Saturday, September 28, 2013

Μεσημεριανό φως



Να βαδίζει προς ένα φως μεσημεριανό!
Όχι ψηλά να πηγαίνει αλλά ευθεία, όπως πηγαίνει το χώμα. Ξυπόλητος.
Όχι προς την αίγλη μιας ψευδαίσθησης που υπάρχει και δεν υπάρχει
αλλά σ' ένα περιβόλι ζωντανό με βραγιές και μυρουδιές
έγχρωμο και ανθισμένο που κλαίει στη ζέστη του Ιουλίου
με δέντρα ολόγυρα όπου πάνω τους τζιτζίκια βασανίζουν ολημερίς το μαύρο
προσκαλώντας αδιάντροπα τον Αύγουστο. Εκεί κάτω από μια καρυδιά
να γεύεται το δροσερό νερό και τους καρπούς, να γεύεται
την απουσία αγαπημένων νεκρών - που κοιμούνται στους ίσκιους
την ευθραυστότητά του να γεύεται κι αυτή την ταπεινή ζωή
που μοιάζει πικραμύγδαλο. Που καίει από χαρά και πόνο
κι από έρωτα άδικο...

Thursday, September 5, 2013

φονέας δασκάλων



Όλους τους σκότωσε. Μείναν μονάχα δύο
παλεύουν μέσα του σαν φίδια αρσενικά
ο ένας με τη σκοτεινή φωνή
και την ανάσα τη βραχνή απ' τη σπηλιά του
κι ο άλλος είρων κι αυστηρός, λιγόλογος
μ' αυτήν την καθαρότητα 

-εκλεπτυσμένος-

Τις εποχές του εξαντλεί
γκρεμίζοντας απ' τις φωλιές τα χελιδόνια
μ' αλλού η ματιά κι ο νους αλλού
να ''ξαποστείλει'' μελετά
τους ύστατους δασκάλους
-μιας και διάβηκε τη πόρτα τη στενή
τόσες φορές φονιάς
δύο ακόμα δε τον καίνε-

Θα περιμένει σ' αυτήν την ερημιά
θ' αποτινάζει μάσκες, πυρετωδώς θα γράφει
θα πλένει ολημερίς τα χέρια του στη γούρνα
από τούτο το αίμα το φαιδρό
-στους δρόμους τρέχει, στα μάτια των μοναχικών
και σε δωμάτια φοιτητών, σε πόλεις
σε βάθη και σε ύψη
όπου υπάρχει άνθρωπος πάει αυτό το αίμα
που το μυρίζουν ακόμη κι οι νεκροί
πέφτουν στη πόρτα του Άδη με ορμή
βροντώντας τη από μέσα
διψώντας πάλι φως, πάλι διψώντας αίμα
που σε γελά, πήζει και μοιάζει με μελάνι-

Θα περιμένει σ' αυτή την ερημιά
με τους νεκρούς του
-που στέκουν πάνω στο νερό
πνιγμένες σφήκες-
θα περιμένει
τον δικό του τον φονιά

.........................................

κάθε αναγνώστης και βρυκόλακας
πίνει μελάνι και ξυπνά
σα δυναμώσει
τον δάσκαλό του αδίστακτα
σπεύδει να σκοτώσει

Αγνώμονες!
φονιάδες όλοι και νεκροί
να η ζωή μας...