Thursday, January 31, 2008

Ακριβογιός

Αγέννητος ο ακριβογιός σου
απέραντος στο θόλο τ' ουρανού σα Παντοκράτορας
φορά μια σκουριασμένη Δύση
κι είναι ο αγέννητος ακριβογιός σου
συννεφιά
βαριά, πηχτή, γεμάτη αγωνία
καθώς από ψηλά
σαν ιδρωμένη ζωγραφιά
να επέμβει επιθυμεί

μα δε μπορεί
μόνο σε βλέπει
δρόμους ν' ανοίγεις στα τυφλά
ενώ στο μέτωπό σου φέγγουνε
τα λαμπερά
του Ήφαιστου επιτεύγματα

κι από τη χούφτα του ίσκιου του
σαν αστραπή αφήνει προσευχή
μπόρα να γίνεις καυτερή
να παρασύρεις τις σκουριές και τα μολέματα
να καθαρέψει η γη

για να κατέβει
-όταν σημάνει η ώρα-
ήλιος χρυσός ο ακριβογιός
για δε του πρέπουνε ρημάδια


(1998)
Από την συλλογή "μαθητεία"

Friday, January 25, 2008

Ανοικτή επιστολή σε ποιητές


Πάντα εδώ, σε τούτη την απόμερη γωνιά
ένα ζεστό μπαλκόνι φίλοι μου, σας περιμένει
έχω φυτέψει δυο λουλούδια απ' τα παλιά
η νοσταλγία σας, σα τα κοιτώ, με ραίνει

Τα χρυσά του φώτα ο ιερός σκοπός
τάχε απ' την αρχή σε μας στραμμένα
όμως ο δρόμος του ο φτερωτός
άφησε μένα εδώ και σας στα ξένα

Στις γωνιές του κόσμου πολεμάμε σα φωτιά
τον ήλιο χαιρετίζουμε καβάλα στ' όνειρό μας
μα είναι τα λάφυρα που πήραμε λειψά
δεν εκτιμάται ακριβά το μερτικό μας

Μα μη φοβάστε αν εχθρικές ειν' οι ιαχές
η φλόγα στη καρδιά πυρώνει ακόμη
έχουμε κάτι αγέρωχες ψυχές
που πλάθονται στου κόσμου το αμόνι

Θα φτάσει κάποτε μια Άνοιξη μεστή
που οι θεοί ψηλά θα μας σηκώσουν
θα φέρει τότε ένα νιόβγαλτο παιδί
στεφάνι που οι ανθρώποι θα του δώσουν

Τότε ναρθείτε! όταν εκείνα τα μπουμπούκια
θα ανθίσουν. Θα σας κοιτάζω κλαίγοντας
και θα ριγώ, καθώς τα άρματά σας
στην αυλή μου θα βροντήσουν

Μα τώρα θέλω ν' αντέχετε κάθε πληγή
όλους τους πόνους
γιατί για σας σμιλεύω στη ψυχή
ολόχρυσους τους θρόνους


(1997)
Από την συλλογή "μαθητεία"

Sunday, January 20, 2008

Οι ατελέσφοροι


Αυτός ο τόπος, δεν είναι τόπος μόνο ζωντανών
οι νεκροί
-προπαντός οι ηττημένοι νεκροί-
έχουν στις πέρα απλωσιές κατασκηνώσει
Μένουν εδώ, πεισματικά προσηλωμένοι
οι δικοί μας ασώματοι

Πέφτουν στο χαράκωμα τις νύχτες
ρίχνουνε ντουφεκιές
θαρρώντας πως τα βόλια τους οι στεναγμοί
σα στίφη θα περάσουν τη θολή γραμμή
για να χτυπήσουν
ό,τι εδώ τους νίκησε και άρχει ακόμη

-Αυτός ο τόπος
έναν βασιλικό φορά
καταμεσής του στήθους-

Με αίμα το όνειρο έντυσαν
και με φωτιά
σήκωσαν το πόδι ευθαρσώς ψηλά
τ΄ αόρατο να βρουν σκαλί
που στους κήπους των ουρανών θα οδηγούσε

όμως δε βρήκαν το σκαλί
-ούτε ποτέ κανείς-
τα τριχωτά ποδάρια τους, στο χώμα πέσαν πάλι
ζωγραφίζοντας ίχνη τα πέλματα
ανάκατα εδώ κι εκεί

Πέσαν κι αυτοί
γίναν αδέσποτα παράπονα
και μόνο την ύστατη στιγμή, που όλα λάμπουν
την λήθη είδαν τέρας φριχτό
πάνω τους νάρχεται
με τόνους κίτρινης σκόνης βουερής
έτοιμης να σκεπάσει
τις μάταιες των ονείρων εγκαθιδρύσεις
έτοιμης να σκεπάσει
των αθώων τα φάσματα

-Μα πότε σηκώθηκε ένα άτρωτο όνειρο
ποιος τόχτισε στου κάστρου τα ντουβάρια να ριζώσει
χωρίς να το σκοτώσει-

Δοσμένη στο βάρος η κίτρινη σκόνη
κάθεται πάνω στα μισά
κάθεται πάνω στα παράπονα
βυθίζει στην άμμο αφανισμένους καιρούς
κούφια οστράκια

-Κι εγώ της αβύσσου ποιητής
μ΄ όλα τα χέρια μου ψηλά
πλοκάμια στο χάος τεντωμένα
ικετεύω την έλευση της φοβερής κραυγής
του λυτρωμού
που τα χαμένα πάλι
κάτω απ΄ την άμμο θα σαλέψουν-

Αφού συνεχώς σκληραίνουμε θα γίνουμε αγάλματα!


ii

Νάταν η φλόγα της μνήμης που σύνεση γεννάει
νάσβηνε μια στιγμή
κι απ’ τις ραγισματιές του στήθους
να μη περνούσαν οι αρχαίοι στεναγμοί
μόνο η κάθε στιγμή να στάζει από τα μάτια
να σπάει το τσόφλι του μέσα μας αυγού
και ν΄ ανασταίνεται μικρό πουλί
που ακούγεται να περπατά πάνω στα σπλάχνα μας
καρδιοχτυπώντας αϊτός να γίνει…

-Σ΄ αυτό το τόπο
γλάστρες βασιλικών
και κυπαρίσσια λόγχες-

Μια κι η γαλήνη δε βολεύεται ποτέ
πάνω σε αίμα που κοχλάζει
πάντα εδώ θα φτάνουνε αντιλαλιές των στεναγμών
για νάναι πιο υποφερτές οι τρικυμίες

κι αφού συνεχώς σκληραίνουμε, αγάλματα
αγάλματα θα γίνουμε με άσπρα μάτια
αγάλματα μ΄ έναν αϊτό στα σπλάχνα

αγάλματα
που δε φαντάζονται πια κείνους τους κόσμους
μ΄ αγγελικούς ανθρώπους να πετούν γυμνοί
μακάριοι χορευτές
ούτε βιολιά πλανώμενα
να παίζουν μόνα τους εξαίσιες μουσικές
μόνο αδέξιους φαντάζονται χωριάτες
να πολεμάνε μάταια να μάθουνε χορούς
φαντάζονται τεχνίτες κουρασμένους και κυρτούς
μες στα μεσάνυχτα να φτιάνουνε βιολιά
και μουσουργούς με πυρετό
να στήνουν αυτί στον άνεμο
κλέβοντας νότες φάλτσες


(1987-1996)
Από την συλλογή "Χαιρετισμός"

Wednesday, January 16, 2008

Μινώταυρος



Καιρός να δούμε στα μάτια την αλήθεια
για ό,τι συνέβη τότε στη μακρινή τη Κρήτη
στου Μίνωα το βασίλειο
που την Αθήνα είχε
με κατάρα πολύχρονη γερά δεμένη

Ο Θησέας στον σκοτεινό λαβύρινθο
βρήκε τον Μινώταυρο μα δε τον σκότωσε
αντίθετα, ο γιος του Αιγαία έπεσε απ΄ το τέρας
που ακολουθώντας το κουβάρι
έξω στο κόσμο βγήκε με του Θησέα τη μορφή

Δε τον αναγνώρισε κανείς
η λύπη
-μαύρη πεταλούδα-
πέταξε απ΄ το στήθος των ταμένων νέων
που ξέσπασαν σε αναφιλητά λυτρωτικά
οι ναύτες ζητωκραύγασαν, ετοίμασαν γιορτή
με σφάγια, με κόκκινα κρασιά
κι η Αριάδνη σκίρτησε κρυφά από χαρά

Μονάχα ο Αιγαίας
μονάχα εκείνος από μακριά αντικρίζοντας
κατά πώς έπλεε το πλοίο
κατάλαβε το φοβερό το μυστικό
και έπεσε απ΄ τον βράχο

……………………………

Από τότε στον άδειο θρόνο
κάθεται ο Μινώταυρος
κι όψεις αλλάζοντας
την δόλια Αθήνα κυβερνά

τη μέρα
φορώντας το στέμμα και τα μπιχλιμπίδια του
για έργα, νόμους, για πρόοδο μιλά
και το καλό των πολιτών

μα σαν η νύχτα πέσει
τον πνίγει η μάσκα
παλιές συνήθειες τον τραβούν

τη πρωινή αμφίεση με ανακούφιση πετά
και ως δικαιούχος νόμιμος
τις μίζες του ηδο
νικά μετρά



(1997)
Από την συλλογή "Χαιρετισμός"

Saturday, January 5, 2008

Σμύρνη


Υποψιασμένα τα δέντρα
πως οι θανατερές πνοές φτάνουν
τις ρίζες απ'το χώμα τραβήξαν
και δάκρυα πόνου απ'τις σχισμάδες ανάβλυσαν

Έτσι με ξεριζωμένα πλοκάμια
σχημάτισαν ουρές
κι έπιασαν αργά να προχωράνε τα δέντρα
κρατώντας μπόγους στα κλαριά
και μωρά που έσκουζαν
μέσα στ' άνθη τ'αλλοπαρμένα

Προχωρούσαν σκυφτά
σαν αόρατο πάνω τους βάρος
να βγουν απ'της φωτιάς τον θώρακα
να φύγουν απ'το χώμα που δικό τους ήταν
και τώρα χάσκει έρημο με ανοιχτά στόματα
τρύπες που μαρτυράνε τον όλεθρο

Πού να κατοικήσουν τόσες μνήμες πια
παρά σ'αυτές τις ζαρωμένες πεταλούδες
που ακολουθούν την πορεία των δέντρων
προς τα αλμυρά νερά



SMYRNI

Suspicious the trees
that the death breaths arrive
roots pulled from the ground
and tears of pane from the fissures upwelling

So with uprooted tentacles
formed lines
and trees started to move slowly
holding packages in the branches
and babies crying
inside the bramy flowers

They were walking stoopingly
as an unseen weigh on them
to get out of the chest of fire
to live from their own soil
that now stands desert with open mouths
hales testify the bane

Where to live so many memories from now on
than in those wrinkled butterflies
following the path of the trees
to the salty waters.

(1998)
μετάφραση: L. Ts.

Tuesday, January 1, 2008

Η μεγάλη κατάφαση


Του κυττάρου τις πύλες σιωπηλά ξεκλειδώνω
στη σεμνή ταραχή σου ζωή, να πλανηθώ
όσα θάρεψα μα δε γνώρισα, ανταμώνω
το αδέσποτο σώμα μου, γλυκά θ'ασπασθώ

Ανήμερους πόθους στο καρτέρι μερεύω
παλάτια παλιά, με τον ήλιο ξεχνώ
μέσα στη λήθη του πια ζωντανεύω
τα μάτια ανοίγω στο φως του τ'αχνό

Και θέλω να μείνω στ'ανάγλυφο άστρο
που ξένο με πάιρνει, με κάνει δικό
χαρίζει μου ύλη να χτίσω το κάστρο
μ'αδάμαστο χέρι, αερικό

Των σπλάχνων σου γη, με κυνηγούν οι σκιές
βαραίνει στο μέτωπο της νίκης το στέμα
κρυφά με κυκλώνουν πικρές ενοχές
συγχώρια ζητώ απ'των θυμάτων το αίμα

Γυμνός ναυαγός στης ανάγκης την όχθη
αργά ψηλαφίζω ακριβά μυστικά
με δάκρυ ραντίζω του κόσμου τη κόχη
χλωραίνω το πόνο κι υψώνω φτερά

Και θέλω να μείνω στ'ανάγλυφο άστρο
που ξένο με παίρνει, με κάνει δικό
χαρίζει μου ύλη να χτίσω το κάστρο
με χέρι καλέμι, αερικό

Στη φωτιά των καιρών ανασαίνουν και σμίγουν
αθώοι αγγέλοι ριγμένοι στη γη
από τούτο το τόπο σα λουλούδια θα φύγουν
που το χρώμα γυρίζουν ξανά στη πηγή

Τη φθορά του καρτερικά αψηφώντας
ανέμελα παιδιά, βουής θεϊκής
στο άγνωστο τραβάνε τραγουδώντας
τρυγώντας δύναμη κι απόσταγμα ζωής

Και θέλουν να μείνουν στ'ανάγλυφο άστρο
που ξένα τα παίρνει, τα κάνει δικά
χαρίζει τους ύλη να χτίσουν το κάστρο
με χέρια ωραία, αερικά...

(1996)