Thursday, March 6, 2008

Θήβα 2002 μ. Χ.

Θήβα, δέντρο φυλλοβόλο, ριζωμένο
σε αίγλης αρχαίας το αόρατο μούλιασμα
κάτω απ’ την άσφαλτο μια πήχη
η επτάπυλος κοιμάται μεγάλη μητέρα
-σταλαγματιές μέρες χρυσές, γλυκό νανούρισμα
στολισμένη, περήφανη
λάρνακες, χαμένοι θησαυροί και πήλινα
και των οστών το σιγαλό μουρμούρισμα-

Και συ μονάκριβη κόρη
στα χέρια ευχής της νεκρής ανεμίζεις
σημαία ζωής
με δρόμους, αυτοκίνητα και τέντες
με τζιν και δίκοπους σταθμούς
με μπαρ, στρατόπεδα κι ανέμελα σχολεία
αλλοιωμένη, δίχως πρόσωπο
από τη κίτρινη που σωρεύεται σκόνη
κι από των ζωντανών την αμνησία

Και συ πικρή γεροντοκόρη
που γάμο λαμπρό μόνο ονειρεύτηκε, ποτέ δεν είδε
και το αγκάλιασμα της δόξας
Τώρα τη μάννα σου φοβάσαι να θυμάσαι
και νύχτα σκάβεις για να χτίσεις, μη δεις το φως της
και μην ακούσεις
ψιθύρους ενός Επαμεινώνδα που επιμένει
στην ίδρυση μιας φάλαγγας ξανά…λοξής!

Γέρο εσύ μαρμάρινε -θροΐζουν αδιάκοπα
τριγύρω σου, με έγνοιες οι διαβάτες-
τι βλέπουν τ’ άσπρα μάτια σου στην ερημιά
στην έκσταση της λήθης; του δέντρου ετούτου
τα χρυσά, αποδημητικά πουλιά θα ξαναρθούν;
θ’ απλώσουνε στα πέρατα ποτέ μαντατοφόροι
την είδηση ανάστασης ξανά της επταπύλου;


(2002)
Από την συλλογή "μαθητεία"