Thursday, February 28, 2008

Άυλη πόλη

Ο ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΑΣ

Κάποτε φτωχός
σώμα σφριγηλό και διψασμένο
τους πρώτους αποπειράθηκε ασύ
νετους στίχους
σκύβοντας σε χαρτιά
με περισσή αποκοτιά

………………………

Τώρα ξεφτισμένο φτερό
ένα μάτσο ρυτίδες πάνω σε κόκαλα
με κόπο τα βήματά του σέρνει
στην άϋλη πόλη
στα σπουδαία των έργων του κτίσματα
στο μέσον μιας κουστωδίας
οψίμων πιστών και μαθητών


-Επιφωνήματα υμνούν θαυμασμού
την ολοφάνερα μεσημβρινή
των κτισμάτων διάταξη
κουβέντες
πώς παίζουν με του ήλιου το φως
οι άχραντοι δρόμοι, οι μετώπες
και τα σοφά δεσίματα

Παρατηρούν τη γυαλάδα των λέξεων
την μεγαλόπρεπη υμνούν, ευλυγισία των στίχων
με έμπειρο μάτι μετρούν
την αντοχή στον χρόνο, θεμάτων και ρυθμών

Τα ποσοστά ρεαλισμού εκθειάζουν
και των υπόγειων νερών
που συχνά σε κρυστάλλινους πίδακες ξεσπούν
τη κρυφή συνδρομή-

Υποκλίνεται η κουστωδία σεμνά
στην σεπτή του αρχιτέκτονα σκιά



ΤΟ ΠΗΓΑΔΙ

Μα αυτός αλλού.
Με μάτι ψηλαφίζει υγρό
ανασασμούς των στίχων του
στη πόλη του βλέπει
όσα στους άλλους
παντοτινά θα μείνουν κρυμμένα

-πότε στήθηκε και πώς το κάθε ποίημα
την ανέχεια που δένει τα θεμέλια
την χρόνια περιφρόνηση των ζωντανών
άφαντους πόθους
χάδια

τελειωμένα λόγια και χαμένα πρόσωπα
που παίζουν κρυφτό πίσω απ’ τους κίονες
και απαλά αεράκια που ανεβαίνουν τις σκάλες
ενώ τρίλιες πεθαμένων πουλιών κουβαλούν
και μυρωδιές
από παλιές αγαπημένες Κυριακές-

…………………

Μ’ αυτός αλλού.
έκπληκτος
πώς τον αποστέγνωσε μια τέτοια πόλη
μια άϋλη πόλη
πόσο ύπουλα του ρούφηξε το αίμα


Αλλού.
Στο μαύρο της πόλης του τρομαχτικό πηγάδι
του παλαιού του χέρσου τρομαχτικό πηγάδι
που γύρω του έχτιζε μήπως το εξαλείψει

μα τώρα νάτο πάλι σκοτεινό
που σιωπηλά του γνέφει
από τη πόλη που ύψωσε
να τον αποχωρίσει


(2006)
ελεύθερο


Immaterial city


Once poor man
with tight body and thirsty
the first unwise lyrics
attempted
and leaned on papers
with an excess of foolishness.

… … … … … …

Now frayed feather
a bunch of wrinkles on bones
with effort drags his steps
to immaterial city,
to the great buildings of his works
in the middle of guard
of late believers and pupils.

-Exclamations of admiration praise
the obvious meridian
provision of buildings
conversations
for the way playing with the sun light
holy streets, fronts
and the wise bindings

They observe the gloss of the words
praise the magnificent flexibility of the lyrics
with an experienced eye, measure
the resistance to time, of themes and rhythms.

The rates of realism extol,
of underground waters
that often break out to crystal fountains
the secret assistance-

The guard curtsy humble
to venerable shadow of the architects.

The well

But he elsewhere.
With wet eye gropes
breaths of the lyrics,
in his city sees
those that to others
will stay hidden for ever

-when it was set and how each poem shows
the poverty that ties the foundation,
the long lasting disrespect of the living people,
cravings go missing,
caresses,

words that completed and faces that have been lost
who hide behind the columns
and gentle breezes that go up the stairs
carrying trills of dead birds
and smells
from old beloved Sundays-

… … … … …

But he elsewhere
surprised
how such a city dried him up
the immaterial city
how sneaky sucked his blood.

Elsewhere.
In the black of the city scary well
of the old, of the terrestrial, scary well
around it he built trying to eliminate it.

But there it is, dark again
silently nods, trying to separate him
from the city that he built.........


George Pyrgaris
μετάφραση: L. Ts.

Saturday, February 23, 2008

Καναρίνια

Γεννημένοι στου Θεού το δίλημμα
που τις αστραφτερές λεπίδες φοβερίζει να λυγίσει
εκεί που ο πίδακας ολοένα ανεβαίνει
του ενθουσιασμού
σαλεύει η όρεξη του αρχαίου φονικού
κι ο δυνατός το φρύδι υψώνει
γεννημένοι εκεί

Το παρελθόν
που σα καράβι βούλιαξε
με μύρια κόκαλα στ' αμπάρια
οι σκουριασμένες λόγχες
οι περικεφαλαίες με τις τρύπες
απ' τ' ακόντια του καιρού

κι αυτά που μπρος μας λαμπυρίζουν ζωντανά
τα μπερδεμένα, τα χρωματιστά
τα διαπνέοντα τάξη μυστική
και ανταπόδοσης δικαιοσύνη

όλα περάσαν απ' τη πύλη της παλιάς πληγής
και χύθηκαν φωνάζοντας στο είναι

Τώρα να ξεχωρίσουμε τα σωθικά μας απ' το κόσμο
ακατόρθωτο

Κι αυτή η βροχή
που απ' το πρωί πέφτει λοξή
σα να χωρίζει απ' του μυαλού τα σύννεφα
και μέσα μας να γίνονται ποτάμια

ποτάμια αφριστά
σε σωθικά καναρινιών
που σε κλουβί πετούν
τεσσάρων εποχών

και σάμπως μάθαμε ποτέ τι καρτερούμε
χώμα εμείς, ζωντανό, λαχανιασμένο
χρόνια ακούνητοι
σε δρόμων Λερναίων την αρχή

με την ευθύνη απλωμένη πάνω μας σα λάδι
να κυνηγήσουμε αυτό που αιώνες μας ξεφεύγει
να στοχαστούμε το μέσα μας ακριβοσυναγμένο φως
εμείς τα περιγράμματα
που ανήλεα παλεύουμε
ουσία
το απροσμέτρητο κενό μας
να γεμίσουμε


(1997)
Από την συλλογή "μαθητεία"

Saturday, February 16, 2008

Άσεμνη σκέψη


Γλυκιά στο καναπέ
νωχελικά αφημένη

ψηλά το βλέμμα
σα τις εικόνες να κοιτάς
και το καντήλι
που τσιριχτά τον άγγελο
νυχθημερόν φωτίζει

-Μα ποιος σου πόθος λάτρισσα
και άσεμνή σου σκέψη
τον ιερό μαγεύει και καλεί
τη δύναμη ν’ απαρνηθεί
φύση ουδέτερη ν' αφήσει;

ρομφαίες και φτερά
πίσω να παρατήσει
και μπρος σου
-σπάζοντας το γυαλί-
σ’ άντρα να μεταμορφωθεί

που αδημονεί
στα θελκτικά σου στήθη
ηδονικά να σκύψει;-



(2008)
Από την συλλογή "Ωραιοδίνη"

Wednesday, February 13, 2008

Σαπφώ



-Κέλομαί σε Γογγύλα
Πέφανθι λάβοϊσά μα
Γλακτίν αν σε δηύτε πόθος αμφιπόταταϊ.
ταν καλάν α γαρ κατάγωγις αυτά
απτόαισ' ιδοϊσαν, εγώ δε χαίρω,
και γαρ αύτα δη τόδε μέμφεταί σοι
Κυπρογένηα-

Ξακουστή κυρά κοίτα, ανάλαφρος ήρθα
άφησα πίσω ανάξιους φόβους, πανοπλίες
δε θέλω πια, καμιά γυναίκα ολότελα δική μου
γι’ αυτό με θάρρος σου ζητώ
το χέρι σου να τείνεις να φιλήσω

Πάτα τον όρκο ξεμυαλίστρα
και πάρε με στους κήπους
που τα κορίτσια σου γελούν
μες στα λουτρά και τα γρασίδια
πίσω απ’ αυτό το πέπλο
που μπρος μου ορθώνεται θαμπό
τα σκαλοπάτια του ήλιου

Τράβηξα πολλά να φτάσω εδώ
έμπλεξα με τυράννιες
πάλεψα με λογισμούς βαθιούς
και σιωπηρούς
ήτανε δύσκολο
από τις χώρες του πολέμου
στη πύλη του έρωτα να φτάσω

Μα τόξερα
Στη χώρα του έρωτα πρέπει γυμνός να μπεις
Χωρίς οργή, σπαθιά και κτήσεις

………………………………...

Και τώρα νάμαι
ολόγυμνος μπροστά σου γονατίζω
Πάρε το χέρι μου κυρά
οι κοπελιές σου μ’ είδαν
για δες κρυφογελούν
πες μου το ναι
ξέρεις και συ από πόθο

Θα μπω με δέος
ετούτο το χώμα θα φιλήσω
θα κάνω σπονδή με ηδύποτα
καλότυχος να είμαι
κι αν θέλεις
από το χέρι θα με πάρεις
ανάλαφροι πάνω στο δώμα σου να πάμε

πλύνε με
μ’ αρώματ’ άλειψέ με
κι ανάσανε στο στήθος μου μπροστά
πληγές
σημάδια ν’ απαλύνεις

Όταν τα χάδια σου τα μαγικά
στο όνειρο με στείλουν
γνέψε στη δόλια τη γριά
να φέρει και τις άλλες
που με τις λύρες θάρθουνε
αργά και σιγοτραγουδώντας
πανέμορφες κι ερωτικές
μ’ ολόλευκους χιτώνες
να πέσουν γύρω μας

…………………….

Έπειτα έξω στους κήπους
τα νερά να περπατήσουμε
μαζί να γράψουμε τους ύμνους
και σου ορκίζομαι
τη πιο ακριβή σου φιλενάδα
που αμόλυντη για σένα τηνε θέλεις
δε θα ποθήσω
κι ούτε εδώ θα βαρεθώ
καμιά δε θα σου κλέψω για να φύγω

τα γλυκά, τραβηγμένα μυστικά
τη θάλασσα την αλμυρή
δε θα περάσουν

Δώσε το χέρι σου κυρά
κολύμπησα
κουράστηκα για νάρθω…



(1988)
Από την συλλογή "μαθητεία"




SAPFO

Famous lady look, guy moved I came
leaving behind worthless fears, armors.
I don't want any more woman totally mine
for that reason I am asking you boldly
your hand for a kiss.

Break the oath of yours temptress
and take me to the gardens
where your girls are laughing
inside spas and grasses,
behind that veil
which stands in front of me dull,
the steps of sun.

I pulled a lot to come over here
got entangled into tyrannies,
i struggled into deep and silent
thoughts,
it was hard
from the countries of war
to reach the gate of love.

But I knew.
In the land of love you mast ender naked.
Without rage, swords and wars.

…........................

And now here I am
naked in front of you I kneel.
Lady take my hand
your girls have seen me
look, they snigger.
Tell me yes
you know about desire.

I will come with awe
to kiss this ground
to offer drinks
for good luck
and if you like
take my hand
and guy moved lets go up to your room.


wash me
cover me with perfumes
and take a breath in front of my chest
so wounds,
signs will be softer.

And when your magic cuddling
will send me to a dream
then tell the old lady
to bring the others
who will come with the Lyra
slowly and singing,
beautiful and erotic girls
in white chitones
to be fallen around us.


…...................


Then out in the gardens
we walk through waters
to write melodies
and I swear to you
that your most precious girlfriend,
you want her to be immaculate just for you,
i shall not desire
and neither I will be bored here
or steal any of them and leave away

the sweet long lasting secrets
the salty sea
will not pass.

Give me your hand Lady
I swam
I got tired to come over...




GEORGE PYRGARIS
μετάφραση: L. Ts.

Wednesday, February 6, 2008

Η γυναίκα

Η γυναίκα
-ό, τι κι αν πεις-
παρακμάζουσα πόλη
λύκαινα
που μ' όλους τους λύκους παίζει
έτοιμη και διψασμένη να δοθεί
στον πιο χλευαστή
των ιερών και οσίων της

Πόλη η γυναίκα
ανοιχτή
σε κάθε πολιορκία

Άσπιλο το χέρι θεωρεί
που τη κερκόπορτα μισάνοιχτη κρατεί
η γυναίκα

-Κι ο προδομένος αυτοκράτωρ
απηυδισμένος απ' τη λύπη
πιο δυνατός για ξένη πόλη θα διαβεί
να τη πορθήσει αδίστακτα
με μαγικούς ψιθύρους
-μικρά εκκολαπτόμενα ωά
αναπαντέχως γεννημένα
στης προδοσίας τη φωλιά-

και στο ναό της μέσα
άλλη αγάπη να χαρεί
υπό το φως κηρίων
και σεβαστών εικόνων
πρωθυστέρων αγίων-




The woman

The woman
-whatever you say-
declining city,
wolf
playing with all the wolves
ready and thirsty to be given
to the most jeerer
of her sacred and holy.

City the woman
open
in any siege.

Immaculate hand consider
which keeps the back door open
the woman.

-And the betrayed emperor
cheesed by his sorrow
more powerful for foreign city will cross
to capture ruthlessly
with magic whispers
-nascent small eggs
unexpectedly born
in the nest of betrayal-

and in her temple
another love to enjoy
in the candlelights
and respected images
of earlier saints.

GEORGE PYRGARIS
μετάφραση: L. Ts.


(1998-2008)
Από την συλλογή "μαθητεία"