Saturday, January 5, 2008


Υποψιασμένα τα δέντρα
πως οι θανατερές πνοές φτάνουν
τις ρίζες απ'το χώμα τραβήξαν
και δάκρυα πόνου απ'τις σχισμάδες ανάβλυσαν

Έτσι με ξεριζωμένα πλοκάμια
σχημάτισαν ουρές
κι έπιασαν αργά να προχωράνε τα δέντρα
κρατώντας μπόγους στα κλαριά
και μωρά που έσκουζαν
μέσα στ' άνθη τ'αλλοπαρμένα

Προχωρούσαν σκυφτά
σαν αόρατο πάνω τους βάρος
να βγουν απ'της φωτιάς τον θώρακα
να φύγουν απ'το χώμα που δικό τους ήταν
και τώρα χάσκει έρημο με ανοιχτά στόματα
τρύπες που μαρτυράνε τον όλεθρο

Πού να κατοικήσουν τόσες μνήμες πια
παρά σ'αυτές τις ζαρωμένες πεταλούδες
που ακολουθούν την πορεία των δέντρων
προς τα αλμυρά νερά


Suspicious the trees
that the death breaths arrive
roots pulled from the ground
and tears of pane from the fissures upwelling

So with uprooted tentacles
formed lines
and trees started to move slowly
holding packages in the branches
and babies crying
inside the bramy flowers

They were walking stoopingly
as an unseen weigh on them
to get out of the chest of fire
to live from their own soil
that now stands desert with open mouths
hales testify the bane

Where to live so many memories from now on
than in those wrinkled butterflies
following the path of the trees
to the salty waters.

μετάφραση: L. Ts.