Monday, March 24, 2008

Οι πολιτείες το πρωί


Οι πολιτείες το πρωί αθώες μοιάζουν

Ο ήλιος κατεβαίνει σα πραματευτής
ανοίγει τα μπαγάζια του στις γειτονιές
λαλώντας τη πραμάτεια

Κυράδες έρχονται με τσάντες πλαστικές για να γεμίσουν
-μες στα κεφάλια τους σφυρίζουνε οι έγνοιες
όπως οι σφήκες γύρω απ’ τη φωλιά-

Φτάνουν με τα τραπέζια τους οι γέροι
ρουφώντας καφέδες αχνιστούς
-γάτος ο θάνατος στα πόδια
που όλο να φύγει τον σκουντούν
μ’ αυτός σα χάδι απαλός και παιχνιδιάρης
στα πόδια που τον διώχνουν επιστρέφει-

κορνάρουν αυτοκίνητα στους δρόμους να προφτάσουν
πλευρίζουν τραίνα τους σταθμούς να ξεφορτώσουνε
παραγγελιές, φορτία

Για λίγα ψίχουλα φωτός πεσμένα κάτω
-που δε τα καταδέχτηκε κανείς-
ένα μυρμήγκι ασθμαίνοντας, τρέχει να φέρει τ’ άλλα

Χιλιάδες μέλισσες κινούν
Χιλιάδες πεταλούδες
Μπαίνουν τα δέντρα στη σειρά
κάνουν σημειωτών και περιμένουν

Τραβούν κουπί λουλουδικά μέσα σε γλάστρες
Κι ένα παιδί
τη μπάλα βαστώντας τρυφερά
-σα να κρατάει πλανήτη-
Το βήμα ζυγιάζει για άλμα ζηλευτό
σε ουράνιο καλάθι

Τα λεωφορεία της γραμμής φέρνουν απίθανα πουλιά
που φτερουγίζουν στις χειρολαβές και τα καθίσματα
σαύρες, βατράχια λιάζονται στην οροφή
και ένας αλιγάτορας
τρέχει βαριά στο δρόμο

Κι ο πράος ο ηλιματευτής με τη τραγιάσκα του στραβά
καπνίζοντας ένα χρυσόσκονης τσιγάρο
τυλίγει σε χάρτινα το φως χωνιά
και το ζυγίζει

Χορεύουν σε πλήκτρα δάχτυλα, πηδούν
της μοιρασιάς της ξέφρενης προβάλλοντας
τον ισολογισμό

Οι πολιτείες το πρωί αθώες
κι αφελείς ομοιάζουν



(1997)
Από την συλλογή "μαθητεία"