Monday, December 24, 2007

Ιδιωτική θλίψη


-στον φίλο μου Βασίλη Κατσέλη
που έφυγε νωρίς-


Φίλε απόψε η παρέα μας συνάχτηκε
είναι γεμάτο το ποτήρι και σε περιμένει
βρέχει στο δρόμο, το φεγγάρι χάθηκε
μα κάτι στον αέρα μας πικραίνει

Όμως σαν έρθεις θα καθίσουμε
όπως παλιά, ήσυχα να τα πούμε
μπορεί, που ξέρεις, να μεθύσουμε
και στη βροχή σα τα παιδιά να βγούμε

Έλα με το βρεμένο πανωφόρι σου
τίναξε τα γκρίζα σου μαλλιά
παίξε τ’ ασημένιο κομπολόι σου
κι ας κάτσουμε στη γνώριμη γωνιά

Τότε μπορεί να ταξιδέψουμε
πίσω απ’ τα σύννεφα, πέρα στ’ αστέρια
μπορεί ακόμα και τη μοίρα να πλανέψουμε
και να της κλέψουμε του πόνου τα μαχαίρια

Μπορεί με τα τραγούδια μας να υψώσουμε
μία φωνή στον ουρανό μεγάλη
τους άσπλαχνους θεούς να μαλακώσουμε
που ρίχνουνε φωτιά στη γη κι ατσάλι

Μπορεί με τ’ άλογά μας να καλπάσουμε
στα πράσινα αμάραντα λιβάδια
μπορεί εμείς να μη σκουριάσουμε
να μη, να μη μας πάρουν τα σκοτάδια

…………

Όμως τα τσιγάρα μας καπνίσαμε
άδειασαν τα ποτήρια
η ώρα πέρασε
δε φάνηκε η ωραία σου μορφή
είπανε: «κάποιος χάθηκε!»
κόπηκαν τα γεφύρια
τα μάτια μας βουρκώσανε
στου δρόμου τη στροφή…



(1997)

Wednesday, December 12, 2007

TO BE?

Πώς απέρριτο τόπο ν'αφήσω
ν'αρνηθώ ομορφιά γαληνή
μελωδιές απ'τη μνήμη να σβήσω
τραγουδιών που δε φτάνουν στη γη

να μισέψω απ'τα δώθε παλάτια
τα χτισμένα με λίθους φωτός
να διαβώ τα υγρά σκαλοπάτια
ωραίος θεός μα φθαρτός

Στη ποριά να απλώσω τις ρίζες
σε τοπίο απείρων βωμών
νε με κόβουν οι νύχτες σα σχίζες
με το βάρος πικρών λογισμών

Πώς ν'αντέξω χωρίς τα φτερά μου
μαραθήκαν και πέσαν στη γη
θα ποθώ το παλιό πεταγμά μου
στ'ουρανού την αστέρευτη αυγή



(1996)

Wednesday, December 5, 2007

Ο βράχος


Ο βράχος
βαρύς κι ακίνητος απάνω στα χαλάσματα
τεράστιος, ασήκωτος, βουβός
ό ίδιος βράχος

στην απειλητική σκιά του
ξέγνοιαστα παίζουν τα καινούρια παιδιά
ανυποψίαστα για την αιχμή του πεπρωμένου τους

τα καινούρια παιδιά
βαφτισμένα στον ενθουσιασμό και την λήθη
δε γνωρίζουν τα παλαιά του βράχου ταξίδια
τις ιδιοτροπίες και τη ματαιότητα της ελευθερίας

κανείς δε τολμά να μιλήσει στα καινούρια παιδιά
οι μεγάλοι κρύβουν βαθιά την αλήθεια
οι μεγάλοι προχωρούν με πρόσωπα σκυθρωπά
ασχολούνται πια με πράματα ταπεινά
αποφεύγοντας να κοιτάξουν ή να δείξουν τον βράχο
που βουβός κι ακίνητος περιμένει
περιμένει ο βράχος
τα καινούρια παιδιά



(2004)

Thursday, November 15, 2007

Μετά την θύελλα (απόσπασμα)

Όμως, η σημερινοί κάτοικοι του Αμάραντου, δεν έχουν σαφή επίγνωση του παρελθόντος. Πολλοί αγνοούν ακόμη κι από που πήρε το τελευταίο του όνομα το χωριό τους. Λίγα χρόνια αφού εκδιώχθηκαν οι ανατολικοί καταχτητές, ένας γερόσοφος που συνέλαβε τη θέληση αυτού του χωριού, να συνεχίζει να ζει σε πείσμα των θεών και των δαιμόνων, ονόμασε το χωριό Αμάραντο. Έτσι πέρασε και στα χαρτιά. Αμάραντος.
Τους κατοίκους του όμως σήμερα, τους απασχολεί περισσότερο το παρόν που σαν εύθραυστο αυγό αργοκυλάει πάνω στα βότσαλα του άγχους της πραγματικότητας και της επιβίωσης. Η μοίρα των περισσοτέρων είναι από χρόνια προκαθορισμένη. Να δουλεύουν τη γη με οποιοδήποτε τίμημα για να θρέψουν τις πολιτείες, που συνήθως τους περιφρονούν για τη ταπεινή τους εργασία και καταγωγή. Η δουλειά στα χωράφια παραμένει δύσκολη, όσο κι αν τα χέρια τους απέκτησαν τρομερά βοηθητικά εργαλεία μετά τη τελευταία θύελλα. Δουλεύουν ασταμάτητα εννιά μήνες το χρόνο και σ' αυτό το διάστημα αδυνατίζουν και μαυρίζουν σα γύφτοι. Τους υπόλοιπους μήνες ξεκουράζονται λόγω καιρού και μόνο τότε ροδοκοκκινίζουν και παχαίνουν από τη καλοπέραση και το γλεντοκόπι.
Αντιλαμβάνονται όμως με τον δικό τους τρόπο το παρελθόν. Παρά τους φόβους των τελευταίων παππούδων, διατηρούν τους τάφους καθαρούς και δεν αφήνουν ποτέ τα καντήλια να σβήσουν. Πολιορκούν τα παιδιά με μύθους για τη ματαιότητα, όπως το μύθο του χωραφιού που μίλησε κάποτε από αγανάκτηση, σε δύο που κόντεψαν να αλληλοσκοτωθούν για τα σύνορά του.
-Γιατί ανόητοι τσακώνεστε, τους είπε, μόνο μονόφθαλμους αφεντάδες είχα ενενήντα εννιά!
Το ότι αναγνωρίζουν όμως τη ματαιότητα, δε τους εμποδίζει να ρίχνονται και οι ίδιοι σ' αυτήν όπως ο πυρωμένος απ' τη κάψα στο δροσερό ποτάμι. Φυλάνε σα κόρη οφθαλμού τα σύνορα, τα συμβόλαια, τους τίτλους ιδιοκτησίας των χωραφιών τους κι ένα από τα μεγαλύτερά τους όνειρα, είναι να έρθουν κάποτε τα πράματα δεξιά σ' αυτούς και ζερβά σε άλλους, για να μπορέσουν ν' αγοράσουν κι άλλη γη απ' αυτή που κληρονόμησαν.
Βέβαια, μέσα στα μπαούλα, δίπλα από τα συμβόλαια και κάτω από τις παραδοσιακές στολές των προγόνων, οι περισσότεροι κρύβουν όπλα μέσα σε γράσο και σφαίρες πούχουν ξεμείνει από πολέμους και λαθρεμπόρια. Πιστόλια όλων των διαμετρημάτων, αυτόματα, οπλοπολυβόλα και χειροβομβίδες ακόμη που τάχουν φυλαγμένα για μια ώρα ανάγκης, όπως λένε. Αυτό δε σημαίνει πως τρέφουν κρυφές επιθυμίες εναντίον του καθεστώτος. Έχουν συνηθίσει πια, να μη περιμένουν μεγάλα πράματα από τα πολιτεύματα, τα πολιτικά συστήματα και τις επαναστάσεις, που στο κάτω κάτω ήταν υπεύθυνα για τον τελευταίο εμφύλιο, που στοίχισε αίμα και τρόμο κάποιες δεκαετίες πριν. Έπειτα έχουν πάψει να πιστεύουν και σε σωτήρες. Θυμούνται ακόμη με κάποια ντροπή, τα περασμένα χρόνια που ένας τέτοιος κατόρθωσε να τους πείσει με χειρονομίες και όμορφα λόγια από τις οθόνες των τηλεοράσεων για την μεγαλοσύνη και τον διαφορετικού χρώματος ήλιο που ανέτειλε μαζί του. Έπεισε έτσι πολλούς να στραφούν ενάντια στη καθεστηκυία τάξη και εγκαινίασε μια παρανοϊκή εποχή, γιατί οι μισοί χωριανοί άρχισαν να εχθρεύονται τους άλλους μισούς, έλεγαν καλημέρα μονάχα με τους μισούς, στα καφενεία που ήταν για τους μισούς. Κι όλα αυτά, για να πάρει την εξουσία εκείνος και να κάνει ό,τι ακριβώς έκανε η καθεστηκυία τάξη τόσα και τόσα χρόνια. Τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο. Γι 'αυτό πια, οι κάτοικοι του Αμάραντου, δεν έχουν εμπιστοσύνη σε τίποτα. Ούτε στο πολίτευμα, ούτε στους άρχοντες μα ούτε και σε μια επανάσταση που ίσως φέρει κι άλλους τρελούς να κάτσουν πάνω στο σβέρκο τους. Αισθάνονται πια εγκλωβισμένοι απ' όλες τις μεριές. Το μόνο που τους μένει είναι η δουλειά και τα μπράτσα τους. Και να βρίζουν. Δίνουν την εντύπωση, πως αν ξεθάψουν κάποτε τα όπλα, θα το κάνουν μόνο και μόνο για να υπερασπίσουν το δικαίωμά τους να βρίζουν και να περιφρονούν ανοιχτά κάθε χαρτογιακά γραφειοκράτη και δημαγωγό.
Με λίγα λόγια, οι κάτοικοι του Αμάραντου, θέλουν να ορίζουν το σπίτι τους και να τους αφήσουν ήσυχους, να σπέρνουν, να θερίζουν και να βρίζουν.
Από την άλλη μεριά οι πολιτικοί, πούχουν κληρονομήσει τη πολιτική τους οντότητα από μπαρμπάδες, παππούδες και γονιούς, ανέχονται όλες αυτές τις ιδιοτροπίες των κατοίκων, ακόμα και να ξεχέζονται από κείνους ασύστολα όποτε κάνουν την εμφάνιση τους στα καφενεία, μόνο και μόνο γιατί αυτοί οι κάτοικοι, διατηρούν ακόμη τη καλή συνήθεια κάθε τέσσερα χρόνια, να φοράνε τα καλά τους και να ψηφίζουν...

Sunday, October 21, 2007

Η θύελλα (απόσπασμα)

...
Όλα αυτά βέβαια είχαν ένα τέλος, γιατί εκείνοι που έτυχε να είναι παππούδες μετά το τελευταίο πόλεμο, είδαν πράματα που δε τα έβαζε ο νους κι ήταν πιο απίστευτα απ' τις νεράιδες και τον άγιο που μέχρι τότε τριγύριζε με τ' άλογο στο χωριό και το προστάτευε. Εκεί που περίμεναν κι απολάμβαναν ήσυχα τα χρόνια που τους απόμεναν καμαρώνοντας για τις φαμίλιες που έσπειραν, ο κόσμος γύρισε ανάποδα. Γίναν θεατές μιας θύελλας, που πήρε και σήκωσε ό,τι μέχρι τότε έμοιαζε στέρεο και δυνατό.
Πρώτα πρώτα, ήρθαν απ' τους καρόδρομους έμποροι με μεγάλα φορτηγά, που τα παιδιά τα πήραν στο κατόπι κι άραξαν στη πλατεία. Άρχισαν να λένε πως τώρα πια αλλάξαν οι καιροί. Ήταν ευκαιρία να πλουτίσουν. Έπρεπε να σπέρνουν όχι μονάχα για να θρέψουν τις φαμίλιες τους μα και τις πόλεις που θ' αγόραζαν ακριβά τα πράματά τους. Πάνω κει, έβγαλαν μάτσα τα λεφτά από τις τσέπες και τα κούναγαν κάτω από τις μύτες των απορημένων κατοίκων.
Σιγά σιγά οι άντρες μπολιάστηκαν με το καινούριο σαράκι του πλουτισμού, τους έπιασε τρελός πυρετός, φύτεψαν κάθε σπιθαμή γης που διέθεταν και όταν είδαν πως δεν ικανοποιούσαν την ακόρεστη πείνα των εμπόρων, άρχισαν να ξεχερσώνουν τα ρουμάνια για να αυξήσουν τα εδάφη και τη παραγωγή. Οι τράπεζες τους βοήθησαν αδιαμαρτύρητα, έδιναν δάνεια, πολλές φορές ανεπιστρεπτί κι έτσι αγόρασαν τα πρώτα τρακτέρ και σύγχρονα μηχανήματα που βοήθησαν να ολοκληρωθεί το ξεχέρσωμα. Τα τσακάλια, οι λύκοι, οι χελώνες, τα όρνια χάθηκαν πανικόβλητα και δε ξαναφάνηκαν από τότε ποτέ. Μέσα σε λίγα χρόνια όλος ο κάμπος ήταν στη διάθεσή τους, οι αυξημένες όμως απαιτήσεις ήθελαν περισσότερο νερό και ανατολικά που δεν έφτανε το ποτάμι, τα μικρά πηγάδια αντικαταστάθηκαν από βαθύτερα και από γεωτρήσεις εκατό και διακοσίων μέτρων. Τα επιφανειακά νερά, τα πηγάδια της γειτονιάς, οι γάργαρες βρύσες στέρεψαν, πέθαναν οι νεράιδες, ψόφησαν τα χέλια και τα καβούρια. Οι καρόδρομοι ασφαλτοστρώθηκαν, τα λυχνάρια πετάχτηκαν στα σκουπίδια, ήρθε το ηλεκτρικό, οι νύχτες γίναν μέρες και τα φαντάσματα που κατοικούσαν αιώνες εδώ πήραν τρομαγμένα τα βουνά μαζί με τους λαγούς και τις χελώνες. Σε λίγο ήρθαν οι εφημερίδες, τα ραδιόφωνα και οι τηλεοράσεις. Κάθε σπίτι είχε τη δικιά του τηλεόραση και τα βράδια στήνονταν όλοι αμίλητοι να δουν τα έργα που κρατούσαν χρόνια και τελειωμό δεν είχαν. Οι παλιοί παραμυθάδες του χωριού, οι στιχοπλόκοι και εκείνοι που σκάρωναν ιστορίες βουβάθηκαν, δε τους άκουγε κανείς πια. Απόμειναν στα καφενεία να καπνίζουν νοσταλγώντας το παλιό καλό καιρό που όλοι κρέμονταν απ' τα χείλη τους...
Οι παππούδες έμειναν να παρακολουθούν, βλαστημώντας σιωπηλά αυτή τη θύελλα αλλαγής που όλοι ήταν απασχολημένοι με κάτι και τους άφηναν να περιμένουν μόνοι το θάνατο. Γι' αυτό έφτυσαν αυτά τα κατασκευάσματα του διαόλου, απομονώθηκαν στα άσπρα μακριά σώβρακά τους, κάπνιζαν συνεχώς κόβοντας καπνό στο χαβάνι κι έκαναν οικονομίες από τα ελάχιστα χρήματα μιας απρόσμενης σύνταξης, να πληρώσουν τους μαρμαράδες για να φτιάξουν από τώρα τους τάφους τους, όσο ήταν ακόμα ζωντανοί, γιατί ποιος ξέρει, αυτή η εποχή του κερατά, μπορεί να τους άφηνε άθαφτους και αλειτούργητους ακόμη, να πήγαιναν σα το σκυλί στ' αμπέλι η -Θεός φυλάξει- να τους καίγανε ακόμη και να πετούσαν στον άνεμο τη στάχτη, αυτοί οι νέοι ειδωλολάτρες οι γιοι τους, που δεν είχαν καιρό για τίποτα πια, ούτε για κυνήγι, τα όπλα σκουριάζανε κρεμασμένα στους τοίχους και πού κυνήγι αφού τα εξαφάνισαν όλα, δεν άφησαν τίποτα όρθιο, πουλήσανε ακόμη και τα τελευταία γαϊδούρια και τα κοπάδια μισοτιμής, γιατί θεωρούσαν ντροπή πια να είναι τσοπάνηδες και καβαλήσανε αυτά τα καταραμένα τρακτέρ και δε τους έβλεπε το σπίτι. Ήταν συνέχεια βιαστικοί, άλλη στεναχώρια, από το να γεμίζουν τις τσέπες λεφτά δεν είχαν οι αθεόφοβοι και δε ρωτούσαν τίποτα πια το γέρο πατέρα που όταν ήταν νέος είχε οργώσει το κόσμο, έξι χρόνια στο πόλεμο είδε όσα θα δουν αυτοί σε όλη τους τη ζωή κι αν ήταν λίγο πιο άτυχος θα είχε αφήσει τα κόκαλά του εκεί και δε θα γεννιόνταν αυτοί οι σατανάδες να τρέχουν πάνω κάτω σα να τους έχεις βάλει νέφτι. Δε θα γκρέμιζαν τα παλιά πέτρινα σπίτια για να χτίσουν μέγαρα με τούβλα και ταράτσες πούχαν, ντροπής πράματα, το καμπινέ μέσα κι από τις βρύσες έτρεχε ζεστό ζεματιστό νερό να σε προσέχει μη κρυώσεις σα νάσουνα κοπέλα...



(1998)

Sunday, October 14, 2007

Sunday, September 30, 2007

Saturday, September 15, 2007

Σαρκοφάγα μοσχάρια


Φοβάμαι τους ύμνους πια
κι ας έχω μέσα μου βαθιά
ποτάμια αναίμακτα τραγούδια

πώς να ρεμβάσω φανταστικές εποχές
πώς ν’ αποστρέψω απ’ τον κόσμο τα μάτια
τις νύχτες
λυπημένα τη πόρτα χτυπάν οι αλήθειες
κι αγκάθια σε στίχους ανθίζουν τις νύχτες
Δε τραγουδώ


-Κάποτε
όταν οι βελουδένιοι απόκαρ
δίωναν με τεχνάσματα τους γενναίους
οι ζωντανές μεραρχίες του ήλιου
ανέμεναν πεισματικά παραταγμένες
ν’ αποδώσουν τιμές

με χρωμάτων χειροκροτήματα
με ασπασμούς πανδαισίας
τις πύλες ν’ ανοίξουν σε κάθε γενναίο

Μα τώρα να πάνε που
μιάσματα στις μεραρχίες και αταξία
σε συμπληγάδες μαρτυρούν οι γενναίοι
χρόνια λαθεύοντας
η κραυγή των σοφών πως είναι σιγή
γι’ αυτό γεράσαν και δε μίλησαν ακόμη-


Δε τραγουδώ
όταν πα να τραγουδήσω
στο στόμα μου μπερδεύεται
ένας ψόφιος αχινός
και πώς αλλιώς
που αντικρίζω ο άτυχος
σαρκοφάγα μοσχάρια
στο σώμα του καλοκαιριού
έναν κακό Μπωντλαίρ

Ύπουλη η τρελή ροδιά
στο καρποφόρο γέλιο της
αόρατο σέρνεται
ένα σκουλήκι που μας ορέγεται

Ποιος ξέρει τι κώνεια κουβαλά ο Μαΐστρος
και ο Λεβάντες

-Δεν ήταν ύμνος αυτός
ήτανε θρήνος
επιτάφιο σάλπισμα
ομορφιάς προγραμμένης


(από την συλλογή ''μαθητεία'')

Wednesday, July 25, 2007

Θερμοπύλες


-γράμμα ενός στρατιώτη-

-Ως πότε οι γενναίοι
των ενόχων θα είναι
το λευκό άλλοθι-


i

Λιγόστεψαν πια αυτά που καρτερώ
στις Θερμοπύλες πατέρα
χάλασε το κορμί μου η αναμονή
-πονάω πριν τις βροχές
και τρίβω τους αστραγάλους με λάδι
όπως οι γέροι παλιά-

Με πειράζει κι η θύμησή σου
να περιμένεις τη μεγάλη μου νίκη
εφημερίδες στο καφενείο κάθε μέρα διαβάζοντας

Όμως εγώ πολυμήχανος της εποχής, ποτέ δεν υπήρξα
ούτε σήκωσα Δούρειους ίππους, άλλους να κάψω
Οδυσσεύς της συμφοράς θα μου πεις
αφού δε μπόρεσα ποτέ να στηρίξω μια νίκη
πάνω σε άλλων δυστυχία
-ίσως γι’ αυτό να έγινα
της άμυνας στρατιώτης-

Μα η πικρή αλήθεια πατέρα
είναι πως εχθρό ακόμη δεν είδαμε
αντί τους Πέρσες, κουνούπια απωθούμε
με όπλο μας το Αουτάν

Χρόνια καθόμαστε άπραγοι καταστρώνοντας σχέδια
δοκιμάζοντας τα νεύρα μας όλη μέρα
Μας έχει τρελάνει αυτή η αναμονή
και οι ανιχνευτές μετά από μέρες
ωχροί γυρίζουν με άδειο βλέμμα

Ακονίζουμε σπαθιά και ακόντια μα εχθρός πουθενά
Όλο νομίζουμε πως έρχεται μέσα σε σύννεφα σκόνης
και τρέχουμε ασθμαίνοντας στις γραμμές
μα τίποτε άλλο απέναντι τελικά
παρά ο ψεύτης αέρας



ii

Καθώς φαίνεται
ο Ξέρξης μας περιφρονεί
δε μας υπολογίζει
Ίσως πάλι, ποτέ να μη ζήλεψε
όσα τάξαμε εμείς να φυλάμε
Ή μπορεί να πέρασε κιόλας
-χωρίς να πάρουμε είδηση-
και ήδη να μας κυβερνά

-Πάντως εδώ ευρέως ψιθυρίζεται
πως οι μάχες δε δίδονται πια σε Θερμοπύλες
μπορεί με τα τηλέφωνα να κανονίζονται
των πόλεων οι παραδόσεις
σ’ εχθρούς που τις κατέχουν
χωρίς να φαίνονται ποτέ-

Οπότε νίκες από μας μη καρτεράς
ή τρελοί θα γυρίσουμε
ή καθόλου
-γιατί γυρισμός χωρίς μάχη στο σπίτι
είναι πατέρα ντροπή-

Φίλησέ μου τη μάνα
-θάχει πολύ γεράσει-
και τον άρρωστο αδερφό
-πόσο νοστάλγησα τη μουριά στην αυλή
κι έναν καφέ στη σκιά της!-

Ξεχάστε με τώρα
βγάλτε τα πέρα μόνοι
ίσως λιποτακτήσω και στα βουνά χαθώ
αν δε με βρούνε παγωμένο το πρωί
από συντρόφου χέρι


Ο Υιός σου
στρατιώτης άκαπνος
Θερμοπύλες
έτη πολλά



Από την συλλογή ''Χαιρετισμός''



Saturday, June 9, 2007

Άγγιγμα


-ίχνος αργό σαλιγκαριού
και γλώσσα υπόμονη ποθεί
στον αφαλό το σκουλαρίκι-

Κι έπειτα ήρθαν αυτοί που δε γνώρισαν τη μεγάλη πλά
νη. Ήρθαν ανάλαφροι, χωρίς αίματα, χωρίς σκόνες απ’ τα γκρεμί
σματα. Ολοκαίνουριοι. Δεν είδαν ποτέ να πέ
φτουν από τα βάθρα αγάλματα. Δεν άκουσαν τις οιμωγές
εκτοπισμένων.
Μια γενιά θαρρείς δίχως μνήμη. Έκο
ψαν τα μπλουζάκια ψηλά, φόρεσαν παντού σκουλαρίκια.
Παρθένος ο κόσμος πάλι.



Όταν σταθεί εμπρός σου η ομορφιά
ασύνετη κι ατίθαση κοπέλα
-μικρό τατού στο σφρίγος της κοιλιάς
στον αφαλό το σκουλαρίκι-

φτάνει με τ’ ακροδάχτυλα
ένα τυχαίο άγγιγμα
καθώς
ένα βιβλίο άλυτο
σου δίνει

φτάνει με τ’ ακροδάχτυλα
ένα τυχαίο άγγιγμα
και μια αστραπή στο βλέμμα

Φτάνουν αυτά

ν’ ανάψεις σα κάρβουνο
και να καείς
στάχτη να γίνεις



(2007)