλιάζοντας γυναίκες ανθρώπινες και μπερδεμένες.

Καθόταν στην άκρη του πιο επικίνδυνου βράχου. Ο άνεμος δυνατός. Οποιαδήποτε στιγμή θα μπορούσε να πέσει. Μα παρέμενε όρθιος, ανάμεσα σ' αυτό που δε φαινότανε για νύχτα ή για μέρα.
Την είχε χάσει.
Την όμορφη νεράιδα που του ψιθύριζε τραγούδια. Κοίταξε πέρα το ξερονήσι που ανέβαινε απότομα ψηλά και δε πατούσε ανθρώπινο πόδι. Μονάχα γλάροι είχαν φωλιές στις χιλιάδες τρύπες του.
Έφερε στο μυαλό του τα χρόνια που έζησε χωρίς αυτήν. Είχε γίνει ρεαλιστής, κορόιδευε τα ποιήματα και τα γραφτά του. Ξυπνούσε και κοιμόταν σε καθορισμένες ώρες και σε καθορισμένες ώρες διασκέδαζε μετρημένα.

Άκουσε πάλι το πέταγμα της φυγής της. Ένα περιστέρι που πετά απαλά μέσα στη νύχτα. Την θυμήθηκε πανέμορφη να κάθεται πάνω στους βράχους και να πλέκει περιδέραια από κοχύλια. Του έφτιαχνε περιδέραια, ακόμη κι όταν εκείνος έκανε έρωτα με άλλες, ακόμη κι όταν σήκωνε τα μανίκια του και έπλενε τα πιάτα στον νεροχύτη.
Καμιά φορά, έκλεινε απότομα την βρύση, γυρνούσε προς τους βράχους που βρισκόταν εκείνη και της φώναζε...
-Φύγε! δε γίνεται ν' αγαπήσει άνθρωπος νεράιδα!
Αυτή χαμογελούσε. Ο άνεμος έπαιζε με τα μαλλιά της -πόσο μικρή έμοιαζε όταν ο άνεμος έπαιζε με τα μαλλιά της- και εκείνος έφευγε θυμωμένος, βροντώντας πίσω του τη πόρτα.
Όταν επέστρεφε, την έβρισκε κλαμένη. Δε της μιλούσε τότε. Μόνο ξάπλωνε δίπλα της και παρατηρούσε τα χέρια της που συνέχιζαν να πλέκουν περιδέραια από κοχύλια. Πόσα τέτοια δεν είχε πλέξει! Μετά γυρνούσε και του τα φόραγε κι ας ήξερε, πως αν χτυπούσε το κουδούνι κι έρχονταν επισκέπτες, εκείνος θα σηκωνόταν απότομα, θα τραβούσε απ' το λαιμό του τα περιδέραια και θα τα πετούσε στο τοίχο, με τα κοχύλια να σπάνε και να σκορπίζουν στους βράχους...
-Φύγε! Δε γίνεται ν’ αγαπήσει άνθρωπος νεράιδα!

Κάποιες φορές δεν άνοιγαν σε κανέναν. Κι ας χτυπούσε το κουδούνι. Τότε έγραφαν στίχους. Μπορούσε να γεννήσει πανέμορφους στίχους εκείνη, μα επειδή δεν είχε την δικιά του ματαιοδοξία, τον διόρθωνε μόνο, όταν εκείνος έγραφε κάτι πολύ ανόητο. Όταν όμως θυμόταν κάποια ωραία θνητή και προσπαθούσε να γράψει γι' αυτήν, η νεράιδα σηκωνόταν και χανόταν στους βράχους.
-Είσαι ζηλιάρα! της φώναζε και πετούσε τη σελίδα στη θάλασσα.
Την περίμενε κι όταν αυτή δεν ερχόταν, έπιανε το παλτό του και χανόταν στη πόλη.

Επέστρεφε συνήθως αργά και λίγο μεθυσμένος κι εκείνη έτρεχε κοντά του. Έπλεκε τα χέρια της στο λαιμό του και σηκωνόταν να τον φιλήσει, όχι τόσο για να τον φιλήσει, όσο για να δει αν έχει στο γιακά κραγιόν ή αν μυρίζει γυναικείο άρωμα.

Άκουσε πάλι το πέταγμα της φυγής της. Ένα περιστέρι που πετά απαλά μέσα στη νύχτα. Ξεκούμπωσε το πουκάμισο και το πέταξε. Έβγαλε τα παπούτσια, τις κάλτσες. Απόμεινε γυμνός στην άκρη του πιο επικίνδυνου βράχου.
Η βροχή άρχισε να πέφτει ξαφνικά. Ρυάκια πάνω του, στα μαλλιά, το πρόσωπο, το στήθος, τους μηρούς.
Άκουσε πάλι το πέταγμα της φυγής της...

Πήρε μια πετσέτα και την έφερε στο πρόσωπό. Έμεινε ώρα έτσι. Όταν σκουπίστηκε και άνοιξε τα μάτια, βρισκόταν μπροστά στο μεγάλο καθρέφτη του δωματίου. Η κουρτίνα, σάλεψε λίγο από το δροσερό αεράκι της ανοιχτής μπαλκονόπορτας. Από μέσα, άκουσε τις σιγανές ομιλίες των δυο του παιδιών, που έπαιζαν ήσυχα στο σαλόνι…



1996
-Από την συλλογή ''ΩΡΑΙΟΔΙΝΗ''

Saturday, July 23, 2011

ανάσα πέμπτη



v

Όμως εμείς,
μυρωδιά από χώμα κι από θαύμα
σε τούτες τις κοιλάδες προχωράμε
μ’ όλες τις ρίζες πλανταγμένες για νερό

Τα σήμαντρα που πλάσαν οι πατέρες
με χέρια που άγγιζαν τη λάβα της γης
μας καλούν
να κρατήσουμε ψηλά τη ζωή μας
ψηλά τη καρδιά μας
ψηλά
γιατί ο φόβος
είναι μικρότερος απ’ τον θάνατο
και καταράκτης ο πόθος, λευτερωτής


ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΣΕ ΠΕΝΤΕ ΑΝΑΣΕΣ (5)

Friday, July 22, 2011

Με το αηδόνι



Θάρχονται και θα ξανάρχονται οι εχθροί
αυτός ο πόλεμος ποτέ δε τελειώνει
κι αν λιποψυχήσαμε για μια στιγμή
ξανά εδώ
να παραβγούμε με τ’ αηδόνι!


.

φεγγαραύγουστος



Νυχτερινά λουλούδια εμείς
στου φεγγαραύγουστου τ' ακροθαλάσσι
δε καρτερώ
παρά τις ασημένιες στιγμές

σα πεταλούδες θάρθουν ελαφροπετώντας
στου φεγγαραύγουστου τ' ακροθαλάσσι
δε καρτερώ

παρά τη γύρη στη παλάμη μου
καθώς το πρόσωπό σου τρέμοντας
πρώτη φορά λουλούδι μου
θ' αγγίζω...



-Από την συλλογή ''μαθητεία''-

Friday, July 15, 2011

Λέαινα


Αγέρωχη
και μελαγχολική
πανέμορφη, η λέαινά μου
μια καστανόξανθη απειλή

Aιθέρια
στο μαύρο φόρεμα
κι απόκοσμη
-σα ξάφνου να ξεπήδησε
στης πόλης το φανάρι,
μεσ' από ποίημα
του Μπωντλαίρ-

Κισσοί στα πόδια τα χυτά
υπέροχα σανδάλια

…………………

Στητή
ελαφροπάτητη στις φυλλωσιές
και ευωδιές της νύχτας
καραδοκεί
ηδύπαθη

και απειλεί,

με πόθου στεναγμούς
με μυστικά
με χάδια και αναπαμούς
και μια πλεξούδα όνειρο
που ανέμελη πλέ
κει στα μαλλιά,

μια για πάντα τη καρδιά μου
να σπαράξει η λέαινά μου
απειλεί

Friday, July 8, 2011

κλεψύδρες


Αναστεναγμοί
κι ερωτηματικά
κεντίδια στα σεντόνια σου

Αόρατο χέρι τρυπάει τους καιρούς και σε χτενίζει
μα η ζεστή του αύρα με λύπη σε γεμίζει
γι’ αυτά που έχασες
και πάλι συναντάς
τα καταδικασμένα

Μήπως δεν ήσουν η Ελένη
η Μήδεια, η Εκάβη
μήπως δεν ήσουν της Εστίας ιέρεια
η πάντοτε μητέρα κι ερωμένη

χίλιες δεν άνθισε η ομορφιά σου
χίλιες δε βασίλεψε
και τώρα πάλι

της σύνεσης τον φράχτη δε πηδάς
να μ’ αντικρίσεις
κουρασμένον νάρχομαι απ’ της ζωής τον δρόμο
σαγήνη εκπέμποντας επιδόρπιας πείρας
μετά του πρώτου μου αλαφιασμού το δείπνο

άκου

κλεψύδρες τα δάχτυλα
και φεύγουν τα σώματα
το χώμα φωνάζω
με χίλια ονόματα
κι ώσπου να λάβω
γίνομαι χώμα



Από την συλλογή "Ωραιοδίνη"

Wednesday, July 6, 2011

Γιασεμί


Τη πρώτη φορά που την είδα, μύριζε γιασεμί.
Κι όποιος δεν έχει μυρίσει γιασεμί τις μέρες που ανθο
βολεί, δε ξέρει τίποτα.
Στην αρχή νόμισα πως αναδύθηκε σαν οπτα
σία, μέσα απ’ αυτή την ευωδιά.
Όμως ήταν ανθρώπινη. Όπως σε βλέπω και με βλέπεις.
Ίσως πουλούσε χαϊμαλιά πιο κάτω στην αγορά και
ξαφνικά με είδε

Δεν είχα δει ομορφότερη. Ούτε ποτέ ξανάδα.

Άρχισε να ανεβαίνει τα λιγοστά σκαλιά που μας χώριζαν.
Με κοίταζε σα να με γύρευε αιώνες.
Αν δε σ’ έχουν κοιτάξει έτσι, δε ξέρεις τι θα πει πραγματικός φόβος.
Πώς θα ξεφύγεις από μία γυναίκα που σε γυρεύει αιώνες και ξαφνικά
ολοζώντανο σε βλέπει μπροστά της;

Πανέμορφη. Αν δε την είδες, δε ξέρεις τι θα πει πραγμα
τική ομορφιά. Όχι δε ξέρεις.

Είχε μέσα της μια έξαλλη ερωτική δύναμη.
Δεν είπε τίποτα. Μονάχα με πλησίαζε
Με πλησίαζε κι είχα την αίσθηση
πως από στιγμή σε στιγμή, θα χαθώ στο πιο μαγικό,
στο πιο φαντα
στικό φιλί
που έχει νιώσει ποτέ άνθρωπος...

Ήρθαμε τόσο κοντά, που
ένιωσα να με αγγίζει η άκρη του φουστανιού της.
Μα εκεί που ετοιμάστηκα να την γευτώ, φανέ
ρωσε από το κόρφο της ένα μαχαίρι.

Ένα ολόχρυσο, αστραφτερό μαχαίρι.

Δε ξέρω από πού το έβγαλε. Ίσως να το κρατούσε απ’ την αρχή,
μα η ομορφιά της ήταν τόσο απόλυτη, που δεν το πρόσεξα.
Δε κουνήθηκα απ’ τη θέση μου.

Χαμογελώντας σα να με ήξερε από πάντα, σα
να ήταν σίγουρη πως αυτό ήθελα, με το ένα χέρι μ’ αγκάλιασε
και με το άλλο βύθισε το μαχαίρι της μέσα μου...
Και πάλι… Και πάλι…

Απ’ τις πληγές ξεπηδούσαν πουλιά
και αστραφτεροί στίχοι που αιωρούνταν
και πετούσαν τριγύρω μου κελαηδώντας
και ιριδίζοντας.

Πέρασα μαζί της καιρό.

Οι μαχαιριές είχαν μια πικρή γλύκα και άφηναν μια αίσθηση
πως ζω κάτι μοναδικό
που λίγοι μπορούν να κατανοήσουν…


………………………


Την είδα χρόνια αργότερα. Ήταν ακόμη όμορφη.
Μα κάτι είχε χάσει. Την λάμψη που ακτινοβολούσε
στο πρόσωπό της, σαν φωτοστέφανο… ή σαν
την ιερή της έφηβης αμαρτία.
Οι στίχοι, ακόμα κι όταν μου χαμογελούσε και με μαχαί
ρωνε με τον ίδιο τρόπο, δεν έβγαιναν από μέσα μου.
Απ’ τις πληγές, έτρεχε σκέτο αίμα.

Πέταξε θυμωμένη το χρυσό της μαχαίρι.

«Αφού έγινες σαν όλους τους άλλους» μου είπε
«θέλω να το κάνουμε!»
και με τράβηξε με βία κοντά της….
Της γύρισα τη πλάτη και έφυγα, ενώ από τις πληγές μου
συνέχιζε να τρέχει ζεστό, κόκκινο αίμα.

Μπήκα στο πρώτο νοσοκομείο που βρήκα μπροστά μου.
Έπρεπε τώρα να συνηθίσω να ζω σαν άνθρωπος.
Έχοντας μέσα μου μόνο αίμα.

Από τότε, όταν μυρίζω γιασεμί φεύγω.


…………………


Κι όμως
Έχω πάντα την αίσθηση, πως είναι ακόμη κάπου κοντά
και με παρακολουθεί.
Έχω την αίσθηση, πως
τις νύχτες που κοιμάται –όποιον κι αν έχει δίπλα της-
με σκέφτεται
κι απ’ το κορμί της αναδύεται αυτή η μα
γική ευωδιά από γιασεμί.
Βγαίνει απ’ τις χαραμάδες της πόρτας της η ευωδιά,
περνάει τους δρόμους, τα αυτοκίνητα
τους φουγάρους, τους νυχτοφύλακες

περνά σα καπνός πάνω από τους άγρυπνους μετανάστες
χαϊδεύει τις πόρνες των δρόμων
που προσκαλούν υποσχετικά τον επόμενο πελάτη
ξεπερνά σε ταχύτητα τους νυχτερινούς μηχανόβιους
τρυπώνει στο παράθυρό μου και με ξυπνά
αφήνοντάς με στο σκοτάδι
να καπνίζω απανωτά τσιγάρα

μαύρα μεσάνυχτα

χρόνια τώρα

μπας και σβήσω με νικοτίνη, αυτή τη γα
μημένη ευωδιά

αλήθεια

πώς να ξεφύγεις από μια γυναίκα που σε γυρεύει αιώνες;


…………………


Ξέρω πως είναι έτοιμη για κάθε καταστροφή
αρκεί
να έχω το βάρος της αρχικής απόφασης

Είναι ακόμη πολύ θυμωμένη
Δε μπορεί να κατανοήσει πώς λέω όχι
σε μια γυναίκα τόσο όμορφη
που έχει ξεκινήσει εδώ και χιλιάδες χρόνια
απ’ τις ακτές τις Ιωνίας να μ’ εύρη

εδώ και χιλιάδες χρόνια
στους δρόμους, στους αργαλειούς,
στα παραθύρια
υφαίνοντας για άλλους άντρες
γεννώντας για άλλους άντρες
κλαίγοντας για άλλους άντρες
χωρίς να βουλιάξει όμως
ούτε στιγμή στη λήθη

εμένα γύρευε
-έφηβη πάντα-
χιλιάδες χρόνια
εμένα γύρευε
-έφηβη πάντα-
τόσους αιώνες

αιώνες.

ενώ οι άλλες,
ακόμη κι αν με θέλησαν
με θέλησαν μονάχα για λίγους μήνες...

Ίσως έχει δίκιο
μα πώς να αντέξεις το βάρος
τόσης συσσωρευμένης προσμονής;

Φοβάμαι…

Εδώ θα μείνω
στο σκοτάδι
καπνίζοντας απανωτά τσιγάρα
αποφασισμένος να της διαθέσω μια νύχτα
μονάχα μία
εκρηκτική και απολύτως κρυφή
ή αλλιώς να συναντηθούμε σε άλλη ζωή

εάν υπάρχει





-από την συλλογή ''Ωραιοδίνη''

Tuesday, July 5, 2011

φωτοστέφανο

Προσμέναμε όμως την Άνοιξη, που μας πείραζε αλλιώτικα τότε.
Μας αναστάτωνε.
Ερχόταν μυρουδική, ερχόταν σπέρνοντας γύρω ένα άλλο φως, που έμοιαζε περισσότερο με το φως του βαθιού μας ονείρου. Γεμίζαν οι γράντες, γεμίζαν τα ριζά με χίλια δυο λουλούδια, που ποτέ δε γυρέψαμε να ονοματίσουμε. Ανέμιζαν στο απαλό αεράκι τα σπαρτά, όλος ο κάμπος θάλασσα πράσινη κυματιστή, που τη διασχίζαμε με βάρκες τα ποδήλατά μας. Ψήλωνε ο τόπος τις μέρες αυτές, μεταφερόταν αλλού και μεις ακολουθούσαμε μικροί αγγέλοι, από τη γύρη μεθυσμένοι.

Όπλο μεγάλο της Άνοιξης να την ποθούμε πάντα η Μεγάλη Βδομάδα. Εκεί στις λεύκες του Αη Γιώργη, στο φωτισμένο προαύλιο, εμείς μικρά σπουργίτια, με τον Χριστό και τον Αη Γιώργη πλάι μας, τρέχαμε ιδρωμένοι πετώντας κροτίδες, ρίχνοντας φωτοβολίδες απ΄ τη μεγάλη Δευτέρα με τον Χριστό και τον Αη Γιώργη πλάι μας.
Ανεβαίναμε στο ηρώο των πεσόντων, ανάβαμε σύρμα κουζίνας και το γυρίζαμε γρήγορα γύρω, για να δούνε όλοι –προπαντός τα κορίτσια- το μεγάλο φωτοστέφανο που μας τύλιγε και πέταγε ολόγυρα σπίθες, σα το μικρό ιερό πάθος που γεννιόταν σιγά σιγά μέσα μας και μας ζέσταινε. Κι οι επιτρόποι, πούχαν επωμιστεί το έργο της τάξης και της φροντίδας του ναού, μας κυνηγούσαν όχι γιατί τους ενοχλούσαν οι φωνές, μα γιατί είχαν βαρεθεί να κουβαλούν κεριά, να κάθονται στο παγκάρι μετρώντας κέρματα κι ήθελαν να τρέξουν λιγάκι μαζί μας για να ξεδώσουν…



Από την συλλογή ''Χαιρετισμός''