Ποτέ δεν ξέρεις...
Δεν είχε πια απαιτήσεις απ' την ποίηση
είχε παραιτηθεί. Σαράντα χρόνια υπηρέτης της
λίγο δεν είναι. Ό, τι ήταν να δώσει και να πάρει
έγιναν. Εξηντάρης πια, ησύχαζε. Έγραφε πεζά.
Αίφνης -σαν κάτι να τον χτύπησε-
άρχισε πάλι να ξυπνά. Καθημερνά
αδιάκοπα, του έρχονταν ποιήματα σειρά
σαν τότε -σαράντα χρόνια πριν-
που πρωτοξύπνησε. Όπως παλιά.
Ποτέ δεν ξέρεις με την ποίηση.
Πότε φεύγει, πότε έρχεται
πότε σ' εμπιστεύεται ξανά
πότε σε κοροϊδεύει, δίνοντάς σου
κάλπικα, πότε σ' αγαπά πραγματικά.
Ποτέ δεν ξέρεις...
Γ. Π.
