Friday, December 19, 2008

Νέα Αδεσσπιόρα

-χαρισμένο στη Σοφία Κολοτούρου-

Κοίτα πώς πάνε να σου εξαλείψουνε το πόνο
κοίτα πώς πάνε να σου εξαλείψουνε το βάρος
με φίλτρα μαγικά
με φίλτρα μαγικά της νέας Αδεσσπιόρας
κοίτα πώς πάνε να σε κάνουνε ισχνό πολίτη
της νέας Αδεσσπιόρας
Σε ξεφορτώθηκαν
σ’ εξόρισαν στα ηλεκτρονικά πολύχρωμα καβούκια σου
κοίτα πόσο μαεστρικά σ’ αποκοιμίζουν

Κοίτα πώς κατάντησες στη νέα Αδεσσπιόρα
να έχεις γνώμη μα να μην έχεις δύναμη
κάτι ν’ αλλάξεις

Τα σμήνη έρχονται οι ακρίδες
στο μάτι το τεράστιο του στήθους σου να σωριαστούν
να το σκεπάσουν
το μάτι που όλα τάβλεπε
και τάκρινε όλα
πούδινε κραυγή στα μέρη της καρδιάς
και σήκωνε το χέρι
Κοίτα πώς σε μάντρωσαν σε κήπους πλαστικούς
γεμίσαν τα ψυγεία σου για εκατό χρονώ τροφή
να μη φοβάσαι

Κοίτα πέρα από τη γη της νέας Αδεσσπιόρας
τις μύγες απάνω στα παιδιά
που κοιμηθήκανε για πάντα
σ’ απελπισμένες των μητέρων αγκαλιές
που ξέπνοες ορκίστηκαν εκδίκηση
στων ποιητών τους ύπνους
και φτύσανε τον ήλιο

Πιο λίγα είχαν οι γιαγιάδες σου και όμως
μοιράζαν καρβέλι αχνιστό
στης γειτονιάς τους πεινασμένους
γι’ αυτό τα κόκαλά τους πήρανε
και φύγανε μια νύχτα
πομπή οργής απ’ την Αδεσσπιόρα
στο ξάστερο ουρανό
μ’ ένα τρελό από κατάρες βουητό

δεν έχει προγόνων κόκαλα πια η Αδεσσπιόρα
κι είναι κακό αυτό
πολύ κακό…



1997
Από την συλλογή ''μαθητεία''

Monday, November 10, 2008

Ουδείς δύναται

Αν προσεκτικά αφουγκραστείς
τα ξύλινα μπαούλα του
τα παρατημένα,

φουρφουρίζουν μέσα τους κλειδωμένα πουλιά
διπλωμένα μουχλιάζουν τα όνειρα
και σκώροι απειλούν της νεότητας
διάττοντες στίχους

-Διότι
(δεν είναι μυστικό)
αφειδώς ενδυόταν κάποτε
αυτός την ουτοπία-


Όμως ανήρ, ως αποδείχτηκε, ρεαλιστής
και συνετός
στην ουτοπία εν τέλει δεν ενέδωσε
πέταξε τους κύβους

........................

Ωστόσο,
σε αρκετούς ακόμη συμπαθής.
-ενδέχεται και να θαυμάζουν
τους φυσικούς του τρόπους
τα φιλικά του μάτια
την δύναμη της θέσης του
ακόμα και τα ρούχα
που αφορμές δε δίδουν-

Όμως
ουδείς δύναται να δει
πίσω από τη πλάτη του
(απ’ το σακάκι κάτω
και το λευκό πουκάμισο)
την ρόδινη ανάγλυφη πληγή
μεγάλη σαν ανθρώπινο κεφάλι
-κακοφορμίζει ολοζώντανη
και ζεματά στη πλάτη του
καυτός κακός πλανήτης-

...........................

Ουδείς, δύναται να υποπτευθεί
την ανοιχτή πληγή

γιατί
στην ουτοπία εκείνος δεν ενέδωσε
και στους ανάξιους μορφασμούς
χειρίστου πόνου



(2008)
Από την συλλογή "Τα σκοτεινά ποιήματα"

Wednesday, November 5, 2008

Ο νέος Θησέας

-κι αυτοί μες στη βουή της πόλης σκεφτικοί
έναν Θησέα άλλον περιμένουν, νικητή-



Που τοίχους ύψωσες στην οσμή των ανθρώπων
οι ώρες αρχηγάτορα των νέων ερειπίων σε καλούν
πορθημένον απ' την οσμή των ανθρώπων

Εσέ οι ορφανεμένες μέλισσες θ' ακολουθήσουν
όταν από το κάστρο σου ωχρός φανείς
κι ωσάν φλουριά οι αλήθειες
απ' τις φθαρμένες τσέπες σου θα ξεχυθούν
οι στερημένοι με τις χούφτες να μαζέψουν

Νύχτα βροχής να βγεις, νύχτα θυέλλης
με την αρματωσιά μαύρου παλτού ανεμιστού
φτερό αρχάγγελου

Ίσκιους στις πλατείες θα φυσά
θα ζωντανεύουν στα βάθρα οι αδριάντες
και ταπεινά θα γέρνουν
φλόγες στις δημοσιές
και φλόγες στα πλακόστρωτα
πίσω απ' τις γρίλιες δάκρυ
καθώς εσύ ωχρός εκδικητής
τα μαρμαρένια σκαλοπάτια του επτασφρά
γιστου οίκου
με του πέλματος τη δόξα και τη φτασμένη ώρα
ένα ένα στο ζυμάρι θα βυθίζεις
εμπρός σου να σταθεί
το βαρύ της ιστορίας επίθυρο
και να βροντήσει

ώστε οι μέλισσες βουίζοντας αντί για σε
από λαθρεπιβάτες και αυθαιρέτους
πίσω ν' απαιτήσουν τον απαχθέντα θρόνο

για άλλη μια η Εδέμ να αποφασιστεί
με ενθουσιασμό και άνθος να ξαναχτιστεί
κι οι αφανείς πάλι τον πολύεδρο βράχο
προς τη κορφή ν' αρχίσουν βογκώντας να κυλούν
για άλλη μια
με ενθουσιασμό και άνθος


(1996)
Από την συλλογή "μαθητεία"

Friday, October 17, 2008

Μελέτη θανάτου


Αχίλλειες πτέρνες τα σώματά μας
στόχοι κρυμμένων Τρώων
στην οσμή των σειρήνων τρωτά
και στο νεύμα χιλίων δρόμων

για τούτον τον άφθαστο πόνο
τα σώματά μας,
ξένα σώματα
αντίβαρα ζητούν

Πώς να ησυχάσει η πληγή
που πυρώνει κάθε στιγμή
πώς τη τροχιά του βέλους ν’ αντέξεις
που έχει φύγει απ’ τη χορδή και σφυρίζει
πεπερασμένες μέρες μία μία διαπερνώντας
πεπερασμένες μέρες μία μία σκοτώνοντας

Θάναι το μεσημέρι καυτό
που σαν για πάντα θα φύγουμε
την ακούσια πληρωμή χαιρετώντας

Θ’ απεγδυθούμε του φόβου
και των όσων μας πλάνεψαν
-βαγόνια πρωινών σκουριασμένων
που πέρασαν γυαλίζοντας κάποτε
στις ράγες του χρόνου-

Και θα δοθούμε στο μαύρο φως
με το κάτι στα χέρια
χωρίς νοσταλγία τον κόσμο αφήνοντας
στους άγνωστους
που δε γεννήθηκαν ακόμη

-Θα έρθουν με άνθη εκεί
να πιστέψουν πως ζήσαμε
τα ανάγλυφα γράμματα ψηλαφώντας
μαρτυρίες των ήλων μας μόνες-


(1999)
Από την συλλογή "Ωραιοδίνη"

Thursday, October 2, 2008

Σειρήνα


Μικρή δροσάτη βρύση
διψώ
μη κελαρύζεις

Είναι οι παλιές αγάπες που με πλάσανε
και πότισαν με τη μορφή τους τη μορφή μου
είναι οι ριγηλοί οι χωρισμοί
κέρινα ομοιώματα βουβά
στις πιο βαθιές σπηλιές
κι ακίνητα
-μα που φοβάσαι σα περνάς
μήπως σ’ αγγίξουν-

Είναι οι δρόμοι που αφέθηκαν μισοί
στη προσμονή του στήθους σου
όλου του κόσμου το ανεκπλήρωτο
στην ευωδιά του στήθους σου να με καλεί
να ξαναζήσω ό,τι μοιάζει με χαμένο

-Θα εγερθούν τα σώματα
και τα χαμένα ονόματα
όταν σ’ αγγίξω
και οι παλιές ημέρες
λησμονημένα αρώματα
τα χέρια τους θα πλέξουν στα μαλλιά μου-



(1999)
Από την συλλογή "Ωραιοδίνη"

Saturday, September 20, 2008

Ψίθυροι



Ένα κοπάδι ψίθυρων
σε άπαλλων χορδών τηλεγραφόξυλα
νωπά εστεμμένα πουλιά
σε φθινοπώρου σύναξη

-χελιδόνια οι ψίθυροι που οσφραίνονται
άλλη πατρίδα-

Τα μάτια τους
στα κλειδωμένα δόντια μου
και τα φτερά στο σύνθημα
ανυπότακτο αίμα μετωπικά να δουλώσουν
ρίγη κρατώντας στα ράμφη
και ερωτόφυλλα

-Γδυτή στιγμή το χτυποκάρδι-

Φτεροκοπήματα πυκνά
κι ανατριχίλας τρίλιες
τη πύλη κοχυλένιου αυτιού εκπορθώντας
πρώτη να ομολογήσουν φορά
τη πίκρα και τη δόξα μου
σε σένα



(1999)
Από τη συλλογή "μαθητεία"

Saturday, September 6, 2008

Η μασκοφόρος


Μακρινή και πύρινη
μα απ' τη μάσκα πίσω των νεφών
λουλούδι

Αγάπη μυστική
που χαμηλά γλιστράς σα χέλι
αφρό μη δεις
Κάτω από φως χρυσό σε πολεμώ
και υποφέρω
να σε φαντάζομαι στα βάθη τα κρυφά
φωνή ιδρωμένη

λαχανιασμένο σώμα
κι η μάσκα αστραφτερή στο πάτωμα
με σκόρπια ρούχα

θολό το βλέμμα
κι οι ώμοι σου γυμνοί
κι οι ώμοι σου ναυαγισμένοι
σα της Κίχλης τα κατάρτια

να καρτερούν οι ώμοι σου φιλιά
ν' αποκαθίσουν πάνω τους
σα κουρασμένοι γλάροι




(2000)
Από τη συλλογή "μαθητεία''

Sunday, August 3, 2008

Νέοι Αττικισταί

Τσιμπούρια καθαρόαιμα
αγκιστρωμένα
στης τέχνης το ρακένδυτο σώμα
υμνολογούν ακριβούς τεθνεώτας
και ακινδύνους ζωντανούς
-έργου φριχτού ασπίδα
γυαλιστερή υποκρισία-

Σαλτιμπάγκων συντροφία
-αγνοημένη
απ’ του Απόλλωνος την ευλογία-
σε λογυδρίων αίθουσες
και μπαρ νυχτερινά ναρκισσεύεται
επί παντός επιστητού
-perie καταναλώνοντας χαλαρά
γιατί πέφτει στο στομάχι τους βαριά
του κόσμου τούτου
η μεγάλη αδικία-

Εύχανδρα παίζοντας ηδονικά
-Ναυπλίου ενθυμήματα-
κατά του Καίσαρος βοούν
εν πλήρη συμφωνία
-κι εξοβελίζουν νεαρά
που τόλμησε πόνημα στο νετ
με λάθη στην ορθογραφία!-

Αυλή κολάκων δύσμοιρη
και γλειφοκραταιούσα!

Αυτοθαυμάζονται
οι νέοι Πλάτωνες
τάχα πως είναι
οι κλειδοκράτορες!

-τα πoυλιά του Απόλλωνος μακριά
αλλού τραγουδούνε-


(2008)
Από την συλλογή "Τα σκοτεινά ποιήματα"

Monday, July 28, 2008

Λιποταξία


Το δόρυ μου
στη Τιθορέα πούλησα
για μια μπουκιά ψωμί
-καθώς τρεις μέρες νηστικός
πούχα λιποτακτήσει-

Τον θώρακα που βάραινε
απ’ όλα πιο πολύ
τον άλλαξα στη Λιβαδειά
με μια μποτίλια κόκκινο κρασί
-που τόσο βαθιά ο καψερός
είχα επιθυμήσει-

Στην Ογχηστό
κι από κνημίδες «ελαφρύνθειν»
-να κοιμηθώ σαν άνθρωπος
πρώτη φορά σε στρώμα-

Στη Θήβα άφησα
θηκάρι και σπαθί
-οκτώ χρονάκια φίλοι μου
πολλά χωρίς γυναίκα-

…………………………

Τώρα τις ιστορίες μου
-στων Αθηνών τα καπηλειά
και στα χαμαιτυπεία-
βάνοντας σάλτσες τις πουλώ
για τούτο το παλιόκρασο
και κρύα αποφάγια

…………………………

Ο Ξέρξης κι αν δε κόντεψε
στα ίσα να τα πούμε
από μακριά με νίκησε

- και ούτε τη κατάντια μου
ο άτιμος γνωρίζει-




(2008)
Από την συλλογή "Τα σκοτεινά ποιήματα"

Thursday, July 24, 2008

Η εκδήλωση

Ήταν ωραία η εκδήλωση
΄΄περί πολιτισμού΄΄

Απολαυστικός ο εισηγητής
καθώς ορθός, σοφά περιπατούσε
με χειρονομίες ελεγχόμενες
και ήρεμες

΄΄Δεδομένος ο πολιτισμός!
Και τα κατακτημένα δικαιώματα
αναφαίρετα!΄΄

Φυσαλίδες ανέβαιναν τα λόγια του
το αμφιθέατρο
για τα καλά υπνωτίζοντας

………………………….

Θα πρέπει υποψιασμένος να ήταν
ή συνεννοημένος
με την αγέλη των μεγάλων λευκών
καρχαριών

Ήσυχα στην αίθουσα εισέβαλαν
με μάτια σκοτεινά σα την άβυσσο
κύκλοι που τον δισταγμό δε γνωρίζουν
πάνω απ’ τα κεφάλια
του αδηφάγου για ιδέες κοινού

΄΄Αιώνες απ’ τη βαρβαρότητα
ο άνθρωπος απέχει!΄΄

…………………...

Παρατεταμένο στο τέλος
το χειροκρότημα των επιζώντων
-κανένας δεν επρόσεξε
του διπλανού την απουσία

Αναταράζονταν μόνο ψηλά
τ’ απομεινάρια της λείας
από τις ιαχές κι επευφημίες
του σπουδαίου λόγου-



2003
Από τη συλλογή "Τα σκοτεινά ποιήματα"

Monday, July 14, 2008

Γόρδια ενδοχώρα


i

Πίσω απ' το τζάμι των φθαρτών
που σβήνουν οι φιγούρες σα γερασμένα κάστρα
τα πάντα έχεις

Πατρίδα άυλη, ευσπλαχνική
με ιριδιστά που ρέουνε ποτάμια
χρυσοροής νερού γκρεμίσματα
πολύχρωμες ανάσες
σα βρύα κολλημένες στην αθανασία

Αδιάφθορη μάννα αιωνική
που σε προσμένει
-πίσω από κάθε θάνατο-
με μπουμπουκόφυλλα στοργής να σε τυλίξει
σα παιδί που ώρες έπαιξε
και σπίτι γύρισε λαχανιασμένο

Κοντολογίς
η λόγχη του θανάτου και του χρόνου
αδυνατεί να πλήξει το καίριο σου σημείο
δε φτάνει η λόγχη του θανάτου και του χρόνου
μέχρι το άντρο της πηγής σου



ii

Είναι ο μπρούτζινος μέσα σου άρχοντας που σε βαστά
όπως το βάρος όρθια τη βροχή
σκαλίζοντας τα κάρβουνα βαθιά στα σωθικά σου
σαν ένας γίγαντας παππούς
σαν ένας άφθαρτος
ανασκαλεύει και βαστάει σε
όπως ο ήλιος όρθια των δέντρων τα κορμιά

Είναι η γιατρειά του βάρους που ολοένα θριαμβεύει
και σκάνε σα μπουμπούκια
νιούτσικα στους ώμους τα φτερά

-Χωρίς σταματημό
χωρίς σταματημό οι ρότες της ανάτασης-

Βυθίσου στο καιρό
την εποχή σου ντύσου
να σε κεντάνε μέρες βελονιές
με αχτιδοκλωστές πονοκλωστές

στο τέλος
με τα φτερά του βάρους σου θ' αναληφθείς
πολύτιμος
πιο ζωντανός θ' αποδοθείς στη γόρδια ενδοχώρα
για το μαρτύριο της σήψης σου
διπλά ν' ανταμειφθείς



1997
Από τη συλλογή "Χαιρετισμός"

Friday, June 6, 2008

Έφηβη


Πόσο τέλεια επουλώθηκαν οι πληγές
απ’ τα κομμένα φτερά σου
σχηματίζοντας δύο ανάλα
φρους ανθρώπινους ώμους

η φωνή σου μαχαίρι
κόβει στα δύο τη γη
τις φέτες αφήνοντας να στριφογυρίζουν
στο αναπάντητο τραπέζι της Τάξης
που γέμισε αστραφτερά κουκούτσια

Θα σου πήγαινε το όνομα ΄΄Νοσταλγία΄΄
δε με γελάς
κουβαλάς μαζί σου αιώνες
κι ας φαίνεσαι δεκάξι

Φτάνει στο δάχτυλό σου απ’ αγκάθι
κι η πιο μικρή πληγή, φτάνει
να λευτερώσει νύχτες καλοκαιριού
κουβεντολόγια στις αυλές
βερίκοκα, σταφύλια
αρχαία στάμνα
κι ένα βατράχι που βαρύ πηδά
προς τη δροσιά της βρύσης

γιατί αναγκαίο δεν είναι να θυμάσαι
και τυλιγμένη στη λήθη
νοσταλγία σκορπίζεις




1999
Από την συλλογή "Ωραιοδίνη"

Monday, May 26, 2008

Ο Κολοσσός


i

Δώδεκα χρόνια μάτωναν οι Ρόδιοι
το θαυμαστό το τάμα
στον Ήλιο να εκπληρώσουν

Σκλάβοι τσακίστηκαν από ψηλά
στοιβάζοντας στα σπλάχνα του
σίδερα και πέτρες

Μέχρι κι ο γλύπτης Χάρης
ευθύνη τέτοια, άλλο μη βαστώντας
-πόσα να δώσουν και τα παρατημένα όπλα
του δόλιου Δημητρίου-
τρελάθηκε μια νύχτα
και τη ζωή του έκοψε μ΄ ακονισμένη λάμα
λογαριασμούς λερώνοντας
και σχέδια

Συνέχισε ο Λάχης
που τέλος τα κατάφερε!

Ακτινωτό διάδημα στην κεφαλή
θεόρατο τόσο
πούκοβε την ανάσα...

Θάμπος!
Δέρμα από μπρούτζο
αστραφτερό στον ήλιο
ολόγυμνο

Με τόνα χέρι σκίαζε το φως
με τ΄ άλλο τον χιτώνα του κρατούσε
σα μόλις να σηκώθηκε
από ερωμένης κλίνη...



ii
Επίσημα παρέδωσαν οι Ρόδιοι
το τάμα στον Θεό
και ναύλωσαν περήφανοι τριήρεις
στα πέρατα να πάνε
το φοβερό μαντάτο...
''θαύματα κάνουν μονάχα οι θεοί
κι οι Ρόδιοι!''

..............

Σεισμός
χτύπησε και σώριασε το άγαλμα
που έγινε κομμάτια
και το μαντείο:
''μην κίνει τα κείμενα''

.............................

Χρόνια αργότερα
εννιακόσιες καμήλες επιδρομέων αράβων
πουλούσαν στη Συρία τα χίλια κομμάτια του
για σκεύη και όπλα


2005
Από την συλλογή "Χαιρετισμός"

Saturday, May 24, 2008

Στιγμές της νύχτας


Όμως
γιατί ν' αξίζει τo ταξίδι
αν δεν αφήσεις
στιγμές της νύχτας να σε κρίνουν

τις μυρωδιές του γιασεμιού και τις σιωπές
να σου θυμίσουν
πως όλα τάχεις

μα είναι όλα τους μισά
γιατί οι σκιές που σ' άγγιξαν
και οι κρυμμένοι πόθοι
σκορπίσανε στους δρόμους


2002
Από την συλλογή "Τα κάντα της Αφροδίτης"





GEORGE PYRGARIS

Thursday, May 15, 2008

Έφηβος κτήτωρ


Σώμα πικρό σφιχτό μαλαματένιο
αμήχανο στη πρώτη άνοιξη
κι ωραίο
αδέξιο στη γλύκα του φιλιού
και μεθυσμένο

όλα να σβήσουν θες
μόνο εσύ να μείνεις

και τ’ άλλο σώμα τ’ αναπάντεχο
που πλάνα πίστεψες
πως μοναχά για σένα
είν’ προορισμένο



(1995)
Από την συλλογή "Τα κάντα της Αφροδίτης"

Sunday, May 4, 2008

Η μοίρα μας

''η μοίρα μας χυμένο μολύβι
δε μπορεί ν΄ αλλάξει
δε μπορεί να γίνει τίποτε''

Γ. Σεφέρης


Η μοίρα μας πάντα στα στενά
πικρά να φέγγει

Να πλενόμαστε με αλισίβα το πρωί
να χτενιζόμαστε
κνημίδες να γυαλίζουμε και θώρακες
όπως συνηθίζουν
οι αποφασισμένοι

χωρατά μιλώντας τάχα
σα να πρόκειται για μας
να ξαναξημερώσει

γιατί το ξέρουμε
το απόγεμα δε θάμαστε
παρά άψυχα κορμιά σιμά στους βάλτους
παρατημένα στη σκόνη των ορδών
και πατημένα
από τα πόδια τα βαριά των ελεφάντων

Αυτή η μοίρα μας.

Κι οι Εφιάλτες ζωή χαρισάμενη
στις αυλές των Δαρείων
-τα παιδιά τους στα Κέιμπριτζ
προδοσία σπουδάζουν
τώρα που κι αυτή
προβιβάστηκε σ΄ επιστήμη-






GEORGE PYRGARIS

(2006)
Από την συλλογή "Χαιρετισμός"

Tuesday, April 29, 2008

Ιησουίτες

Ήτανε τόσο δυνατός
που αν φυσούσε απαλά
ένα ανοιχτό βιβλίο
υποχωρούσαν οι αράδες
και τα γράμματα διαλύονταν
-σα νάταν γραμμένα όλα
από σκόνη-

Οι Ιησουίτες γι’ αυτό
να τον ξέρουν δεν ήθελαν
και ούτε
σε συνάξεις επέτρεπαν
ν’ ακουστεί τ’ όνομά του

-Στις μασχάλες μόνο
σφιχτά κρατούσαν
τα φτωχά τους βιβλία
μήπως εκείνος
κατά τύχη περάσει
και οι ιερές διαλυθούν
σκονισμένες τους σκέψεις-


(2008)
Από την συλλογή "Τα σκοτεινά ποιήματα"

Tuesday, April 22, 2008

Ο αμφίβιος

Για σένα ποιητή αμφίβιε, κάθε λευκή σελίδα
είν' ένα πέλαγο θολό και παγωμένο
γυμνός μέσα του ρίχνεσαι με την ελπίδα
να βρεις το λόγο το μεστό, το λατρεμένο

που περιμένει άφθαρτος στην άμμο του βυθού
το τολμηρό το βουτηχτή. Με τη πνοή του νου
και της ψυχής τη βρύση, θα τον αρμολογήσει
και φέρνοντάς τον στη στεριά τα μάγια θ' αφανίσει
μιας πολιτείας που ριγά, στα δίχτυα της αράχνης
κι από τη ψύχρα τρέμει της κρυσταλλένιας πάχνης

Αντρειωμένε ποιητή, μη τους αφήνεις να χαθούν
όσο κι αν δε το ξέρουν, προσμένουν τα τραγούδια
φωτιές σπείρε τα λόγια σου να ζεσταθούν
μη μαραθούνε της καρδιάς τους τα λουλούδια



(1995)
Από την συλλογή "μαθητεία"

Monday, April 14, 2008

Aνεκπλήρωτος έρωτας

Πόσο ακόμη
απέχει η τόλμη από το βήμα μου
ν'αποφασίσω
νύχτας μιας αποδημητικό ταξίδι
κάτω απ'των άστρων τη σιγή
πλεγμένος γύρω σου

φυτό αναριχώμενο σε άγαλμα
που τα φτερά ζυγιάζει
πριν απ'το καίριο πέταγμα
που θα με ξεριζώσει
και ξέψυχο μαζί
στους ουρανούς με πάρει

Θάναι γεναία η νύχτα
Σφιγμένος πάνω σου θα σιγοσβήνω
μεθώντας από σένα
κι από το σάλεμά σου
καθώς
σώμα θα γίνεσαι ζεστό
κάτω απ'τα φύλλα μου
τα στερεμένα

Ναι, θάναι γεναία η νύχτα
καθώς το άδειο μου από σε θάχει γεμίσει
καθώς το εκμαγείο σου θα γίνω και θα σβήνω
κι ο άριζος θα χάνομαι γλυκά στους στεναγμούς σου
πρώτη φορά αντικρίζοντας, θαμπά τους ίσκιους
που θα εγείρονται από τ'άνθη μου
σα μέλισσες τα μαραμένα
μην έχοντας πια πού να κρυφτούν
μην έχοντας πια, τίποτα μέσα μου να πιουν
οι ίσκιοι
που αλλού θα μ'οδηγούν
εσένα αφήνοντας να προσπαθείς
απεγνωσμένα να λευτερωθείς
απ'τα αισθήματα που σε τυλίξανε
και σε λατρέψανε
πυκνά ξερά κλαριά

-για δε μπορώ ν'αφήσω τις δυό σπάνιες
κι ανύποπτες αγάπες της φωλιάς μου
πώς ν'αφήσω
για μία νύχτα πλέρια
πώς να πετάξω τη ζωή-

Ο δαμασμός του έρωτα
με χαλινάρια σύνεσης
αυτό απομένει

-Κρυφά θα κλαίω
καθώς τα ήσυχα νερά
στο ακρογιάλι της σπηλιάς μου θα σε φέρνουν
πάλευκο σώμα κέρινο
που όσο θα ζω θ'αφήνεται
στο εσώτατό μου κύμα
με μια σπουδή στην όψη
ανεκπλήρωτου
φιλιού-


(1997)
Από την συλλογή "Ωραιοδίνη"




GEORGE PYRGARIS

Sunday, April 6, 2008

Κατερίνας Θάνου μονόλογος

Σιχάθηκα να κρύβομαι σε τούτο το κρεβάτι
τι μας κρατά κλεισμένους εδώ μέσα αδερφέ
σήμερα που θάπρεπε ολόχαρη
τα χέρια μου στον ουρανό να στρέφω
δε θέλω άνθρωπο να δω

Τις ιαχές θυμήθηκα
και τις αχτίδες
απ’ τη μεριά του Παρθενώνα
ολόχρυσο μελίσσι
στο στάδιο να ορμούν

Ποιο μυστικό
ποια ξαφνική πληγή
ποιο πόνου ηφαίστειο να ξύπνησε
κι οι δρόμοι εμπρός μου ανοίγονται ψυχροί

Πώς ξαφνικά εγίναμε τόσο μικροί
εμείς που τρέχαμε γοργόφτεροι στον ήλιο
Πώς το στεφάνι στο κεφάλι μας μαράθηκε
και κείνοι που στους ώμους τους μας σήκωναν
τώρα γιατί τόσο περίεργα σιωπούν

Σκάρτο θεμέλιο τ΄ ανάκτορό μας
Ψεύτικα όλα!

-Στα πλαστικά τεραίν, ξανά δε θα μας δουν
γιατί εμείς, στους όρκους απιστήσαμε
και νίκες κλέψαμε
και κάλπικα εφέραμε χρυσά

γιατί τους συμπολίτες μας πλανέψαμε
και χρόνια εξαργυρώνοντας
το δάκρυ τους το τίμιο
εφτάσαμε ψηλά

γιατί μια νύχτα
αντί στη μάχη πρώτοι να σταθούμε
εκρυφτήκαμε
χωρίς πανοπλία το λαό μας αφήνοντας
μπροστά στα βέλη των Περσών-


(Αύγουστος 2004)
Από την συλλογή "Χαιρετισμός"

Tuesday, April 1, 2008

Το άλογο

Αυτός το άλογο δε βίασε
Τον είδαν
να καμαρώνει το σε χέρσο σύνορο
και συμφωνία μυστική να ψιθυρίζουν
να τ' αρματώνει για ένα χερόβολο ζωής
-μερίδιο στο έπος-
με χαλινά, με σπίθες, μ' άροτρα

Μ' αυτό πορεύτηκε
-υπνόθωροι στην ίδια στέγη-
Τον είδαν
να θυμώνει του στην ανημπόρια
τους καπνούς
μα όταν άστραφτε από τρέμουλο
κι από παράπονο η φλέβα
με χάδι ανταμικό να ησυχάζει

Τον είδαν σα που έσβηνε
πέτρα να κάνει τη καρδιά
τα δουλεμένα χαλινά
αργά του άψυχου να λύνει
και φωτοστέφανο στη κεφαλή να του φυσά
κι ευγνωμοσύνη

Στο χώμα της αυλής του να το δίνει
όχι στους γύπες
γιατί μ 'αυτό πορεύτηκε
λιτά μ' αυτό πορεύτηκε σε καταρράκτη φωτερό
ο ακριβός νεκρός
ο μόνος οδηγός μου


(1997)
Από την συλλογή "μαθητεία"

Monday, March 24, 2008

Οι πολιτείες το πρωί


Οι πολιτείες το πρωί αθώες μοιάζουν

Ο ήλιος κατεβαίνει σα πραματευτής
ανοίγει τα μπαγάζια του στις γειτονιές
λαλώντας τη πραμάτεια

Κυράδες έρχονται με τσάντες πλαστικές για να γεμίσουν
-μες στα κεφάλια τους σφυρίζουνε οι έγνοιες
όπως οι σφήκες γύρω απ’ τη φωλιά-

Φτάνουν με τα τραπέζια τους οι γέροι
ρουφώντας καφέδες αχνιστούς
-γάτος ο θάνατος στα πόδια
που όλο να φύγει τον σκουντούν
μ’ αυτός σα χάδι απαλός και παιχνιδιάρης
στα πόδια που τον διώχνουν επιστρέφει-

κορνάρουν αυτοκίνητα στους δρόμους να προφτάσουν
πλευρίζουν τραίνα τους σταθμούς να ξεφορτώσουνε
παραγγελιές, φορτία

Για λίγα ψίχουλα φωτός πεσμένα κάτω
-που δε τα καταδέχτηκε κανείς-
ένα μυρμήγκι ασθμαίνοντας, τρέχει να φέρει τ’ άλλα

Χιλιάδες μέλισσες κινούν
Χιλιάδες πεταλούδες
Μπαίνουν τα δέντρα στη σειρά
κάνουν σημειωτών και περιμένουν

Τραβούν κουπί λουλουδικά μέσα σε γλάστρες
Κι ένα παιδί
τη μπάλα βαστώντας τρυφερά
-σα να κρατάει πλανήτη-
Το βήμα ζυγιάζει για άλμα ζηλευτό
σε ουράνιο καλάθι

Τα λεωφορεία της γραμμής φέρνουν απίθανα πουλιά
που φτερουγίζουν στις χειρολαβές και τα καθίσματα
σαύρες, βατράχια λιάζονται στην οροφή
και ένας αλιγάτορας
τρέχει βαριά στο δρόμο

Κι ο πράος ο ηλιματευτής με τη τραγιάσκα του στραβά
καπνίζοντας ένα χρυσόσκονης τσιγάρο
τυλίγει σε χάρτινα το φως χωνιά
και το ζυγίζει

Χορεύουν σε πλήκτρα δάχτυλα, πηδούν
της μοιρασιάς της ξέφρενης προβάλλοντας
τον ισολογισμό

Οι πολιτείες το πρωί αθώες
κι αφελείς ομοιάζουν



(1997)
Από την συλλογή "μαθητεία"

Saturday, March 15, 2008

Η κιβωτός

Ποια κιβωτός;
μακριά από με
η προστυχιά των Νώε

η αθωότης των
και κείνη η κολιγιά με τον Θεό
δε μου αρέσουν

Ποια κιβωτός;
Εδώ, στη πλώρη των Σοδόμων
μαζί με τους ενόχους
θα σωθώ
ή θα καώ




(1996;)
Από την συλλογή "Τα σκοτεινά ποιήματα"

Sunday, March 9, 2008

Στιγμές εστεμμένες

Σβήνει η μέρα
κορωνίτσες φορώντας
τα τελευταία πουλιά
μαζεύουν το δρόμο

Ολόγιομο
φορώντας πορφυρό διάδημα
το φεγγάρι

-Γιατί ό, τι μας ανταμείβει
είναι κάτι μικρές
αθάνατες στιγμές

καταπώς ζωγραφίστηκαν
μονάχα εμείς γνωρίζουμε
και μόνο εμείς
φοράμε στα ταπεινά που μας δόθηκαν
χρυσά σιρίτια-

Φαντάσου λοιπόν
να εξαϋλώνεσαι
στη τσέπη κρύβοντας
στιγμές εστεμμένες


(1997)
ελεύθερο

Thursday, March 6, 2008

Θήβα 2002 μ. Χ.

Θήβα, δέντρο φυλλοβόλο, ριζωμένο
σε αίγλης αρχαίας το αόρατο μούλιασμα
κάτω απ’ την άσφαλτο μια πήχη
η επτάπυλος κοιμάται μεγάλη μητέρα
-σταλαγματιές μέρες χρυσές, γλυκό νανούρισμα
στολισμένη, περήφανη
λάρνακες, χαμένοι θησαυροί και πήλινα
και των οστών το σιγαλό μουρμούρισμα-

Και συ μονάκριβη κόρη
στα χέρια ευχής της νεκρής ανεμίζεις
σημαία ζωής
με δρόμους, αυτοκίνητα και τέντες
με τζιν και δίκοπους σταθμούς
με μπαρ, στρατόπεδα κι ανέμελα σχολεία
αλλοιωμένη, δίχως πρόσωπο
από τη κίτρινη που σωρεύεται σκόνη
κι από των ζωντανών την αμνησία

Και συ πικρή γεροντοκόρη
που γάμο λαμπρό μόνο ονειρεύτηκε, ποτέ δεν είδε
και το αγκάλιασμα της δόξας
Τώρα τη μάννα σου φοβάσαι να θυμάσαι
και νύχτα σκάβεις για να χτίσεις, μη δεις το φως της
και μην ακούσεις
ψιθύρους ενός Επαμεινώνδα που επιμένει
στην ίδρυση μιας φάλαγγας ξανά…λοξής!

Γέρο εσύ μαρμάρινε -θροΐζουν αδιάκοπα
τριγύρω σου, με έγνοιες οι διαβάτες-
τι βλέπουν τ’ άσπρα μάτια σου στην ερημιά
στην έκσταση της λήθης; του δέντρου ετούτου
τα χρυσά, αποδημητικά πουλιά θα ξαναρθούν;
θ’ απλώσουνε στα πέρατα ποτέ μαντατοφόροι
την είδηση ανάστασης ξανά της επταπύλου;


(2002)
Από την συλλογή "μαθητεία"

Thursday, February 28, 2008

Άυλη πόλη

Ο ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΑΣ

Κάποτε φτωχός
σώμα σφριγηλό και διψασμένο
τους πρώτους αποπειράθηκε ασύ
νετους στίχους
σκύβοντας σε χαρτιά
με περισσή αποκοτιά

………………………

Τώρα ξεφτισμένο φτερό
ένα μάτσο ρυτίδες πάνω σε κόκαλα
με κόπο τα βήματά του σέρνει
στην άϋλη πόλη
στα σπουδαία των έργων του κτίσματα
στο μέσον μιας κουστωδίας
οψίμων πιστών και μαθητών


-Επιφωνήματα υμνούν θαυμασμού
την ολοφάνερα μεσημβρινή
των κτισμάτων διάταξη
κουβέντες
πώς παίζουν με του ήλιου το φως
οι άχραντοι δρόμοι, οι μετώπες
και τα σοφά δεσίματα

Παρατηρούν τη γυαλάδα των λέξεων
τη μεγαλόπρεπη υμνούν, ευλυγισία των στίχων
με έμπειρο μάτι μετρούν
την αντοχή στον χρόνο, θεμάτων και ρυθμών

Τα ποσοστά ρεαλισμού εκθειάζουν
και των υπόγειων νερών
που συχνά σε κρυστάλλινους πίδακες ξεσπούν
την κρυφή συνδρομή-

Υποκλίνεται η κουστωδία σεμνά
στη σεπτή του αρχιτέκτονα σκιά



ΤΟ ΠΗΓΑΔΙ

Μα αυτός αλλού.
Με μάτι ψηλαφίζει υγρό
ανασασμούς των στίχων του
στην πόλη του βλέπει
όσα στους άλλους
παντοτινά θα μείνουν κρυμμένα

-πότε στήθηκε και πώς το κάθε ποίημα
την ανέχεια που δένει τα θεμέλια
τη χρόνια περιφρόνηση των ζωντανών
άφαντους πόθους
χάδια

τελειωμένα λόγια και χαμένα πρόσωπα
που παίζουν κρυφτό πίσω απ’ τους κίονες
και απαλά αεράκια που ανεβαίνουν τις σκάλες
ενώ τρίλιες πεθαμένων πουλιών κουβαλούν
και μυρωδιές
από παλιές αγαπημένες Κυριακές-

…………………

Μ’ αυτός αλλού.
έκπληκτος
πώς τον αποστέγνωσε μια τέτοια πόλη
μια άϋλη πόλη
πόσο ύπουλα του ρούφηξε το αίμα


Αλλού.
Στο μαύρο της πόλης του τρομαχτικό πηγάδι
του παλαιού του χέρσου τρομαχτικό πηγάδι
που γύρω του έχτιζε μήπως το εξαλείψει

μα τώρα νάτο πάλι σκοτεινό
που σιωπηλά του γνέφει
από την πόλη που ύψωσε
να τον αποχωρίσει


(2006)
ελεύθερο

Saturday, February 23, 2008

Καναρίνια

Γεννημένοι στου Θεού το δίλημμα
που τις αστραφτερές λεπίδες φοβερίζει να λυγίσει
εκεί που ο πίδακας ολοένα ανεβαίνει
του ενθουσιασμού
σαλεύει η όρεξη του αρχαίου φονικού
κι ο δυνατός το φρύδι υψώνει
γεννημένοι εκεί

Το παρελθόν
που σα καράβι βούλιαξε
με μύρια κόκαλα στ' αμπάρια
οι σκουριασμένες λόγχες
οι περικεφαλαίες με τις τρύπες
απ' τ' ακόντια του καιρού

κι αυτά που μπρος μας λαμπυρίζουν ζωντανά
τα μπερδεμένα, τα χρωματιστά
τα διαπνέοντα τάξη μυστική
και ανταπόδοσης δικαιοσύνη

όλα περάσαν απ' τη πύλη της παλιάς πληγής
και χύθηκαν φωνάζοντας στο είναι

Τώρα να ξεχωρίσουμε τα σωθικά μας απ' το κόσμο
ακατόρθωτο

Κι αυτή η βροχή
που απ' το πρωί πέφτει λοξή
σα να χωρίζει απ' του μυαλού τα σύννεφα
και μέσα μας να γίνονται ποτάμια

ποτάμια αφριστά
σε σωθικά καναρινιών
που σε κλουβί πετούν
τεσσάρων εποχών

και σάμπως μάθαμε ποτέ τι καρτερούμε
χώμα εμείς, ζωντανό, λαχανιασμένο
χρόνια ακούνητοι
σε δρόμων Λερναίων την αρχή

με την ευθύνη απλωμένη πάνω μας σα λάδι
να κυνηγήσουμε αυτό που αιώνες μας ξεφεύγει
να στοχαστούμε το μέσα μας ακριβοσυναγμένο φως
εμείς τα περιγράμματα
που ανήλεα παλεύουμε
ουσία
το απροσμέτρητο κενό μας
να γεμίσουμε


(1997)
Από την συλλογή "μαθητεία"

Saturday, February 16, 2008

Άσεμνη σκέψη


Γλυκιά στο καναπέ
νωχελικά αφημένη

ψηλά το βλέμμα
σα τις εικόνες να κοιτάς
και το καντήλι
που τσιριχτά τον άγγελο
νυχθημερόν φωτίζει

-Μα ποιος σου πόθος λάτρισσα
και άσεμνή σου σκέψη
τον ιερό μαγεύει και καλεί
τη δύναμη ν’ απαρνηθεί
φύση ουδέτερη ν' αφήσει;

ρομφαίες και φτερά
πίσω να παρατήσει
και μπρος σου
-σπάζοντας το γυαλί-
σ’ άντρα να μεταμορφωθεί

που αδημονεί
στα θελκτικά σου στήθη
ηδονικά να σκύψει;-



(2008)
Από την συλλογή "Ωραιοδίνη"

Wednesday, February 13, 2008

Σαπφώ



-Κέλομαί σε Γογγύλα
Πέφανθι λάβοϊσά μα
Γλακτίν αν σε δηύτε πόθος αμφιπόταταϊ.
ταν καλάν α γαρ κατάγωγις αυτά
απτόαισ' ιδοϊσαν, εγώ δε χαίρω,
και γαρ αύτα δη τόδε μέμφεταί σοι
Κυπρογένηα-

Ξακουστή κυρά κοίτα, ανάλαφρος ήρθα
άφησα πίσω ανάξιους φόβους, πανοπλίες
δε θέλω πια, καμιά γυναίκα ολότελα δική μου
γι’ αυτό με θάρρος σου ζητώ
το χέρι σου να τείνεις να φιλήσω

Πάτα τον όρκο ξεμυαλίστρα
και πάρε με στους κήπους
που τα κορίτσια σου γελούν
μες στα λουτρά και τα γρασίδια
πίσω απ’ αυτό το πέπλο
που μπρος μου ορθώνεται θαμπό
τα σκαλοπάτια του ήλιου

Τράβηξα πολλά να φτάσω εδώ
έμπλεξα με τυράννιες
πάλεψα με λογισμούς βαθιούς
και σιωπηρούς
ήτανε δύσκολο
από τις χώρες του πολέμου
στη πύλη του έρωτα να φτάσω

Μα τόξερα
Στη χώρα του έρωτα πρέπει γυμνός να μπεις
Χωρίς οργή, σπαθιά και κτήσεις

………………………………...

Και τώρα νάμαι
ολόγυμνος μπροστά σου γονατίζω
Πάρε το χέρι μου κυρά
οι κοπελιές σου μ’ είδαν
για δες κρυφογελούν
πες μου το ναι
ξέρεις και συ από πόθο

Θα μπω με δέος
ετούτο το χώμα θα φιλήσω
θα κάνω σπονδή με ηδύποτα
καλότυχος να είμαι
κι αν θέλεις
από το χέρι θα με πάρεις
ανάλαφροι πάνω στο δώμα σου να πάμε

πλύνε με
μ’ αρώματ’ άλειψέ με
κι ανάσανε στο στήθος μου μπροστά
πληγές
σημάδια ν’ απαλύνεις

Όταν τα χάδια σου τα μαγικά
στο όνειρο με στείλουν
γνέψε στη δόλια τη γριά
να φέρει και τις άλλες
που με τις λύρες θάρθουνε
αργά και σιγοτραγουδώντας
πανέμορφες κι ερωτικές
μ’ ολόλευκους χιτώνες
να πέσουν γύρω μας

…………………….

Έπειτα έξω στους κήπους
τα νερά να περπατήσουμε
μαζί να γράψουμε τους ύμνους
και σου ορκίζομαι
τη πιο ακριβή σου φιλενάδα
που αμόλυντη για σένα τηνε θέλεις
δε θα ποθήσω
κι ούτε εδώ θα βαρεθώ
καμιά δε θα σου κλέψω για να φύγω

τα γλυκά, τραβηγμένα μυστικά
τη θάλασσα την αλμυρή
δε θα περάσουν

Δώσε το χέρι σου κυρά
κολύμπησα
κουράστηκα για νάρθω…



(1988)
Από την συλλογή "μαθητεία"

Wednesday, February 6, 2008

Η γυναίκα

Η γυναίκα
-ό, τι κι αν πεις-
παρακμάζουσα πόλη
λύκαινα
που μ' όλους τους λύκους παίζει
έτοιμη και διψασμένη να δοθεί
στον πιο χλευαστή
των ιερών και οσίων της

Πόλη η γυναίκα
ανοιχτή
σε κάθε πολιορκία

Άσπιλο το χέρι θεωρεί
που τη κερκόπορτα μισάνοιχτη κρατεί
η γυναίκα

-Κι ο προδομένος αυτοκράτωρ
απηυδισμένος απ' τη λύπη
πιο δυνατός για ξένη πόλη θα διαβεί
να τη πορθήσει αδίστακτα
με μαγικούς ψιθύρους
-μικρά εκκολαπτόμενα ωά
αναπαντέχως γεννημένα
στης προδοσίας τη φωλιά-

και στο ναό της μέσα
άλλη αγάπη να χαρεί
υπό το φως κηρίων
και σεβαστών εικόνων
πρωθυστέρων αγίων-



(1998-2008)
Από την συλλογή "μαθητεία"

Thursday, January 31, 2008

Ακριβογιός

Αγέννητος ο ακριβογιός σου
απέραντος στο θόλο τ' ουρανού σα Παντοκράτορας
φορά μια σκουριασμένη Δύση
κι είναι ο αγέννητος ακριβογιός σου
συννεφιά
βαριά, πηχτή, γεμάτη αγωνία
καθώς από ψηλά
σαν ιδρωμένη ζωγραφιά
να επέμβει επιθυμεί

μα δε μπορεί
μόνο σε βλέπει
δρόμους ν' ανοίγεις στα τυφλά
ενώ στο μέτωπό σου φέγγουνε
τα λαμπερά
του Ήφαιστου επιτεύγματα

κι από τη χούφτα του ίσκιου του
σαν αστραπή αφήνει προσευχή
μπόρα να γίνεις καυτερή
να παρασύρεις τις σκουριές και τα μολέματα
να καθαρέψει η γη

για να κατέβει
-όταν σημάνει η ώρα-
ήλιος χρυσός ο ακριβογιός
για δε του πρέπουνε ρημάδια


(1998)
Από την συλλογή "μαθητεία"

Friday, January 25, 2008

Ανοικτή επιστολή σε ποιητές


Πάντα εδώ, σε τούτη την απόμερη γωνιά
ένα ζεστό μπαλκόνι φίλοι μου, σας περιμένει
έχω φυτέψει δυο λουλούδια απ' τα παλιά
η νοσταλγία σας, σα τα κοιτώ, με ραίνει

Τα χρυσά του φώτα ο ιερός σκοπός
τάχε απ' την αρχή σε μας στραμμένα
όμως ο δρόμος του ο φτερωτός
άφησε μένα εδώ και σας στα ξένα

Στις γωνιές του κόσμου πολεμάμε σα φωτιά
τον ήλιο χαιρετίζουμε καβάλα στ' όνειρό μας
μα είναι τα λάφυρα που πήραμε λειψά
δεν εκτιμάται ακριβά το μερτικό μας

Μα μη φοβάστε αν εχθρικές ειν' οι ιαχές
η φλόγα στη καρδιά πυρώνει ακόμη
έχουμε κάτι αγέρωχες ψυχές
που πλάθονται στου κόσμου το αμόνι

Θα φτάσει κάποτε μια Άνοιξη μεστή
που οι θεοί ψηλά θα μας σηκώσουν
θα φέρει τότε ένα νιόβγαλτο παιδί
στεφάνι που οι ανθρώποι θα του δώσουν

Τότε ναρθείτε! όταν εκείνα τα μπουμπούκια
θα ανθίσουν. Θα σας κοιτάζω κλαίγοντας
και θα ριγώ, καθώς τα άρματά σας
στην αυλή μου θα βροντήσουν

Μα τώρα θέλω ν' αντέχετε κάθε πληγή
όλους τους πόνους
γιατί για σας σμιλεύω στη ψυχή
ολόχρυσους τους θρόνους


(1997)
Από την συλλογή "μαθητεία"

Sunday, January 20, 2008

Οι ατελέσφοροι


Αυτός ο τόπος, δεν είναι τόπος μόνο ζωντανών
οι νεκροί
-προπαντός οι ηττημένοι νεκροί-
έχουν στις πέρα απλωσιές κατασκηνώσει
Μένουν εδώ, πεισματικά προσηλωμένοι
οι δικοί μας ασώματοι

Πέφτουν στο χαράκωμα τις νύχτες
ρίχνουνε ντουφεκιές
θαρρώντας πως τα βόλια τους οι στεναγμοί
σα στίφη θα περάσουν τη θολή γραμμή
για να χτυπήσουν
ό,τι εδώ τους νίκησε και άρχει ακόμη

-Αυτός ο τόπος
έναν βασιλικό φορά
καταμεσής του στήθους-

Με αίμα το όνειρο έντυσαν
και με φωτιά
σήκωσαν το πόδι ευθαρσώς ψηλά
τ΄ αόρατο να βρουν σκαλί
που στους κήπους των ουρανών θα οδηγούσε

όμως δε βρήκαν το σκαλί
-ούτε ποτέ κανείς-
τα τριχωτά ποδάρια τους, στο χώμα πέσαν πάλι
ζωγραφίζοντας ίχνη τα πέλματα
ανάκατα εδώ κι εκεί

Πέσαν κι αυτοί
γίναν αδέσποτα παράπονα
και μόνο την ύστατη στιγμή, που όλα λάμπουν
την λήθη είδαν τέρας φριχτό
πάνω τους νάρχεται
με τόνους κίτρινης σκόνης βουερής
έτοιμης να σκεπάσει
τις μάταιες των ονείρων εγκαθιδρύσεις
έτοιμης να σκεπάσει
των αθώων τα φάσματα

-Μα πότε σηκώθηκε ένα άτρωτο όνειρο
ποιος τόχτισε στου κάστρου τα ντουβάρια να ριζώσει
χωρίς να το σκοτώσει-

Δοσμένη στο βάρος η κίτρινη σκόνη
κάθεται πάνω στα μισά
κάθεται πάνω στα παράπονα
βυθίζει στην άμμο αφανισμένους καιρούς
κούφια οστράκια

-Κι εγώ της αβύσσου ποιητής
μ΄ όλα τα χέρια μου ψηλά
πλοκάμια στο χάος τεντωμένα
ικετεύω την έλευση της φοβερής κραυγής
του λυτρωμού
που τα χαμένα πάλι
κάτω απ΄ την άμμο θα σαλέψουν-

Αφού συνεχώς σκληραίνουμε θα γίνουμε αγάλματα!


ii

Νάταν η φλόγα της μνήμης που σύνεση γεννάει
νάσβηνε μια στιγμή
κι απ’ τις ραγισματιές του στήθους
να μη περνούσαν οι αρχαίοι στεναγμοί
μόνο η κάθε στιγμή να στάζει από τα μάτια
να σπάει το τσόφλι του μέσα μας αυγού
και ν΄ ανασταίνεται μικρό πουλί
που ακούγεται να περπατά πάνω στα σπλάχνα μας
καρδιοχτυπώντας αϊτός να γίνει…

-Σ΄ αυτό το τόπο
γλάστρες βασιλικών
και κυπαρίσσια λόγχες-

Μια κι η γαλήνη δε βολεύεται ποτέ
πάνω σε αίμα που κοχλάζει
πάντα εδώ θα φτάνουνε αντιλαλιές των στεναγμών
για νάναι πιο υποφερτές οι τρικυμίες

κι αφού συνεχώς σκληραίνουμε, αγάλματα
αγάλματα θα γίνουμε με άσπρα μάτια
αγάλματα μ΄ έναν αϊτό στα σπλάχνα

αγάλματα
που δε φαντάζονται πια κείνους τους κόσμους
μ΄ αγγελικούς ανθρώπους να πετούν γυμνοί
μακάριοι χορευτές
ούτε βιολιά πλανώμενα
να παίζουν μόνα τους εξαίσιες μουσικές
μόνο αδέξιους φαντάζονται χωριάτες
να πολεμάνε μάταια να μάθουνε χορούς
φαντάζονται τεχνίτες κουρασμένους και κυρτούς
μες στα μεσάνυχτα να φτιάνουνε βιολιά
και μουσουργούς με πυρετό
να στήνουν αυτί στον άνεμο
κλέβοντας νότες φάλτσες


(1987-1996)
Από την συλλογή "Χαιρετισμός"

Wednesday, January 16, 2008

Μινώταυρος



Καιρός να δούμε στα μάτια την αλήθεια
για ό,τι συνέβη τότε στη μακρινή τη Κρήτη
στου Μίνωα το βασίλειο
που την Αθήνα είχε
με κατάρα πολύχρονη γερά δεμένη

Ο Θησέας στον σκοτεινό λαβύρινθο
βρήκε τον Μινώταυρο μα δε τον σκότωσε
αντίθετα, ο γιος του Αιγαία έπεσε απ΄ το τέρας
που ακολουθώντας το κουβάρι
έξω στο κόσμο βγήκε με του Θησέα τη μορφή

Δε τον αναγνώρισε κανείς
η λύπη
-μαύρη πεταλούδα-
πέταξε απ΄ το στήθος των ταμένων νέων
που ξέσπασαν σε αναφιλητά λυτρωτικά
οι ναύτες ζητωκραύγασαν, ετοίμασαν γιορτή
με σφάγια, με κόκκινα κρασιά
κι η Αριάδνη σκίρτησε κρυφά από χαρά

Μονάχα ο Αιγαίας
μονάχα εκείνος από μακριά αντικρίζοντας
κατά πώς έπλεε το πλοίο
κατάλαβε το φοβερό το μυστικό
και έπεσε απ΄ τον βράχο

……………………………

Από τότε στον άδειο θρόνο
κάθεται ο Μινώταυρος
κι όψεις αλλάζοντας
την δόλια Αθήνα κυβερνά

τη μέρα
φορώντας το στέμμα και τα μπιχλιμπίδια του
για έργα, νόμους, για πρόοδο μιλά
και το καλό των πολιτών

μα σαν η νύχτα πέσει
τον πνίγει η μάσκα
παλιές συνήθειες τον τραβούν

τη πρωινή αμφίεση με ανακούφιση πετά
και ως δικαιούχος νόμιμος
τις μίζες του ηδο
νικά μετρά



(1997)
Από την συλλογή "Χαιρετισμός"

Saturday, January 5, 2008

Σμύρνη


Υποψιασμένα τα δέντρα
πως οι θανατερές πνοές φτάνουν
τις ρίζες απ' το χώμα τραβήξαν
και δάκρυα πόνου απ'τις σχισμάδες ανάβλυσαν

Έτσι με ξεριζωμένα πλοκάμια
σχημάτισαν ουρές
κι έπιασαν αργά να προχωράνε τα δέντρα
κρατώντας μπόγους στα κλαριά
και μωρά που έσκουζαν
μέσα στ' άνθη τ' αλλοπαρμένα

Προχωρούσαν σκυφτά
σαν αόρατο πάνω τους βάρος
να βγουν απ' της φωτιάς τον θώρακα
να φύγουν απ' το χώμα που δικό τους ήταν
και τώρα χάσκει έρημο με ανοιχτά στόματα
τρύπες που μαρτυράνε τον όλεθρο

Πού να κατοικήσουν τόσες μνήμες πια
παρά σ' αυτές τις ζαρωμένες πεταλούδες
που ακολουθούν την πορεία των δέντρων
στα αλμυρά νερά




(1998)

Tuesday, January 1, 2008

Η μεγάλη κατάφαση


Του κυττάρου τις πύλες σιωπηλά ξεκλειδώνω
στη σεμνή ταραχή σου ζωή, να πλανηθώ
όσα θάρεψα μα δε γνώρισα, ανταμώνω
το αδέσποτο σώμα μου, γλυκά θ'ασπασθώ

Ανήμερους πόθους στο καρτέρι μερεύω
παλάτια παλιά, με τον ήλιο ξεχνώ
μέσα στη λήθη του πια ζωντανεύω
τα μάτια ανοίγω στο φως του τ'αχνό

Και θέλω να μείνω στ'ανάγλυφο άστρο
που ξένο με πάιρνει, με κάνει δικό
χαρίζει μου ύλη να χτίσω το κάστρο
μ'αδάμαστο χέρι, αερικό

Των σπλάχνων σου γη, με κυνηγούν οι σκιές
βαραίνει στο μέτωπο της νίκης το στέμα
κρυφά με κυκλώνουν πικρές ενοχές
συγχώρια ζητώ απ'των θυμάτων το αίμα

Γυμνός ναυαγός στης ανάγκης την όχθη
αργά ψηλαφίζω ακριβά μυστικά
με δάκρυ ραντίζω του κόσμου τη κόχη
χλωραίνω το πόνο κι υψώνω φτερά

Και θέλω να μείνω στ'ανάγλυφο άστρο
που ξένο με παίρνει, με κάνει δικό
χαρίζει μου ύλη να χτίσω το κάστρο
με χέρι καλέμι, αερικό

Στη φωτιά των καιρών ανασαίνουν και σμίγουν
αθώοι αγγέλοι ριγμένοι στη γη
από τούτο το τόπο σα λουλούδια θα φύγουν
που το χρώμα γυρίζουν ξανά στη πηγή

Τη φθορά του καρτερικά αψηφώντας
ανέμελα παιδιά, βουής θεϊκής
στο άγνωστο τραβάνε τραγουδώντας
τρυγώντας δύναμη κι απόσταγμα ζωής

Και θέλουν να μείνουν στ'ανάγλυφο άστρο
που ξένα τα παίρνει, τα κάνει δικά
χαρίζει τους ύλη να χτίσουν το κάστρο
με χέρια ωραία, αερικά...

(1996)