Thursday, December 10, 2009

Ταξιδεύοντας προς το φως



Ταξιδεύοντας προς το φως
περνάς μέσα από μέρες πικρές, παγωμένες
πούχουν τη σφραγίδα επάνω τους, της καταχνιάς και της λύπης
σύννεφα μαρμάρινα στον ουρανό, σταματημένα
που τα πουλιά προσκρούουν επάνω τους και πέφτουν
-Τα βρίσκεις στο δρόμο ανάποδα τα πουλιά
εκτεθειμένα στη βροχή και τη λάσπη
κατάπληκτα, μες στην επερχόμενη σήψη τους-

Δέντρα υγρά και φύλλα πεσμένα

Δεν έχει άλλον δρόμο να φτάσεις το φως
παρά να υπομείνεις τις χλωρές καταιγίδες
ακούγοντας σιωπηλός τη βροχή να στάζει στα κιούγκια

Μεγάλωσες πια, οι κρόταφοι γκρίζαραν
Ανολοκλήρωτος ο καιρός και άφαντος ο φίλος


..........................................


Καμιά φορά πίσω γυρνάς, σε μέρα ολοφώτεινη
ανοιξιάτικη, που το φως έπεφτε σπάταλο στο τοπίο
πολυάριθμα θραύσματα χρυσαφιού, μόρια μεταξένια
μυριάδες τέτοια παντού
να πηδούν πάνω σου, στις πέτρες, στα δέντρα, στα λουλούδια
στο παλιό μαγκανοπήγαδο που έχασκε δίπλα απ’ το μικρό ξωκλήσι
ζαλισμένα τα έντομα από τις ευωδιές
να πετούν γύρω σου μεθυσμένα

Χρύσιζε μαγικά το νιόκοπο μεσημέρι…

-Ήμασταν αθάνατοι εκείνη τη μέρα Αντρέα και άτρωτοι
φορούσαμε μια αόρατη πανοπλία καθώς βαδίζαμε
έντομα παράξενα και μεις, στη λήθη του μεσημεριού
ψάχνοντας για άγρια σπαράγγια
Δε νοιαζόμασταν για το μέλλον, τις μέρες που θάρθουν
μιλούσαμε μόνο για κορίτσια, ποδόσφαιρο και άγρια σπαράγγια
λουσμένοι στο ανοιξιάτικο φως, προαιώνιοι φίλοι
βυθισμένοι στην αθωότητα της άγνοιας

γιατί η ευτυχία, μόνο στην άγνοια ευδοκιμεί και ο παράδεισος

Αν υπάρχει μια μέρα φωτεινή στη ζωή μου, αυτή είναι
την έχω εκ των υστέρων εξορίσει στον υψηλότερο θρόνο
μια μέρα χωρίς τυμπανοκρουσίες, χωρίς μεγάλες επιθυμίες
δυο φίλοι μονάχα, που μαζεύουν ευτυχισμένοι σπαράγγια
μια Μεγάλη Παρασκευή, Ανοιξιάτικη μέρα

πού να φανταζόμασταν τότε, πως θα ερχόταν η ώρα
που η κακιά αστραπή θα διαπερνούσε τη πανοπλία σου
και θα σε μετέτρεπε ξαφνικά σε άφαντο νεκρό φίλο

Πού νάσαι τώρα;-


…………………………………………………


Συνεχίζω να ταξιδεύω προς το φως, κυκλωμένος απ’ αυτόν τον χειμώνα
που τα πουλιά προσκρούουν στα μαρμάρινα σύννεφα
και πέφτουν στους δρόμους ανάποδα
με τα ψιλά ποδαράκια τους τεντωμένα

συνεχίζω να γυρεύω το φως, ενώ μια υπόνοια δαγκώνει τη σκέψη
πως ενδέχεται να έχω συναντήσει ήδη το φως
πως δε μου χρωστoύν τίποτα πια οι θεοί, αφού μούδωσαν αυτήν την ημέρα
και πια δεν έχω μπροστά μου, παρά έναν ατέλειωτο μεγάλο χειμώνα
που πρέπει να τον ζήσω, γυρεύοντας απεγνωσμένα τον φίλο

μαζεύοντας τα πουλιά που πέφτουν νεκρά στους δρόμους
επειδή χτύπησαν ανύποπτα στα μαρμάρινα σύννεφα
πούχουν στοιχειώσει μήνες τώρα, τον ουρανό μου




Δεκέμβρης 2009
-ελεύθερο-

Tuesday, December 8, 2009

El mago

-στον ποιητή των γηπέδων
Βασίλη Τσιάρτα-


Σπάνιο διαμάντι ντελικάτο
ψιλόλιγνο στο κέντρο της αρένας
σε μαχητές σκληρούς ανάμεσα
ως κύκνος λάμπεις

Χορευτική φιγούρα
που αναιρεί την δύναμη
τις τακτικές, τα πλάνα
Αέρινη προσποίηση
στους φοβερούς
τη γλώσσα βγάζει

Το πόδι μαγική χορδή
δοξάρι
να φεύγουν απ’ το πουθενά
παραμυθένιες μουσικές
και οι μπαλιές
«πάρτο και βάλτο»

Δαίμονα λευκέ, αριστοκράτη
φόρα σα παίρνεις στα στημένα
του χάους
της εντροπίας την οργή
με χάρη σημαδεύεις

χτυπάνε κόκκινο οι καρδιές
και κόβονται οι ανάσες
προτού η μπάλα τροχιά
φαλτσαριστή διαγράψει
και «γάμα» γλείφοντας
λυτρωτικά
εις το πλεκτό φωλιάσει



Δεκέμβρης 2009
-ελεύθερο-

Wednesday, November 25, 2009

Εκταφή

Πήρα το χώμα της στα χέρια μου
σε μια στιγμή σιγής
και μέσα του σπινθήρισαν
τα που χρόνια ο άσκοπος
γύρευα ν’ αγαπήσω
Τώρα ξεφτυαρίζοντας πηγαίνω
προς ακριβό νεκρό
παντοτινά αναστημένο

Μα είναι η μορφή κρυμμένη
δυσκολοκατάχτητη
πρέπει πολύ να σκάψεις
-καθώς αλλού σε σπρώχνει
σφυρίζοντας η οργή-
να βρεις μέσα στα χώματα τα μάτια
τους αγκώνες
τον αστράγαλο και τα χρυσά πουλιά
που κελαηδούν στα σταυρωμένα χέρια
τσιμπολογώντας διυλισμένο φως
και σπόρους μυστικούς των εσπερίδων

Πρέπει πολύ να σκάψεις
να φτάσεις τα θαμμένα χείλη
που αργοσαλεύουν ψιθυρίζοντας
φθαρμένες συλλαβές
λόγια σκονισμένα…
«μο-λόντες λά-βε-τε
το-φως το α-πό-ρθη-το»



1999
-μαθητεία-

Wednesday, July 1, 2009

Να ξημερώσει καρτερεί

"Εν αναμονή εργαστηριακών αποτελεσμάτων
πιστοποιείται ο αιφνίδιος εξ' ανακοπής θάνατος
του Ανδρέα Μ. ετών 39
ενώ εκοιμόταν..."


Ο Ανδρέας εκοιμήθηκε νωρίς
είχε δουλειές στη πόλη το πρωί
-λογαριασμούς να πλήρωνε
και ψώνια-

Όμως δεν άκουσε σαν ήρθε η αυγή
τη γοερή της μάννας του κραυγή
δε συμμετείχε
στις μάταιες προσπάθειες
να τον επαναφέρουν στη ζωή
διόλου δεν αισθάνθηκε
της νεκροψίας τα νυστέρια

Ο Ανδρέας τα πάντα αγνοεί
τη συντριβή του κόσμου
τη κηδεία

.........

Τόσος επέρασε καιρός
κι αυτός
ακόμη περιμένει να ξυπνήσει
γιατί έχει δουλειές στη πόλη το πρωί
κι έναν καφέ επιθυμεί
στης κεντρικής πλατείας
τα δροσερά πλατάνια

Τα πάντα ο Ανδρέας αγνοεί
σαράντα μέρες τώρα καρτερεί
να ξημερώσει



Ιούλιος 2009
-ελεύθερο-

Saturday, June 13, 2009

Νέα Αθήνα

Πέραν του θαυμαστού σου άλματος
νέα Αθήνα
του τυφλού αβέβαιου βήματος πέρα
κρίκος εσύ
από την αλυσίδα της πληρωμής να δραπετεύσεις
να υψωθείς
-απρόσιτη του σπαραγμού
πάνω απ' τις συμφορές του-

τόσων αιώνων πόθοι ευσεβείς
δεν έσπασαν το γόρδιο δεσμό
δεν άνθισε ευχής μαργαριτάρι

Ακόμη προσφέρεις το μερτικό της θυσίας
και όπως παλιά
καράβι ναυλώνεις με μαύρα πανιά
φόρο στον Μίνωα
βορά στο Μινώταυρο



(1998)

Monday, May 25, 2009

Αστραπές

-Μια καταιγίδα μ’ απειλεί
όσο κι αν μένεις σιωπηλή
σαν έρχομαι σιμά σου-



Όσα κρατάς για μένα εκλεκτή
μέσα στα μάτια σου αθέλητα φεγγίζουν
-ερωτικές αναλαμπές και αστραπές
που προσπαθείς σα σύννεφο
αδέξια να κρύψεις-

Μοιάζεις με σύννεφο!
Που χρόνια σύναζε υδρατμούς
κι αόρατα τους πόθους

……………………………

-Κι αν χρόνια καρτερώ
τη καταιγίδα σου,
βιάση δε θέλει για ναρθεί

Με μαεστρία μυστική
θα σε φυσήσω.
Γλυκά θα σ’ οδηγήσω
σε μιαν απόμερη γωνιά
παράνομο κλινάρι

Κι εκεί
ετοιμοστάλαχτη βροχή
λυτρωτικά θα αφεθεί
το διψασμένο χώμα μου
να το ποτίσει-



Μάιος 2009
Από την συλλογή ''Ωραιοδίνη''

Friday, May 22, 2009

Πρόγονοι


-Χρυσά στο χώμα, δαχτυλίδια θαμμένα
στεφάνια σε δάχτυλα σκελετωμένα
που έγδαραν κάποτε σα σύκο τη πέτρα
αστραφτερές φανερώνοντας πολιτείες
που ακουμπάνε τα νέφη
με τα καλά και τα σκουπίδια τους
αεροπλάνα πετώντας η μία στην άλλη
τσαλακωμένα χάδια-



Μήπως με σφουγγάρι αν έσβηνες
κάτω απ΄ τα πόδια τους τη γη
μήπως δε θάβλεπες

μετέωροι στον ουρανό περπάτησαν
τη μοναξιά χιλιοφυτεύοντας
σ΄ εξορισμένη σκόνη
καρπούς συλλέγοντας με ιδρό
που τείνανε να μοιάσουν σε πλανήτες

καλντρίμια μη δεν έστρωσαν στους γαλαξίες χαμένοι
πέτρες σπέρνοντας στο χωματένιο τίποτα
απ’ τη καρδιά προς αλλωνών καρδιές

Μη δεν ασβέστωσαν κενού κομμάτια
την άβυσσο καμώμενοι πως δεν κοιτούν
Μη δε ζητιάνεψαν τη δύναμη
ικέτες πέφτοντας σε πόδια ομοιωμάτων
μήπως δε τρύγησαν με κόπο μυστικά

Τοίχους πλινθόκτιστους
τοίχους πλινθόκτιστους μήπως δεν ύψωσαν
ελπίδα θέρους να στεγάσουν μακρινού

σκότους βουνά με χεροδρέπανα
σκότους βουνά μήπως δεν έδρεψαν
να πάρουν στάλες φως
μήπως αυτό το φως δε χάρισαν
σμιλεύοντας τη πέτρα σε δάχτυλα θεριά
που δείχνουνε το δρόμο

Μήπως το εύθραυστο του στέρνου τους δεν ύψωσαν
ασπίδα στις τρίαινες του καιρού
μήπως πρόθυμα δεν έπεσαν
να προστατέψουν τα χλωμά
την αμυδρή ελπίδα

Μήπως στο κρόταφο δε βύθισαν το στοίχημα μαχαίρι
τον νόμο να πατήσουν τον απάτητο, του φονικού

Μήπως καθώς τελείωναν
σε ουρανογωνιάς φτωχό κρεβάτι
δεν αλαφιάστηκαν σα τον αμνό
απ’ το λεπίδι κάτω του θανάτου
μήπως δε πρόσφεραν την ύστατη στιγμή
το δάκρυ τους το πέτρινο, προικιό και προσταγή

Μήπως θεοί δεν έγιναν
τη βάσανο περνώντας του ανθρώπου
θεοί που άφησαν την έγνοια και τον ίσκιο τους
σαν άδεια ρούχα εδώ να τριγυρνούν

μήπως δε τα πετροβολούν
σα ναν αδέσποτα σκυλιά τα ρούχα τους
και τ' όνομά τους δε ποδοπατούν

..................

Μα τώρα πάρτε τους
τους ακριβούς νεκρούς
που τόσα χρόνια σκάβοντας στο δρόμο της πομπής
τους έψαξα και μάτωσα και βρήκα
Ψηλά κρατήστε τους κρατήστε τους ψηλά
και σ' αμμουδιά καθώς τους πρέπει αυγινή τραβάτε
Εκεί αποθέστε τους
τ' αγκυλωμένα μέλη με λάδι αλείψτε να σαλέψουν
να σηκωθούν
γιατί έχουν γίνει οι πληγές πηγές
και ρέουν θαύματα οι νεκροί μου

...............................

Άγιες βρύσες οι νεκροί μου
να πλυθούμε



(1999)

Saturday, May 9, 2009

Ποιητές

Μικρά, τρελά
του πόθου παιδιά
που στους καθρέφτες
όχι πρόσωπα
μα λάμψεις κοιτούν
και χτενίζουν
αντί για μαλλιά
φλόγες



1996
ελεύθερο

Saturday, April 11, 2009

Η πεταλούδα της ανάστασης

Στη καρδιά του ασάλευτου σκότους
μες στο άδειο κρανίο
του χρόνια θαμμένου νεκρού
μια πεταλούδα με πασπαλισμένα φτερά
από την γύρη της λήθης
αδιάκοπα πετά

Ξαποσταίνει συχνά
στους απόκρημνους βράχους
των αποσυνθεμένων αναμνήσεων
Τους στήμονες του ανεκπλήρωτου
συχνά επισκέπτεται
ή στέκεται ώρες κολλημένη
στο θόλο του μετωπιαίου
ονειρευόμενη πάλι το φως
τα πράσινα φωτεινά περιβόλια.

Έτσι καρτερικά αναμένει
τους μεγάλους τριγμούς
τη ξαφνική του θόλου ραγισματιά
τη πρώτη της οροφής κατακρήμνιση



Το ραγδαίο φως να την περιλούσει
η πεταλούδα του νεκρού αναμένει
σημασία μη δίνοντας
στη λάσπη που στάζει αργά
απ’ τη βρεγματική ραφή
και το χώρο της όσο περνά ο καιρός
ανεπαισθήτως καταλαμβάνει



Από την συλλογή "Τα σκοτεινά ποιήματα"
11 Απριλίου 2009

Thursday, April 9, 2009

Αποκαθήλωση

Αυτή η αποκαθήλωση δεν ήταν ιερή
ούτε το ρίγος είχε που αρμόζει
απρόσεχτα απ' τις παλάμες τραβηχτήκαν τα καρφιά
κι άδειο σακί το λείψανο
σωριάστηκε στο χώμα

Καμιά γλυκιά μητέρα, κανένας φίλος
καμιά Μαγδαληνή
δε βρέθηκε εκεί να τονε πλύνει

ούτε σταγόνα μύρο
και πουθενά λευκό σεντόνι
-μάλλον πολλοί χαρήκανε
για τούτη τη κατάντια-

Κόκκινος ορίζοντας σαν αίμα

Στου μαρτυρίου το βουνό δε στάζει δάκρυ
ο κάποτε περήφανος
άδειο κουφάρι στη κορφή
και πάνωθέ του κρώζουνε κοράκια

...

Κι όμως
και κείνος κάποτε την Ιερουσαλήμ
είχε γοητεύσει.



Από την συλλογή "Τα σκοτεινά ποιήματα"
2006

Thursday, February 5, 2009

Τα λιθάρια


Οι οδοιπόροι που μακάριοι πέρασαν
από τούτη την άνυδρη γη
-με τα σπαρμένα μέχρι τον ορίζοντα
θεόρατα λιθάρια-
πέρασαν ξένοι

παραπανίσιο βλέμμα
στην αφιλόξενη ερημιά
δε χάρισαν

Μονάχα ο νάνος γλύπτης Βιλδαράν
τον τόπο τον ανίσκιωτο σαν είδε
αγαλλίασε

-«Ευλογημένος τόπος!
Αυτά που όλοι για λιθάρια περνούν
λιθάρια δεν είναι

μέσα τους
χίλιες παγιδευμένες μορφές
εμένα!
τον γλύπτη Βιλδαράν καρτερούν
απ’ το σκληρό που τις ντύνει πουρί
μ’ ένα σκαρπέλο και σφυρί
προσεκτικά να λευτερώσω

και στων φτωχών οδοιπόρων τα μάτια
τις τόσες κρυμμένες μορφές
θαμβωτικές να παραδώσω!»



2009
Χαρισμένο στον φίλο μου γλύπτη
Χρήστο Γεωργίου

Wednesday, January 28, 2009

Η βροχή


Αδιόρατα πέφτει συνεχώς
μια βροχή μαγική

Μαγκάνια κι ιδρωμένα που γυαλίζουν άλογα
ξύλινα σκουτιά, δρέπανα, κάρα
ξέφτια στο πάτωμα μιας μνήμης μοιρασμένης

Τα λόγια που είπαν στην ανάπαυλα
του Αλεξάνδρου στρατιώτες δυο
σε μακρινού μεσημεριού δεμένα το κοντό σχοινί
παροπλισμένα

Του ελαχίστου το ελάχιστο η ιστορία γνωρίζει

Ασημένιοι άσφαλτοι στη κοιλιά της αυγής
Καραδοκούντα όρνεα και γέρακες ψηλά
απ΄ των πυλώνων την συριστή ιαχή
Σαύρες, τερατομηχανές συνωστισμοί
και οι ψυχές
σπουργίτια απουπούλωτα απ’ τη φωλιά πεσμένα
σε δόντια γραναζιών

Βολίδες μηχανές
που κελαρύζουν στη κλωστή της ταχύτητας
αναβάτες που πίνουν τη πνοή τους σα κρασί
έμβολα, στρόφαλοι, βαλβίδες των ανθρώπων τα σπλάχνα

που χύνονται στο αβέβαιο στένεμα με την δύναμη όλη
ενώ βυθίζονται τα δάση στους κροτάφους
και οι σπαρτοί φουγάροι

Κάνες στραμμένες στης ανυποψίας το λευκό μέτωπο
μανία ανεξιχνίαστη ροκανίζει την υπομονή της σκανδάλης
σε απροσπέλαστα σπήλαια αλυχτίζουν οι αποφάσεις και πήζουν
κατηφορίζοντας κοιλάδες πολύβουες
λάβα που πετρώνει του αντιλόγου τα στόματα

Γυαλίζει στην θύελλα
το συνιστάμενο μπράτσο
που το τιμόνι κρατεί
του αιώνα το ένα ποδάρι στη σελάνα πατεί
το άλλο

στην κινούμενη άμμο της λήθης
στολισμένο ευχές και προθέσεις άριστες
ολοένα βυθίζεται

Αδιόρατα πέφτει συνεχώς
μια βροχή μαγική



1998
Από την συλλογή ''γενιά μεμβράνη''

Wednesday, January 14, 2009

Τα λιοντάρια της Καλαχάρι


Πόσο όμορφα εδώ
σ' αυτή την έρημο
που λένε Καλαχάρι!

Φάγαμε γρυλίζοντας και σήμερα
πάνω απ’ τη λεία μας
φάγαμε μαλώνοντας
για θεσπέσια σπλάχνα

Μονάχα κόκαλα γυμνά
στις ύαινες αφήσαμε
κι αποχωρίσαμε αργά
του κόσμου βασιλιάδες

-γιατί εμείς πιστεύουμε μόνο
την ακούσια πείνα μας
και τούτη την έρημο
που λένε Καλαχάρι-

Τώρα στους ίσκιους
ο ένας γλείφει του άλλου
τα ματωμένα σαγόνια
ο ένας του άλλου
την λευκή αθωότητα


2009
Aπό την συλλογή "Τα σκοτεινά ποιήματα"

Friday, January 9, 2009

Του ποιητή τα θαύματα


Μορφές που κάποτε περάσαν και μ’ αγγίξαν
μορφές που κάποτε σαν όλους μας εζήσαν
νεκροί, πούχουν υπάρξει κι έχουν σβήσει
απ’ άκρη σ’ άκρη μ’ έχουν κατακλύσει
-ακίνητα, κουλουριασμένα, ναρκωμένα
ωραία φίδια παγωμένα-

δίχως φωνή, δίχως ζωή
να καρτεράνε τη στιγμή
να βρω καιρό, να βρω τον ήλιο
να βρω γαλήνη και βασίλειο
για άλλη μια, να πάω πίσω
και στα χαρτιά να τους ξυπνήσω

Νεκροί στα σάβανά τους καρτερούνε
εμέ τον ποιητή για να σωθούνε
Σα το Χριστό κοντά τους θα σταθώ
«Δεύρο εσύ!» θα πω, αφού προσευχηθώ
-κι ευθύς θα ζωντανεύω τους τον βίο
αθάνατοι να ζήσουν στο βιβλίο-

Όμως, δε θα μπορέσω ν’ αποφύγω
-όταν από τον κόσμο τούτο φύγω-
τον φόβο που θα μ’ έχει κυριεύσει
«εμένα, ποιος θα ζωντανέψει;»



Γενάρης 2009
ελεύθερο

Friday, January 2, 2009

Δρόμοι γεμάτοι αίματα


Δρόμοι γεμάτοι αίματα
και γω

βαρέθηκα τον άσπιλο τον ποιητή
την ιερή του πίστη
πως είναι τάχα άγγελος
πηδαλιούχος μέγας
του παραδείσιου κόσμου

Βαρέθηκα την φήμη
των φτερωτών αρμάτων
την δικαιολογία
πως ένα ελάφι τρέφει τάχα στη καρδιά
που πρέπει
από τις ύαινες να σώσει

και τον υπαινιγμό
πως δεν αρμόζει στα σεπτά του πόδια
το ανάξιο τούτο χώμα να πατούν

Σιχάθηκα την αισχροκέρδειά του
την ανημπόρια να κάνει σημαία
να εξορίζεται σε φανταιζί
κι ανύπαρκτες οάσεις
αγνοώντας
πως έχει ξεβραστεί
απόβλητος
στα ιδιωτικά του σύννεφα
και κάτεργα
καταδικασμένος να μην ενοχλεί
μόνο να ονειρεύεται
γιατί φοβάται ο αισχρός
αληθινά να ζήσει

Αγοραφοβικός
και ονειροπαρμένος
που με το δάχτυλο ειρωνικά τον δείχνουν
σίγουροι πως από τέτοιον ποιητή
δε κινδυνεύουν

-Δρόμοι γεμάτοι αίματα
και γω
μετράω απουσίες



2006
Από την συλλογή ''Τα σκοτεινά ποιήματα''