Friday, June 11, 2010

Του Αη Γιώργη


Το ελάφι ερχόταν κάθε χρόνο, τη παραμονή της γιορτής του Αϊ Γιώργη του προστάτη άγιου του χωριού κι έπλεκε τα κέρατά του στα πυκνά κλαριά μιας γέρικης συκιάς λίγο πιο πάνω από την εκκλησία. Κατέβαινε τη νύχτα απ’ το βουνό τόσο αθόρυβα, που δε το έπαιρνε είδηση κανείς. Πόσοι και πόσοι άντρες του χωριού δε παραφύλαξαν για χρόνια τέτοιες νύχτες, μπας και το δουν να φτάνει. Μα εκεί που κρύβονταν τριγύρω, βαστώντας την ανάσα τους για να το δουν, ξαφνικά βυθίζονταν σε λήθαργο βαθύ, σα να τους άγγιζε ένα αόρατο απαλό χέρι και δε ξυπνούσαν, παρά την άλλη μέρα το πρωί, όταν το ελάφι βρισκόταν ήδη εκεί, με τα κέρατά του μπλεγμένα στα πυκνά κλαριά του γέρικου δέντρου.
Έφευγαν τότε για τη λειτουργία, ανήμερα του Αϊ Γιώργη που χτυπούσαν χαρμόσυνα οι καμπάνες και με το σχόλασμα γυρνούσαν ξανά στο ελάφι όλοι μαζί, άντρες γυναίκες και παιδιά, με κλαρίνα και τούμπανα. Το έπαιρναν, ενώ εκείνο περίμενε αβοήθητο τάχα, το στόλιζαν με άνθη, με τάματα και το τριγύριζαν σ’ όλους τους δρόμους του χωριού, χορεύοντας και τραγουδώντας. Έπειτα τόσφαζαν στη κεντρική πλατεία, ενώ εκείνο σπαρταρούσε στα χέρια τους, από φόβο τάχα και ξεψυχούσε σωριασμένο πάνω στο αίμα του, την ώρα που απ’ τα μεγάλα φωτεινά μάτια του, έρρεαν σα δροσοσταλίδες δυο αλμυρά δάκρυα, που κανείς ποτέ δεν έμαθε αν ήταν για την μοίρα του ή για την μοίρα των ανθρώπων.
Ακολουθούσε γλέντι τρικούβερτο, που τ’ ονόμαζαν «ντιβάνι» και ήταν καλεσμένοι όλοι. Και ντόπιοι και ξένοι και περαστικοί και συγγενείς από τα μακρινά χωριά, που έρχονταν μέρες πριν να πάρουν μέρος σ’ αυτό το θαυμαστό γιορτάσι. Έπιναν άφθονα κρασιά κι έτρωγαν το ελάφι, που όσος κόσμος κι αν βρισκόταν εκεί, τελειωμό δεν είχε. Γλεντούσαν όλοι μονιασμένα, αδερφικά και χόρευαν μέχρι τα ξημερώματα.
Υπήρχε όμως ένας άγραφος νόμος, που η αρχή του χανόταν στα βάθη του χρόνου και πέρναγε από στόμα σε στόμα, γενιές και γενιές. Έλεγε πως το κρέας του ελαφιού, έπρεπε να φαγωθεί μονάχα εκεί, στο μεγάλο γλεντοκόπι και δεν έπρεπε κανείς να πάρει ούτε δράμι σπίτι. Αυτός ο νόμος ήταν ιερός, απαράβατος κι οι κάτοικοι του χωριού, τον τηρούσαν με ευλάβεια αιώνες και αιώνες.
Κάποτε όμως έγινε κακό ανεπανόρθωτο. Μια έγκυος γυναίκα, που δε μπορούσε κι έπρεπε να μένει ξαπλωμένη μέχρι να λευτερωθεί, λαχτάρησε ξαφνικά λίγο απ’ το κρέας του ελαφιού.
«Σύρε μάνα να μου φέρεις μια μυρωδιά για θα πεθάνω» είπε λιγωμένη στη πεθερά της.
Όσο κι αν επέμενε για το αντίθετο η γριά, η γυναίκα δε βαστιόταν.
«Σύρε και δεν αντέχω μάνα…θα το ρίξω!»
Θέλοντας και μη η πεθερά, πήγε στη πλατεία, εκεί που ήταν όλοι μεθυσμένοι, έκλεψε κρυφά ένα κομμάτι, τόκρυψε στο κόρφο και τόφερε στη νύφη της.

Τον άλλον χρόνο, ελάφι δε ματαφάνηκε στη συκιά. Ούτε το παράλλο. Όσα τάματα, όσες λιτανείες κι αν έκαναν στον άγιο οι χωριανοί, ελάφι στο χωριό δε ξαναφάνηκε. Και η χρονιάρα γιορτή, δεν έγινε ποτέ όπως παλιά. Αλλάξανε τα πράματα. Κάθε σπίτι πια, έθρεφε ξεχωριστά το δικό του μανάρι που όμως, όσο μεγάλο κι αν ήταν, ποτέ το κρέας του δεν έφτανε για να χορτάσουν όλοι. Στο τέλος, αισθάνονταν απ’ τη μερίδα τους αδικημένοι.
Και σα να μην έφτανε αυτό, άρχισαν να φέρονται παράξενα οι χωριανοί. Ανήμερα της γιορτής, δε πήγαιναν στην εκκλησιά με καθαρή καρδιά, μα βάζαν φορέματα λαμπρά και κείνο που τους ένοιαζε, ήτανε να τα δείξουν. Και το κρασί που πίνανε, πικρό. Τόσο, που δε χορεύανε σα το παλιό καιρό, αδερφικά και μονιασμένοι. Χόρευαν πετώντας στους μουζικάντηδες λεφτά για να δείξουν το έχει τους και πως ανάγκη πάνω στη γη, δεν έχουν κανέναν. Κι οι μουζικάντηδες χάλασαν κι αυτοί. Δε παίζαν για το κέφι τους πια, μα μόλις έβλεπαν παράδες, πετιόνταν όρθιοι και κάναν κουνήματα και τσιριμόνιες σα γυριστράδικες αρκούδες. Γελοίοι γίνονταν για να κερδίσουν. Έτσι έγινε συνήθειο πια, να χορεύουν μονάχα εκείνοι που κάτεχαν λεφτά. Οι άλλοι καταδικάστηκαν να πίνουν ήσυχα και να κοιτάζουν.

Ήταν η εποχή που ο κάμπος δεν είχε ακόμη ξεχερσωθεί. Οι κάτοικοι ήταν μισοαγρότες μισοτσοπάνηδες και σ’ όλο το χωριό αντιβούιζαν ολημερίς τα τροκάνια και τα κουδούνια των προβάτων που βοσκούσανε στο βουνό. Ήταν η εποχή που η γη ξέρναγε νερό από παντού. Κάθε γειτονιά είχε το δικό της πηγάδι και νότια χαμηλά του χωριού, υπήρχε μια βρύση. Αυτή ήταν το γυναικείο κέντρο του κουτσομπολιού, δε γινόταν τίποτα να μη το μάθει η βρύση. Οι γυναίκες έπλεναν και συζητούσαν, τα παιδιά έψαχναν για χέλια και καβούρια ή έριχναν πέτρες στους γύπες που χαμοπετούσαν τριγύρω γυρεύοντας ψοφίμια. Μα όλα αυτά, μόνο την ημέρα. Τη νύχτα δε πλησίαζε τη βρύση κανείς, γιατί έβγαιναν τα ξωτικά και οι νεράιδες και μπορούσαν να σου κλέψουν τη μιλιά. Γλυκοτραγουδούσαν μαζί με το νερό που έτρεχε γάργαρο και χόρευαν με ξέπλεκα μαλλιά, γυρνώντας τις μαντίλες στον αέρα.
Ήταν μια εποχή που οι άνθρωποι ζούσαν μαζί με τους αγίους και τα ξωτικά. Ανεβοκατέβαιναν καθημερινά στον ουρανό, περιδιαβαίνανε τα σύννεφα και η ομίχλη του μυαλού, τους έκανε ευτυχισμένους, γιατί ήταν μια καταπραϋντική, ηδονική ομίχλη, που ένωνε το όνειρο με τη πραγματικότητα.
Γιατί ήταν συνάμα και μια σκληρή εποχή, γεμάτη πολέμους, εκστρατείες, ανέχειες. Μα όταν ξεμπέρδευαν μ’ αυτά οι άνθρωποι, ρίχνονταν με γινάτι στην ειρήνη, δούλευαν τα χωράφια, αυγάταιναν τα ζωντανά, έχτιζαν σπίτια, σπέρνανε φαμίλιες. Δούλευαν τη γη με τ’ άλογα και τα μουλάρια. Όλη τη μέρα μαζί με τ’ άλογα και τα μουλάρια. Και τη νύχτα ακόμη αφού κοιμούνταν στο ίδιο μακρινάρι. Ακούγανε τα χρεμετίσματα, τους αναστεναγμούς και τις πορδές τους. Τις νύχτες τα όνειρα των αλόγων μπερδεύονταν με τ’ ανθρώπινα. Δένονταν τόσο μαζί, που όταν ψοφούσαν, ήταν σα να πέθαινε άνθρωπος του σπιτιού, δε τα πετούσαν παρά τα έθαβαν εκεί κοντά, να μη τα φάνε τα όρνια και κάθονταν πάνω τους με τα καπέλα στο χέρι ώρα θλιμμένοι, έτσι που στη μεγάλη ανοικοδόμηση που έγινε αργότερα, ξέθαβαν απ’ τις αυλές σκελετούς αλόγων, πούχαν θαφτεί ολάκερους χρόνους πριν.
Και βέβαια από τότε που χάθηκε το ελάφι, οι άνθρωποι δεν ήταν πάντα αγαπημένοι. Υπήρχαν μεταξύ τους διαφορές. Χωρίστηκαν σε πλούσιους και φτωχούς. Οι πιο φτωχοί δούλευαν στα χωράφια και τα κοπάδια των νοικοκυραίων. Μεροκάματο. Έπιναν απίστευτες ποσότητες κρασιού ν’ αντέξουν τη σκληρή ζωή κι όταν μεθούσαν έβριζαν κρυφά τ’ αφεντικά τους. Τους έδιναν αστεία παρατσούκλια ή σκάρωναν σε βάρος τους στιχάκια για να λιώσουν μέσα τους το μίσος που ακούσια άναβε, όπως και την αδικία.
Την εποχή του θέρους, αρκετοί από δαύτους, τριγύριζαν νύχτες στις θημωνιές και κλέβανε δεμάτια απ’ τους νοικοκυραίους. Τα φόρτωναν στη πλάτη κι ανέβαιναν στη κορυφή του βουνού, όπου γινόταν το μυστικό αλώνισμα. Πριν το ξημέρωμα πήγαιναν στο μύλο και μονάχα το σούρουπο γυρνούσαν στο σπίτι κουβαλώντας μισό σακί αλεύρι, που μόλις το έβλεπαν τα παιδιά, άρχιζαν να τρέμουν από χαρά, γιατί την άλλη μέρα, ίσως και αργά την ίδια νύχτα θα έτρωγαν κρυφά, φρέσκο αχνιστό ψωμί. Κι αν είχαν λίγο τυρί, κάνα κρεμμύδι ή ελιές θα φτιάναν και πλακόπιτες.
Τα παιδιά. Όσα επιζούσαν δηλαδή, γιατί οι γυναίκες γεννούσαν οπουδήποτε. Στο χωράφι, κάτω από δέντρα, πάνω σε μουλάρια ή στη καλύτερη περίπτωση μπροστά σε ένα αναμμένο τζάκι. Πολλά πέθαιναν γιατί έρχονταν ανάποδα ή πάθαιναν ασφυξία από του λώρους και όσα τελικά κατάφερναν να βγουν ζωντανά, ήταν όλα τους άσχημα και υγρά με τριγωνικά κεφάλια απ’ τις πιέσεις της γέννας. Τα έπαιρναν αμέσως οι γριές, τάπλεναν κι έπειτα έπιαναν τα κεφάλια τους, τα πίεζαν με τις παλάμες από δω, τα πίεζαν από κει, ναι έπλαθαν τα κεφάλια τους σα νάτανε ζυμάρι, τους έδιναν διάφορα σχήματα καθώς τους έκανε κέφι, σα να μαστόρευαν ψωμιά λίγο πριν τα ρίξουν στο φούρνο. Μετά τα περιλάβαιναν οι αρρώστιες.
Δύσκολη εποχή μα οι άνθρωποι ήταν γνήσιοι, αυθεντικοί, αδάμαστοι ακόμη. Να φανταστείς, όταν ήρθε το κράτος να μαζέψει για πρώτη φορά φόρους κι έκανε το λάθος να ειδοποιήσει από πριν για την ακριβή ημερομηνία έλευσης του φοροεισπράκτορα, το χωριό άδειασε εντελώς. Κρύφτηκαν όλοι στο βουνό σε μια σπηλιά, όπως είχαν μάθει απ’ τους πατέρες να κρύβονται σε πολέμους και λεηλασίες. Άντρες με μπόγους στα χέρια, γυναίκες με μωρά, ανηφόρισαν το μυστικό μονοπάτι, έτσι που ο εισπράκτορας βρήκε στο χωριό μονάχα αδέσποτα σκυλιά, κάτι γριές κουφές πούχαν ξεχάσει τ’ όνομά τους και μερικά περιπλανώμενα γαϊδούρια που έστεκαν στη μέση των δρόμων γκαρίζοντας απορημένα από την ησυχία και την ερημιά που έπεσε ξαφνικά στο χωριό. Κι όταν ο εισπράκτορας σηκώνοντας τους ώμους ανέβηκε πάλι στο άλογο και πήρε άπρακτος το δρόμο του γυρισμού, επέστρεψαν όλοι με γέλια με χαρές, ψάλλοντας τον εθνικό ύμνο, έβγαλαν απ’ τα σεντούκια τις σημαίες και τις ανέμιζαν λες κι έγινε καμιά μεγάλη απελευθέρωση, λες κι έφυγε ο βάρβαρος καταχτητής που τους καθόταν χρόνια πάνω στο σβέρκο .
Γρήγορα το χωριό πήρε τη γνώριμη όψη του και σε λίγο, άλλοι κινήσανε για τις δουλειές και άλλοι για το κυνήγι.
Γιατί είχε πολύ κυνήγι τότε. Βλέπεις ο μισός κάμπος ήταν χέρσος. Τι λαγοί, τι μπεκάτσες, τι χήνες, τι αγριόπαπιες! Οι κυνηγοί γύριζαν φορτωμένοι με διάφορα πολύχρωμα πουλιά περασμένα στη μέση τους, μαζεύονταν στα καφενεία μυρίζοντας μπαρούτι και ιστορούσαν ξαναμμένοι τα καθέκαστα. Πόσα κοπάδια
έπεσαν επάνω στη φυλάχτρα, πόσα πήραν με μια μονάχα ντουφεκιά, ποιος βιάστηκε να ρίξει χαλώντας το καρτέρι. Διαφωνούσαν, φώναζαν, γελούσαν τρανταχτά, σπάζοντας τα νεύρα των γερόντων που ξερόπιναν ώρες εκεί και δε μπορούσαν πια να κυνηγήσουν, μόνο παλιά κατορθώματα τους έμενε να πουν.
Μα εκεί που συμφωνούσαν όλοι, ήταν πως το κυνήγι του αγριοπερίστερου, ήταν το δυσκολότερο. Έπρεπε νάσουν μάστορης να τα σκοτώσεις. Γιατί εκτός του ότι ήταν σκληρόπετσα και δε τα πιάνανε εύκολα τα σκάγια, ήταν και βιρτουόζοι στον αέρα, είχαν στρατηγική. Όπου είχαν κανονίσει ν’ απαγκιάσουν, δε πήγαιναν όλα μαζί μα έστελναν ανιχνευτή. Μετά πήγαιναν τα υπόλοιπα. Γι’ αυτό δεν έπρεπε να ντουφεκίσεις τον ανιχνευτή μα να λουφάξεις στη φυλάχτρα και να περιμένεις.
Το πιο γοητευτικό όμως ήταν το κυνήγι του λαγού στο χιόνι, γιατί συνδύαζε και την ιχνηλασία. Υπήρχαν άριστοι ιχνηλάτες τότε. Ήξεραν να διαβάζουν τον τορό, από πού έρχεται και πού πηγαίνει ο λαγός, τι κύκλους επινοεί για να μπερδέψει, πότε κάνει το πλαϊνό βήμα για να κρυφτεί στο θάμνο. Με τέτοιους κυνηγούς και ιχνηλάτες, ο λαγός ήταν καταδικασμένος και υπολόγιζε μόνο σε εμπλοκή του όπλου για να σωθεί. Πράμα που γινότανε συχνά, γιατί τα περισσότερα ντουφέκια ήταν αυτοσχέδια από ξύλο αγριελιάς κι ένα κομμάτι σωλήνα.