Wednesday, July 25, 2007

Θερμοπύλες


-γράμμα ενός στρατιώτη-

-Ως πότε οι γενναίοι
των ενόχων θα είναι
το λευκό άλλοθι-


i

Λιγόστεψαν πια αυτά που καρτερώ
στις Θερμοπύλες πατέρα
χάλασε το κορμί μου η αναμονή
-πονάω πριν τις βροχές
και τρίβω τους αστραγάλους με λάδι
όπως οι γέροι παλιά-

Με πειράζει κι η θύμησή σου
να περιμένεις τη μεγάλη μου νίκη
εφημερίδες στο καφενείο κάθε μέρα διαβάζοντας

Όμως εγώ πολυμήχανος της εποχής, ποτέ δεν υπήρξα
ούτε σήκωσα Δούρειους ίππους, άλλους να κάψω
Οδυσσεύς της συμφοράς θα μου πεις
αφού δε μπόρεσα ποτέ να στηρίξω μια νίκη
πάνω σε άλλων δυστυχία
-ίσως γι’ αυτό να έγινα
της άμυνας στρατιώτης-

Μα η πικρή αλήθεια πατέρα
είναι πως εχθρό ακόμη δεν είδαμε
αντί τους Πέρσες, κουνούπια απωθούμε
με όπλο μας το Αουτάν

Χρόνια καθόμαστε άπραγοι καταστρώνοντας σχέδια
δοκιμάζοντας τα νεύρα μας όλη μέρα
Μας έχει τρελάνει αυτή η αναμονή
και οι ανιχνευτές μετά από μέρες
ωχροί γυρίζουν με άδειο βλέμμα

Ακονίζουμε σπαθιά και ακόντια μα εχθρός πουθενά
Όλο νομίζουμε πως έρχεται μέσα σε σύννεφα σκόνης
και τρέχουμε ασθμαίνοντας στις γραμμές
μα τίποτε άλλο απέναντι τελικά
παρά ο ψεύτης αέρας



ii

Καθώς φαίνεται
ο Ξέρξης μας περιφρονεί
δε μας υπολογίζει
Ίσως πάλι, ποτέ να μη ζήλεψε
όσα τάξαμε εμείς να φυλάμε
Ή μπορεί να πέρασε κιόλας
-χωρίς να πάρουμε είδηση-
και ήδη να μας κυβερνά

-Πάντως εδώ ευρέως ψιθυρίζεται
πως οι μάχες δε δίδονται πια σε Θερμοπύλες
μπορεί με τα τηλέφωνα να κανονίζονται
των πόλεων οι παραδόσεις
σ’ εχθρούς που τις κατέχουν
χωρίς να φαίνονται ποτέ-

Οπότε νίκες από μας μη καρτεράς
ή τρελοί θα γυρίσουμε
ή καθόλου
-γιατί γυρισμός χωρίς μάχη στο σπίτι
είναι πατέρα ντροπή-

Φίλησέ μου τη μάνα
-θάχει πολύ γεράσει-
και τον άρρωστο αδερφό
-πόσο νοστάλγησα τη μουριά στην αυλή
κι έναν καφέ στη σκιά της!-

Ξεχάστε με τώρα
βγάλτε τα πέρα μόνοι
ίσως λιποτακτήσω και στα βουνά χαθώ
αν δε με βρούνε παγωμένο το πρωί
από συντρόφου χέρι


Ο Υιός σου
στρατιώτης άκαπνος
Θερμοπύλες
έτη πολλά



Από την συλλογή ''Χαιρετισμός''


Thermopiles

-letter from a soldier-

-until when the brave men
will be the white alibi of
the guilty-

Seized to exist now those that I wait for
in Thermopiles
father
my body ruined while waiting,
-it hurts before the rains,
I rub with oil my ankles
like the old men the old days-

It is hard having in mind you
waiting for my big victory,
reading newspapers every day in the old coffee shop.

But I was never the ingenious of the season
never lifted Doureios Ippos to burn others,
Odysseus of disaster
as I could not support a victory
on others misery
-maybe that's why I became
a soldier of defense-

But the bitter truth father
is that we haven't seen the enemy yet
instead of the Persians, mosquitoes we repel
having Aoutan as weapon

Wasted years of doing nothing, making plans ,
testing our nerves all day long.
This waiting has driving us crazy
and detectors are coming back days later
pale, with empty eyes.

Sharpen swords and spears , but enemy nowhere
we think of him coming in clouds of dust
and we run panting on the lines
but eventually nothing else ahead
despite the liar wind.

As it seems
Xerxes despises us
does not calculate us.
Then again , may never been jealous of
what we have promised to guard
Or he may passed already
-without being noticed-
and already govern us.

-How ever,here is widely whispered
that battles are not given now in Thermopiles,
with phones can be arranged
the cities deliveries
to enemy who posses them
without ever seem-

So don't wait any victory
we will go back crazy
or not at all
-because anyone who goes back home without a fight
it's a disgrace father-

Kiss my mother
she must have grown old
and the sick brother
-how much I have missed the yard with the mulberry tree
and a coffee in the shadow-

Forget about me now
move on alone
Maybe i desert and get lost in the mountains
if they will not find me frozen in the morning
fallen down by companions hand.

Your son
smokeless soldier
Thermopiles
lots of years


μετάφραση: L. Ts.