Wednesday, January 28, 2009

Η βροχή


Αδιόρατα πέφτει συνεχώς
μια βροχή μαγική

Μαγκάνια κι ιδρωμένα που γυαλίζουν άλογα
ξύλινα σκουτιά, δρέπανα, κάρα
ξέφτια στο πάτωμα μιας μνήμης μοιρασμένης

Τα λόγια που είπαν στην ανάπαυλα
του Αλεξάνδρου στρατιώτες δυο
σε μακρινού μεσημεριού δεμένα το κοντό σχοινί
παροπλισμένα

Του ελαχίστου το ελάχιστο η ιστορία γνωρίζει

Ασημένιοι άσφαλτοι στη κοιλιά της αυγής
Καραδοκούντα όρνεα και γέρακες ψηλά
απ΄ των πυλώνων την συριστή ιαχή
Σαύρες, τερατομηχανές συνωστισμοί
και οι ψυχές
σπουργίτια απουπούλωτα απ’ τη φωλιά πεσμένα
σε δόντια γραναζιών

Βολίδες μηχανές
που κελαρύζουν στη κλωστή της ταχύτητας
αναβάτες που πίνουν τη πνοή τους σα κρασί
έμβολα, στρόφαλοι, βαλβίδες των ανθρώπων τα σπλάχνα

που χύνονται στο αβέβαιο στένεμα με την δύναμη όλη
ενώ βυθίζονται τα δάση στους κροτάφους
και οι σπαρτοί φουγάροι

Κάνες στραμμένες στης ανυποψίας το λευκό μέτωπο
μανία ανεξιχνίαστη ροκανίζει την υπομονή της σκανδάλης
σε απροσπέλαστα σπήλαια αλυχτίζουν οι αποφάσεις και πήζουν
κατηφορίζοντας κοιλάδες πολύβουες
λάβα που πετρώνει του αντιλόγου τα στόματα

Γυαλίζει στην θύελλα
το συνιστάμενο μπράτσο
που το τιμόνι κρατεί
του αιώνα το ένα ποδάρι στη σελάνα πατεί
το άλλο

στην κινούμενη άμμο της λήθης
στολισμένο ευχές και προθέσεις άριστες
ολοένα βυθίζεται

Αδιόρατα πέφτει συνεχώς
μια βροχή μαγική



1998
Από την συλλογή ''γενιά μεμβράνη''

Wednesday, January 14, 2009

Τα λιοντάρια της Καλαχάρι


Πόσο όμορφα εδώ
σ' αυτή την έρημο
που λένε Καλαχάρι!

Φάγαμε γρυλίζοντας και σήμερα
πάνω απ’ τη λεία μας
φάγαμε μαλώνοντας
για θεσπέσια σπλάχνα

Μονάχα κόκαλα γυμνά
στις ύαινες αφήσαμε
κι αποχωρίσαμε αργά
του κόσμου βασιλιάδες

-γιατί εμείς πιστεύουμε μόνο
την ακούσια πείνα μας
και τούτη την έρημο
που λένε Καλαχάρι-

Τώρα στους ίσκιους
ο ένας γλείφει του άλλου
τα ματωμένα σαγόνια
ο ένας του άλλου
την λευκή αθωότητα


2009
Aπό την συλλογή "Τα σκοτεινά ποιήματα"

Friday, January 9, 2009

Του ποιητή τα θαύματα


Μορφές που κάποτε περάσαν και μ’ αγγίξαν
μορφές που κάποτε σαν όλους μας εζήσαν
νεκροί, πούχουν υπάρξει κι έχουν σβήσει
απ’ άκρη σ’ άκρη μ’ έχουν κατακλύσει
-ακίνητα, κουλουριασμένα, ναρκωμένα
ωραία φίδια παγωμένα-

δίχως φωνή, δίχως ζωή
να καρτεράνε τη στιγμή
να βρω καιρό, να βρω τον ήλιο
να βρω γαλήνη και βασίλειο
για άλλη μια, να πάω πίσω
και στα χαρτιά να τους ξυπνήσω

Νεκροί στα σάβανά τους καρτερούνε
εμέ τον ποιητή για να σωθούνε
Σα το Χριστό κοντά τους θα σταθώ
«Δεύρο εσύ!» θα πω, αφού προσευχηθώ
-κι ευθύς θα ζωντανεύω τους τον βίο
αθάνατοι να ζήσουν στο βιβλίο-

Όμως, δε θα μπορέσω ν’ αποφύγω
-όταν από τον κόσμο τούτο φύγω-
τον φόβο που θα μ’ έχει κυριεύσει
«εμένα, ποιος θα ζωντανέψει;»



Γενάρης 2009
ελεύθερο

Friday, January 2, 2009

Δρόμοι γεμάτοι αίματα


Δρόμοι γεμάτοι αίματα
και γω

βαρέθηκα τον άσπιλο τον ποιητή
την ιερή του πίστη
πως είναι τάχα άγγελος
πηδαλιούχος μέγας
του παραδείσιου κόσμου

Βαρέθηκα την φήμη
των φτερωτών αρμάτων
την δικαιολογία
πως ένα ελάφι τρέφει τάχα στη καρδιά
που πρέπει
από τις ύαινες να σώσει

και τον υπαινιγμό
πως δεν αρμόζει στα σεπτά του πόδια
το ανάξιο τούτο χώμα να πατούν

Σιχάθηκα την αισχροκέρδειά του
την ανημπόρια να κάνει σημαία
να εξορίζεται σε φανταιζί
κι ανύπαρκτες οάσεις
αγνοώντας
πως έχει ξεβραστεί
απόβλητος
στα ιδιωτικά του σύννεφα
και κάτεργα
καταδικασμένος να μην ενοχλεί
μόνο να ονειρεύεται
γιατί φοβάται ο αισχρός
αληθινά να ζήσει

Αγοραφοβικός
και ονειροπαρμένος
που με το δάχτυλο ειρωνικά τον δείχνουν
σίγουροι πως από τέτοιον ποιητή
δε κινδυνεύουν

-Δρόμοι γεμάτοι αίματα
και γω
μετράω απουσίες



2006
Από την συλλογή ''Τα σκοτεινά ποιήματα''