Translate

Thursday, June 25, 2026

Όταν γερνούν τα αγάλματα - Μια πρώτη προσέγγιση

 




«Όταν γερνούν τα αγάλματα»
Μια πρώτη προσέγγιση της ποιητικής συλλογής του Γιώργου Πύργαρη
εκδόσεις Συμπαντικές Διαδρομές (2026)
 
 
   Η ποιητική συλλογή «Όταν γερνούν τα αγάλματα» δεν αποτελεί απλώς μια συνάθροιση ποιημάτων γραμμένων σε διαφορετικές χρονικές στιγμές. Αντιθέτως, συγκροτεί ένα ενιαίο ποιητικό σύμπαν με σαφή εσωτερική αρχιτεκτονική, όπου τα επιμέρους ποιήματα λειτουργούν ως σταθμοί μιας διαδρομής. Στον πυρήνα της συλλογής βρίσκεται η έννοια της «γενιάς μεμβράνης».
 
Ενότητα: Εισαγωγή
   Πρόκειται για τη γενιά που γεννήθηκε κατά τη δεκαετία του 1960 και τις αρχές της δεκαετίας του 1970, ενηλικιώθηκε και ανδρώθηκε κατά το τελευταίο τέταρτο του εικοστού αιώνα και βρέθηκε κυριολεκτικά ανάμεσα σε δύο κόσμους. Πρώτον, ανάμεσα στον 20ο και τον 21ο αιώνα. Ανάμεσα στην Ελλάδα των κοινοτήτων, των χωριών, της προφορικής παράδοσης και των ισχυρών συλλογικών δεσμών και στην Ελλάδα της παγκοσμιοποίησης, της ψηφιακής τεχνολογίας και της ξέφρενης ατομικότητας Ανάμεσα σε δύο είδη γραφής. Στη γραφή με το στυλό και το χαρτί (με την επωφελή μοναξιά που απαιτεί αυτός ο τρόπος και την αίσθηση της μακρινής ανταπόκρισης από το όποιο κοινό) και στη γραφή του πληκτρολογίου και της άμεσης παρουσίας στην αγορά του διαδικτύου. Ανάμεσα στην αφήγηση των πρωταγωνιστών των μεγάλων ιδεολογικών συγκρούσεων του 20ου αιώνα και στην ψύχραιμη αποτίμηση των πράξεων και των αποτελεσμάτων τους από αυτήν τη γενιά λόγω μη άμεσης εμπλοκής. Ανάμεσα στην προσταγή των νικητών να προχωρήσει στον δρόμο που χάραξαν εκείνοι και στη σκιά των ηττημένων που επιμένουν να μη λησμονηθούν οι αξίες τους...
 
Οι νικητές σε προστάζουν
με το δάχτυλο τεντωμένο
σε ικετεύουν οι ηττημένοι
να μην τους προσπεράσεις.
 
   Η γενιά μεμβράνη δεν πρωταγωνίστησε στις μεγάλες συγκρούσεις που καθόρισαν τον περασμένο αιώνα. Γνώρισε όμως τους ανθρώπους που τις έζησαν. Άκουσε τις αφηγήσεις των νικητών και των ηττημένων. Είδε τα οράματα να γεννιούνται, να συγκρούονται και συχνά να συντρίβονται με τελικό σταθμό το 1990. Γι’ αυτό και η φωνή της συλλογής δεν είναι η φωνή του στρατευμένου ούτε του απολογητή. Είναι η φωνή του μάρτυρα. Του ψύχραιμου και ουδέτερου μάρτυρα (όσο αυτό είναι δυνατόν).
   Το δεύτερο ποίημα της εισαγωγής είναι «Οι ατελέσφοροι». Ένα ποίημα που άρχισε να γράφεται γύρω στο 1990 και ολοκληρώθηκε δέκα περίπου χρόνια αργότερα. Αποτελεί ίσως, το ιδεολογικό και φιλοσοφικό κέντρο βάρους ολόκληρου του βιβλίου. Οι μορφές που κάποτε επιχείρησαν να ανέβουν «στους κήπους των ουρανών» δηλαδή να αγγίξουν τα σοσιαλιστικά ιδεώδη, ενσαρκώνουν όλα τα μεγάλα ανθρώπινα οράματα που δεν κατάφεραν να πραγματωθούν. Η συλλογή δεν στέκεται απέναντί τους με ειρωνεία ούτε με θριαμβολογία. Τους αντιμετωπίζει με κατανόηση και ανθρωπισμό. Η αποτυχία δεν παρουσιάζεται ως ηθική ήττα αλλά ως αναπόφευκτη συνθήκη της ανθρώπινης περιπέτειας, μιας τραγωδίας που ακολουθεί διαχρονικά το ανθρώπινο ον. Όπως ο Οιδίποδας που επιχείρησε να αποφύγει την ειμαρμένη, αλλά έπεσε κυριολεκτικά πάνω της από άγνοια. Η ιστορία δεν είναι τόπος τελικής δικαίωσης αλλά πεδίο όπου ακόμη και οι πιο ευγενείς επιδιώξεις δοκιμάζονται από τον χρόνο και ίσως από κάποιες «αόρατες σκοτεινές δυνάμεις» πέραν των ανθρωπίνων επιδιώξεων και προθέσεων. Εν αρχή ην ο Λόγος ή το Χάος;...
 
Με αίμα το όνειρο έντυσαν και με φωτιά
σήκωσαν το πόδι ευθαρσώς ψηλά, τ΄ αόρατο να βρουν σκαλί
που στους κήπους των ουρανών θα οδηγούσε
όμως δε βρήκαν το σκαλί -ούτε ποτέ κανείς-
 
   Μέσα σ’ αυτό το πνευματικό περιβάλλον των συγκρούσεων και των απογοητεύεσων, ανδρώνεται η γενιά μεβράνη -ευτυχώς όμως σε μια περίοδο που ''τα αίματα είχαν πλυθεί- προσπαθώντας να κατανοήσει τις αιτίες της ανθρώπινης ματαίωσης...
 
-Μα πότε σηκώθηκε ένα άτρωτο όνειρο;
Ποιος τόχτισε στου κάστρου τα ντουβάρια να ριζώσει
χωρίς να το σκοτώσει;-
Δοσμένη στο βάρος η κίτρινη σκόνη
κάθεται πάνω στα μισά, κάθεται πάνω στα παράπονα
βυθίζει στην άμμο αφανισμένους καιρούς, κούφια οστράκια.
 
   Για να καταλήξει στο τέλος του ποιήματος, στην αποδοχή τους ανθρώπινου μέτρου:
 
κι αφού συνεχώς σκληραίνουμε, αγάλματα
αγάλματα θα γίνουμε με άσπρα μάτια
αγάλματα μ΄ έναν αϊτό στα σπλάχνα
αγάλματα...
που δε φαντάζονται πια κείνους τους κόσμους
μ΄ αγγελικούς ανθρώπους να πετούν γυμνοί, μακάριοι χορευτές
ούτε βιολιά πλανώμενα να παίζουν μόνα τους εξαίσιες μουσικές
μόνο αδέξιους φαντάζονται χωριάτες
να πολεμάνε μάταια να μάθουνε χορούς…
 
   Από αυτό το σημείο και με την πνευματική προίκα των εμπειριών του 20ου αιώνα, ξεκινά το μεγάλο ταξίδι της η γενιά μεμβράνη. Το τρίτο και τελευταίο ποίημα της εισαγωγής «Ανοιχτά της Αυλίδας» λειτουργεί ως συμβολικό αναχωρητήριο. Όπως τα πλοία των Αχαιών εγκαταλείπουν την Αυλίδα αναζητώντας την Τροία, έτσι και οι άνθρωποι αυτής της γενιάς εγκαταλείπουν τον γενέθλιο τόπο για τη δική τους Τροία, αναζητώντας μόρφωση, επαγγελματική αποκατάσταση και προσωπική καταξίωση. Ουσιαστικά, με το ποίημα «Ανοιχτά της Αυλίδας» η γενιά μεμβράνη αφήνει την παιδική ηλικία και γίνεται πια υπεύθυνη και υποκείμενο ιστορίας η ίδια. Θα πρέπει από δω και μπρος να αντιμετωπίσει το δικό της βουνό, τη δική της μοίρα…
 
Ταξίδι ολόφρεσκο, καθώς κοιτάς τα πρόσωπα συντρόφων
που κάθονται στην κουπαστή, ωραίοι και άφρονες
από τις υποσχέσεις ενός πολέμου νικητή
που λάφυρα και δόξα θα τους φέρει...

 


 
1η Ενότητα: Τα χωριά που πεθαίνουν
   Τα χρόνια που γνωρίζει τον κόσμο η γενιά μεμβράνη, έξω από το γονεϊκό σπίτι με όλα τα λάθη, τα πισωγυρίσματα, τις μικρές ίσως ήττες-νίκες και τις αναπόφευκτες συγκρούσεις, συμπυκνώνονται στο πρώτο ποίημα της ενότητας «Θραύσμα»…
 
Τ’ απάτητα που χρόνια περιδιάβαινα
γυρεύοντας αθρόους θησαυρούς
δεν είχαν τίποτα!
Εγώ ο άσωτος τα στόλισα
μ’ αισθήματα λυπητερά, με χρώματα
και πακτωλούς ελπίδων.
 
   Τα χρόνια αυτά όμως της «πρώτης εμπειρίας» η σύγκρουση με την πραγματικότητα και τα μαθήματα που έλαβε με τις τυχόν απογοητεύσεις σε συνδυασμό με την φιλοσοφική προίκα και εμπειρία του 20ου αιώνα, την καθιστούν τελικά ικανή να κάνει την αποτίμηση του κόσμου των νικητών τόσο στο αγροτικό, όσο και στο αστικό τοπίο.
   Στο κεφάλαιο «Τα χωριά που πεθαίνουν» επιστρέφει στα πατρώα. Τα τρία πεζά λειτουργούν ως παιδικές μνήμες που έρχονται όμως αντιμέτωπες με την καινούρια πραγματικότητα…
 
[Κίτρινες μπουλντόζες κατεδάφιζαν σαν τσιγαρόχαρτα τα παλιά πέτρινα σπίτια με τους φουγάρους και τα κεραμίδια. Μελαψοί μαστόροι, με σκεπάρνια πιασμένα στο σβέρκο και στα χείλη καρφιά, καλούπωναν τη νέα πατρίδα, με τούβλα, ταράτσες και κεραίες. Σκαρφαλώναμε σε σωρούς χαλίκια σε σωρούς άμμο, κλέβαμε απ’ τους μαστόρους τσιγάρα και τα καπνίζαμε κρυμμένοι σε παλιά γεφύρια, πάνω σε δέντρα, χωμένοι σε παλιά λάστιχα αυτοκινήτων…] (Αλήτες)
 
   Ενώ η εντύπωση που άφηναν οι παιδικές μνήμες της μεγάλης ανοικοδόμησης των δεκαετιών του’70 και του ’80 έδιναν την υπόσχεση μιας θετικής προοπτικής και ενός υπέροχου μέλλοντος με τα καινούρια σπίτια που ανοικοδομούνταν στα χωριά, η σημερινή πραγματικότητα διαψεύδει. Για την ακρίβεια, είναι ζοφερή…
 
…Δεν ακούγεται σε αυτά
τα χωριά, κλάμα μωρού
γάμου τραγούδι
κουράστηκαν να κουβαλούν
νεκρούς, στα κυπαρίσσια…
 
   Ερημοποίηση της υπαίθρου. Τα σπίτια-μέγαρα που ανεγέρθηκαν με χαρές και τιμές το τελευταίο τέταρτο του 20ου αιώνα, τώρα ερημώνουν. Οι γειτονιές αδειάζουν. Όλοι πεθαίνουν…
 
Έμειναν τόσοι λίγοι!
Βαριοί, σαν αγάλματα τώρα
βουλιαγμένοι στη θύμηση
καρτερούν την καμπάνα
της επόμενης απουσίας...
 
   Οι νικητές τελικά υποσχέθηκαν έναν καλύτερο κόσμο, που όχι μόνο δεν ήρθε, αλλά αφάνισε και ό,τι υπήρχε. Δεν ήταν τελικά νικητές βαθιάς συλλογικής προοπτικής, αλλά νικητές συμφερόντων των ολίγων.
   Στη συγκεκριμένη ενότητα η συλλογή αποκτά τον χαρακτήρα ενός ποιητικού χρονικού της ελληνικής υπαίθρου. Οι άλλες δύο πεζές αναμνήσεις που
παρεμβάλλονται ανάμεσα στα ποιήματα "Η σόμπα" και τα "Φωτοστέφανα'' λειτουργούν και αυτές ως θραύσματα μνήμης, ως κιβωτοί ενός κόσμου που σβήνει. Οι αυλές, τα ζώα, τα χωράφια, οι γιορτές, οι γειτονιές και οι ανθρώπινες σχέσεις ανακαλούνται όχι με απλή νοσταλγία αλλά ως στοιχεία μιας συλλογικής ταυτότητας που απειλείται με εξαφάνιση. Η ερήμωση των χωριών μετατρέπεται σε σύμβολο μιας βαθύτερης πολιτισμικής αποσύνθεσης.
 
 
 
Ενότητα: Καλαχάρι
   Η επόμενη ενότητα, «Καλαχάρι», μεταφέρει την κριτική ματιά της γενιάς μεμβράνης στο αστικό τοπίο. Αν τα χωριά εμφανίζονται ως τόποι που πεθαίνουν, οι πόλεις παρουσιάζονται ως τόποι όπου κυριαρχεί ο νόμος της ζούγκλας. Τα «Λιοντάρια της Καλαχάρι», οι «Νέοι Ρωμαίοι», η «Εκδήλωση» και άλλα ποιήματα της ενότητας, συνθέτουν μια αλληγορική εικόνα του σύγχρονου κόσμου. Ο ανταγωνισμός, η προβολή, η εμπορευματοποίηση και η μετατροπή του ανθρώπου σε αριθμό ή καταναλωτή, παρουσιάζονται ως συμπτώματα ενός πολιτισμού που απομακρύνεται ολοένα περισσότερο από τον ανθρωπιστικό του πυρήνα.
   Η «Καλαχάρι» δεν είναι απλώς η πόλη ως τοπίο. Είναι η πόλη ως εσωτερική έρημος. Ο τίτλος ήδη μετατοπίζει το γεωγραφικό σημαίνον σε ανθρωπολογικό: η αστική συνθήκη δεν περιγράφεται ως κατοικημένος χώρος αλλά ως ερημοποιημένο οικοσύστημα νοήματος. Έτσι, η μετάβαση από την ύπαιθρο στην πόλη δεν είναι αντίθεση φυσικού-τεχνητού, αλλά δύο μορφές διαφορετικής φθοράς: η μία της εγκατάλειψης, η άλλη της υπερπληρότητας που καταλήγει όμως σε χειρότερη μοναξιά και κενό.
   Στο ποίημα «Οι Πολιτείες το πρωί» συγκροτείται μια ιδιαίτερα σύνθετη ειρωνική οπτική: η καθημερινότητα εμφανίζεται αρχικά με ψευδαίσθηση αθωότητας, σχεδόν ειδυλλιακής οικειότητας, για να διαβρωθεί σταδιακά από μια υπόγεια ζωολογική μεταφορά. Ο αστικός πληθυσμός δεν περιγράφεται ρεαλιστικά αλλά μεταμορφώνεται σε υβριδικό σύνολο ανθρώπων, ζώων και φυτών, αντικειμένων και ενστίκτων. Αυτή η μετατόπιση δεν είναι διακοσμητική, είναι γνωσιολογική. Η πόλη αποκαλύπτεται ως χώρος όπου η λογική του πολιτισμού συνυπάρχει με μια πρωτογενή βιολογική επιθετικότητα…
 
Οι πολιτείες το πρωί αθώες μοιάζουν.
Ο ήλιος κατεβαίνει σαν πραματευτής
ανοίγει τα μπαγκάζια του στις γειτονιές
λαλώντας την πραμάτεια.
Κυράδες έρχονται με τσάντες πλαστικές για να γεμίσουν
μες στα κεφάλια τους σφυρίζουνε οι έγνοιες
όπως οι σφήκες γύρω απ’ τη φωλιά.
…………..
Τα λεωφορεία της γραμμής φέρνουν απίθανα πουλιά
που φτερουγίζουν στις χειρολαβές και τα καθίσματα
σαύρες, βατράχια λιάζονται στην οροφή
και ένας αλιγάτορας
τρέχει βαριά στο δρόμο.
…………..
Οι πολιτείες το πρωί αθώες
κι αφελείς ομοιάζουν.
 
Το ποίημα «Γδάρτης δελφινιών» λειτουργεί ως σκληρή παρεμβολή απομυθοποίησης ακόμη και της ποιητικής παράδοσης. Η αναφορά στον Ελύτη δεν είναι απλώς διακειμενική ειρωνεία, αλλά ένδειξη κρίσης του ίδιου του ποιητικού ρομαντισμού: ακόμη και η αισθητικοποιημένη αθωότητα της θάλασσας και του φωτός υποβάλλεται σε ιστορική διάβρωση. Το μικρό καριαίο ποίημα, συμπυκνώνει μια γενικότερη θέση της συλλογής: καμία ποιητική παράδοση δεν παραμένει ανέπαφη από την ηθική φθορά του ιστορικού χρόνου...
 
Άσχημοι καιροί
ακόμη κι ο Ελύτης
γδάρτης –θα ήταν- δελφινιών
στης ανάγκης
το σταχτόπλωρο καράβι...
 
   Στα «Λιοντάρια της Καλαχάρι» επανέρχεται η θεματική της κυριαρχίας, αλλά τώρα σε καθαρά βιολογικό επίπεδο. Η εξουσία δεν είναι πλέον κοινωνική κατασκευή αλλά ένστικτο που αυτοδικαιώνεται μέσω της πείνας. Η εικόνα των λιονταριών ως «βασιλιάδων» της ερήμου λειτουργεί ως απογυμνωμένη αλληγορία πολιτικής κυριαρχίας κάθε βίαιης εξουσίας, χωρίς ιδεολογικό περίβλημα. Η εξουσία εδώ δεν νομιμοποιείται, απλώς ασκείται γιατί είναι ισχυρή. Ο ποιητής φοράει τη μάσκα τους...
 
Φάγαμε και σήμερα
γρυλίζοντας
πάνω απ’ τη λεία μας
φάγαμε μαλώνοντας
για θεσπέσια σπλάχνα.
Μονάχα κόκαλα γυμνά
στις ύαινες αφήσαμε
κι αποχωρίσαμε αργά
του κόσμου βασιλιάδες.
 
Οι «Νέοι Ρωμαίοι» μεταφέρουν αυτή τη λογική στο πεδίο της σύγχρονης μαζικής κουλτούρας και του θεάματος. Η Ρώμη δεν είναι ιστορική αναφορά αλλά μηχανισμός θέασης. Όλες οι μεγαλουπόλεις και τα χωριά του Δυτικού κόσμου συμπυκνώνονται σε ένα σύγχρονο τηελοπτικό Κολοσσαίο: οι θεατές της βίας είναι ταυτόχρονα συμμετέχοντες στην κανονικοποίησή της. Η προσθήκη της οικονομικής ανησυχίας («σκαμπανεβάσματα των μετοχών») εισάγει την τελική μορφή εκφυλισμού. Πού διαφέρουμε από τους θεατές του αρχαίου Κολοσσαίου;
 
σε θεωρεία δορυφορικής αρένας βολεμένοι
κοιτούν με μάτι κρύο τα φριχτά θεάματα
την εξολόθρευση των… παρακατιανών….
………
-κομμάτι ανήσυχοι οι νέοι Ρωμαίοι
για τα σκαμπανεβάσματα των μετοχών-
   Στην «Εκδήλωση» ολοκληρώνεται η κριτική του λόγου ως θεσμικού μηχανισμού. Ο πολιτισμικός λόγος ως υπνωτιστική ρητορική που συγκαλύπτει την επερχόμενη βία…
 
Ήταν ωραία η εκδήλωση περί πολιτισμού.
Απολαυστικός ο εισηγητής
καθώς ορθός σοφά περιπατούσε
με χειρονομίες ελεγχόμενες και ήρεμες:
«Δεδομένος ο πολιτισμός!...»
Θα πρέπει υποψιασμένος να ήταν
-ή συνεννοημένος- με την αγέλη
των μεγάλων λευκών
ήσυχα στην αίθουσα εισέβαλαν
με μάτια σκοτεινά σα την άβυσσο
κύκλοι που τον δισταγμό δε γνωρίζουν
……………………………..
Παρατεταμένο στο τέλος
το χειροκρότημα των επιζώντων.
Κανένας δεν επρόσεξε
του διπλανού την απουσία.
 
   Η εισβολή των «λευκών» λειτουργεί ως αλληγορία όχι μόνο εξωτερικής βαρβαρότητας αλλά και εσωτερικής κατάρρευσης του ίδιου του πολιτισμικού αφηγήματος. Η βαρβαρότητα δεν έρχεται μόνο από έξω. Αναδύεται και από το ήδη κορεσμένο εσωτερικό του λόγου που έχει υποταχθεί στο Χάος.
   Τέλος, στην «Πληρωμή του κυρίαρχου» η συλλογή αποκτά αποκαλυπτική διάσταση. Η φθορά δεν είναι πλέον σταδιακή αλλά καθολική: πρόκειται για οικολογική, πολιτισμική και οντολογική αντιστροφή. Ο κόσμος επιστρέφει σε μια κατάσταση όπου η φύση δεν είναι πια υπόβαθρο, αλλά δύναμη ανακατάληψης. Οι εικόνες τερμιτών, λειχήνων, άγριων ζώων και αποσύνθεσης του υλικού πολιτισμού συνθέτουν μια τελική... όχι καταστροφή του κόσμου, αλλά επανεγγραφή του χωρίς τον άνθρωπο ως κέντρο...
 
Δεν είναι μακριά η πληρωμή του κυρίαρχου
θα γεμίσουν λειχήνες οι δρόμοι
άγριοσυκιές τα σαλόνια μας
κλαριά θα ξεμυτίζουν από τις στέγες.
Αδηφάγοι τερμίτες θα τρώνε βιβλία
και τα βουνά των χαρτονομισμάτων
στα κλειδωμένα ακόμη θησαυροφυλάκια.
Θα λιώνουν σιωπηλά στα μουσεία
τα κέρινα των stars ομοιώματα.
Στις αυλές μας -εκεί που κούνιες στήναμε
και παίζαμε με τα παιδιά μας-
ιαγουάροι θα περιφέρονται και μαύρες λέαινες
 
   Σε αυτό το σημείο της συλλογής ολοκληρώνεται η δεύτερη μεγάλη καμπύλη: η αποδόμηση του αστικού πολιτισμού μετά την αποδόμηση της υπαίθρου. Αυτό που απομένει δεν είναι ούτε φύση ούτε πόλη, αλλά ένα ενδιάμεσο πεδίο φθοράς όπου ο άνθρωπος έχει πάψει να λειτουργεί ως σταθερό μέτρο.
 
Ενότητα: Ελεγεία
  Εδώ η συλλογή περνά σε ένα τρίτο, πιο εσωτερικό και υπαρξιακά συμπυκνωμένο επίπεδο: μετά την αποσύνθεση του αγροτικού και του αστικού κόσμου, τα «Ελεγεία» δεν περιγράφουν πλέον κοινωνικά τοπία αλλά τον ίδιο τον μηχανισμό της θνητότητας ως εμπειρίας συνείδησης. Αυτό είναι κρίσιμο σημείο καμπής στη συνολική αρχιτεκτονική της συλλογής.
   Στη «Μελέτη θανάτου» ο θάνατος δεν εμφανίζεται ως γεγονός αλλά ως διαρκής βιολογική και υπαρξιακή διάβρωση του παρόντος. Η μεταφορά των «Αχιλλείων πτερνών» μεταφέρει το σώμα από το πεδίο της ηρωικής αφήγησης στο πεδίο της καθολικής ευαλωτότητας: δεν υπάρχει πλέον ηρωική άμυνα απέναντι στο τέλος, μόνο μια αδιάκοπη στοχοποίηση από έναν χρόνο που λειτουργεί σαν βέλος ήδη εκτοξευμένο. Η εικόνα των «πεπερασμένων ημερών» που «σκοτώνονται» από το βέλος, εγκαθιδρύει μια χρονικότητα όπου το παρόν δεν ρέει αλλά εξοντώνεται διαδοχικά…
 
Θάναι το μεσημέρι καυτό
που για πάντα θα φύγουμε
την ακούσια πληρωμή χαιρετώντας.
Θ’ απεγδυθούμε του φόβου
και των όσων μας πλάνεψαν
και θα δοθούμε στο μαύρο φως
με το κάτι στα χέρια
χωρίς νοσταλγία τον κόσμο
αφήνοντας, στους άγνωστους
που δε γεννήθηκαν ακόμη…
-Θα έρθουν με άνθη εκεί
να πιστέψουν πως ζήσαμε
τα ανάγλυφα γράμματα ψηλαφώντας
μαρτυρίες των ήλων μας μόνες-
 
   Το ποίημα κινείται προς μια απογύμνωση: η έξοδος από τη ζωή δεν έχει μεταφυσική λύτρωση, αλλά την αποδοχή του «μαύρου φωτός». Η μνήμη των «άγνωστων που δε γεννήθηκαν ακόμη» μετατρέπει την ύπαρξη σε ανοιχτό ιστορικό χρέος χωρίς υποκείμενο.
   Στις «Χαμένες ψυχές» η συλλογή μετακινείται από την καθολική θνητότητα στην κοινωνική απόρριψη. Δεν πρόκειται για περιθωριακές φιγούρες αλλά για υπαρξιακά απορριμμένα υποκείμενα: όντα που δεν έχουν πλήρη συμμετοχή στο «δικαίωμα του να υπάρχουν». Η εικόνα των «σκύλων σκελετών» και των «πουλιών που πέφτουν πριν ανοίξουν τα μάτια» δεν λειτουργεί ρεαλιστικά αλλά ως βιο-μεταφυσική τυπολογία της αποτυχίας της ζωής να ολοκληρωθεί.
 
Όλα τα πλάσματα που μάνα τα γέννησε
μα ταξιδεύουν χαμένες ψυχές
στης ζωής τα σαγόνια.

Στη «Μήδεια» εισάγεται ένας διαφορετικός χειρισμός του μύθου: δεν υπάρχει τραγική ένταση ή ηθική κορύφωση, αλλά μια ανατριχιαστική καθημερινότητα μετά την καταστροφή…

Όταν φεύγει ο φύλακας
που θα σου φέρνει το φαϊ
θα τις χτενίζεις, θα τραγουδάς
θα δίνεις γάλα στη μικρή
γελώντας θα χορεύετε
ψηλά πετώντας
(αντί για κομφετί)
χαρτοπετσέτες...
 
   Στο «Να ξημερώσει καρτερεί» η ένταση κορυφώνεται μέσω της ειρωνικής αντιστροφής της γραφειοκρατικής γλώσσας του θανάτου. Η ιατρική αναφορά λειτουργεί ως ψυχρός μηχανισμός απονέκρωσης της προσωπικής τραγωδίας. Ο Ανδρέας που πέθανε στον ύπνο του ξαφνικά, χωρίς κανένα προηγούμενο πρόβλημα, δε βιώνει τον θάνατο αλλά παραμένει εγκλωβισμένος σε μια χρονική ψευδαίσθηση αναμονής. Μετά από σαράντα μέρες νεκρός για τους άλλους, εκείνος περιμένει ακόμη να ξυπνήσει.
 
Τα πάντα ο Ανδρέας αγνοεί
σαράντα μέρες τώρα καρτερεί
να ξημερώσει...
 
   Το «Ταξιδεύοντας προς το φως» αποτελεί το πιο σύνθετο ελεγειακό πυρήνα της ενότητας. Η δομή του βασίζεται σε μια διπλή χρονικότητα: το παρόν της φθοράς και το παρελθόν της αθωότητας. Η μνήμη του φίλου δε λειτουργεί νοσταλγικά αλλά τραυματικά, ως επανεμφάνιση ενός γεγονότος που δεν έχει ενταχθεί στον χρόνο αλλά τον διακόπτει. Το φως της νεότητας δεν εξιδανικεύεται. Αναγνωρίζεται ως στιγμή απόλυτης άγνοιας, άρα και απόλυτης ευτυχίας. Το κρίσιμο εδώ είναι ότι η απώλεια δεν αφορά μόνο τον φίλο αλλά την ίδια τη δυνατότητα της αθωότητας ως ιστορικής κατάστασης. Η «αστραπή» που διαπερνά την «πανοπλία» σηματοδοτεί την είσοδο του μη αναστρέψιμου χρόνου. Από εκεί και μετά, το ταξίδι προς το φως είναι στην πραγματικότητα πορεία μέσα σε έναν χειμώνα χωρίς έξοδο…
 
Συνεχίζω να ταξιδεύω στο φως, κυκλωμένος απ’ αυτόν τον χειμώνα
που τα πουλιά προσκρούουν στα μαρμάρινα σύννεφα
και πέφτουν στους δρόμους ανάποδα, με τα ψιλά ποδαράκια τους τεντωμένα.
Συνεχίζω να γυρεύω το φως, ενώ μια υπόνοια δαγκώνει τη σκέψη…
Πως ενδέχεται να έχω συναντήσει ήδη το φως
πως δε μου χρωστούν τίποτα πια οι θεοί, αφού μου ΄δωσαν αυτήν την ημέρα
και πια δεν έχω μπροστά μου, παρά έναν ατέλειωτο μεγάλο χειμώνα
που πρέπει να τον ζήσω, γυρεύοντας απεγνωσμένα τον φίλο
μαζεύοντας τα πουλιά που πέφτουν νεκρά στους δρόμους
επειδή χτύπησαν ανύποπτα στα μαρμάρινα σύννεφα
που ΄χουν στοιχειώσει μήνες τώρα, τον ουρανό μου.
 
   Συνολικά, αυτή η ενότητα -ακόμη και τα ποιήματα που δεν αναφέρονται στο κείμενο- ολοκληρώνει την εσωτερική μετάβαση της συλλογής: από την ιστορική μνήμη (χωριά–πόλη), περνάμε στη συνείδηση του θανάτου και της απώλειας. Η «γενιά μεμβράνη» εδώ δεν παρατηρεί πλέον τον κόσμο. Τον βιώνει. Το νόημα δεν χάνεται αλλά έχει ήδη καταστεί ασυνεχές.
 
 
Ενότητα: Τα εις την τέχνην…
   Η ενότητα «Εις την Τέχνην» αποτελεί το σημείο όπου η συλλογή μεταστρέφεται ριζικά από την οντολογία της εμπειρίας στην οντολογία της αναπαράστασης. Εδώ δεν έχουμε πλέον ούτε τον ιστορικό χρόνο των «χωριών», ούτε τον αστικό χρόνο της «Καλαχάρι», ούτε την ελεγειακή συνείδηση του θανάτου. Έχουμε την ίδια την τέχνη ως πεδίο σύγκρουσης ανάμεσα στη δημιουργία, την αυτοκαταστροφή και την ψευδαίσθηση νοήματος.
   Στον «Φονιά» η ποίηση προσωποποιείται και ταυτόχρονα εξοντώνεται. Η πράξη της δολοφονίας δεν αφορά ένα πρόσωπο αλλά την ίδια την ποιητική λειτουργία ως αθωότητα. Η απουσία αντίδρασης από τον κόσμο είναι κρίσιμη: η ποίηση μπορεί να αφανιστεί χωρίς να υπάρξει κοινωνική ή υπαρξιακή συνέπεια. Αυτό δημιουργεί ένα παράδοξο υπαρξιακό κενό: η τέχνη είναι ταυτόχρονα απόλυτα εύθραυστη και απολύτως αδιάφορη για το περιβάλλον της. Η επιστροφή της “ζωντανής” ποίησης στο τέλος δεν αναιρεί τη βία. Την καθιστά κυκλική, σχεδόν εθιστική, υποδηλώνοντας ότι η δημιουργία και η καταστροφή της τέχνης είναι δύο όψεις της ίδιας συνείδησης...
 
… Μέχρι εκείνο το πρωί
που την είδε ολοζώντανη
να παίζει πάλι στην αυλή.
Τότε πλύθηκε, ξυρίστηκε, ντύθηκε
και βγήκε στους δρόμους σφυρίζοντας
-χωρίς να ξέρει, αν η ξαφνική ευθυμία του
ήταν επειδή ξέφυγε επιτέλους απ' αυτό το κακό
ή επειδή σύντομα, θα είχε πάλι τη χαρά
να την ξανασκοτώσει...
 
  Στους «Νέους Αττικιστάς» η ειρωνεία μετατοπίζεται στο πεδίο της πολιτισμικής αυτοαναφορικότητας. Η γλώσσα της κλασικής παιδείας δεν λειτουργεί πλέον ως φορέας νοήματος αλλά ως μηχανισμός κοινωνικής αυταπάτης. Οι «νέοι Πλάτωνες» δεν είναι φορείς σκέψης αλλά ρόλοι μέσα σε μια αυλή εξουσίας και ματαιοδοξίας.
 
Αυλή κολάκων δύσμοιρη
και γλειφοκραταιούσα!
Αυτοθαυμάζονται οι νέοι Πλάτωνες
τάχα πως είναι οι κλειδοκράτορες!
 
   Στον «Εργώδη ποιητή» η συλλογή αγγίζει την πιο αυτοαναφορική της κορυφή. Η πράξη της γραφής τίθεται υπό υπαρξιακή αμφισβήτηση: η ποίηση δεν αλλάζει τον κόσμο, ούτε είναι και αθώα. Λειτουργεί ως μηχανισμός ατομικής διάσωσης μέσα σε έναν κόσμο που παραμένει αμετάβλητος. Το κρίσιμο σημείο εδώ είναι η παραδοχή ότι η τέχνη μπορεί να είναι ταυτόχρονα εσωτερική σωτηρία και εξωτερική αδράνεια. Δεν υπάρχει πλέον η ρομαντική ψευδαίσθηση της μεταμόρφωσης του κόσμου μέσω του λόγου...
 
Τι άλλαξε στον κόσμο, μετά από τόσες
συλλογές, μετά από τόση ποίηση;
Ουδέν! Μονάχα εκείνος μπόρεσε
στους κύκλους τους στενούς
στους κύκλους τους αμφίβολους
-πολλάκις έρποντας- να αναρριχηθεί.
 
 
Στην «Αχλή» (αφιέρωση στον Nietzsche) και στην «’Αυλη πόλη» εισάγεται η διάσταση της λήθης ως δημιουργικής προϋπόθεσης. Η τέχνη δεν είναι σταθερή μνήμη αλλά διαδικασία απομάκρυνσης από το ίδιο της τον δημιουργό. Το υποκείμενο της δημιουργίας αποξενώνεται από τα έργα του. Η τέχνη αποκτά αυτόνομη ζωή, η οποία τελικά καθιστά τον δημιουργό ξένο προς το ίδιο του το έργο. Εδώ διατυπώνεται μια κρίσιμη νιτσεϊκή ένταση: η δημιουργία απαιτεί όχι μόνο δύναμη, αλλά και σταδιακή απώλεια του δημιουργού μέσα στο δημιούργημα, είναι καταδικασμένος να φύγει από την πνευματική πόλη που ο ίδιος δημιούργησε...
 
… Μ’ αυτός αλλού…
Έκπληκτος, πώς τον αποστέγνωσε μια τέτοια πόλη
μια άυλη πόλη, πόσο ύπουλα του ρούφηξε το αίμα.
Αλλού! Στο μαύρο της πόλης του τρομαχτικό πηγάδι
του παλαιού του χέρσου τρομαχτικό πηγάδι
που γύρω του έχτιζε, μήπως το εξαλείψει
μα τώρα νάτο πάλι σκοτεινό, που σιωπηλά του γνέφει
από την πόλη που ύψωσε, να τον αποχωρίσει…
 
   Αυτή η ενότητα ολοκληρώνει μια κρίσιμη καμπή στη συλλογή: η τέχνη παύει να είναι εξωτερικό πεδίο αναπαράστασης και γίνεται ο ίδιος ο τόπος της κρίσης. Αν στην προηγούμενη φάση η «γενιά μεμβράνη» βίωνε τον κόσμο ως αποσύνθεση, εδώ συνειδητοποιεί ότι ακόμη και η προσπάθεια να τον αποδώσει είναι ήδη μέρος αυτής της αποσύνθεσης.
 
 
 
Ενότητα: Όταν γερνούν τα αγάλματα
   Το τελευταίο κεφάλαιο "Όταν γερνούν τα αγάλματα'' που έδωσε και τον τίτλο στη συλλογή, λειτουργεί ως αναστροφή της όλης συλλογής: μετά τη διαδρομή μνήμης (ύπαιθρος), αστικού αποπροσανατολισμού, ελεγείας και μετα-ποιητικής αποδόμησης, εδώ δεν έχουμε πλέον «κόσμους» αλλά μια επαναπροσδιορισμένη σχέση ανάμεσα σε ύπαρξη, χρόνο και αισθητική εμπειρία. Η συλλογή κλείνει όχι με σύνθεση αλλά με μετατόπιση του ίδιου του κέντρου βάρους της πραγματικότητας προς το εύθραυστο, το καθημερινό και το σωματικό.
   Το «Μεσημεριανό φως» αποτελεί ήδη μια δήλωση απομάκρυνσης από κάθε μεταφυσική ανύψωση. Η κίνηση «ευθεία, όπως πηγαίνει το χώμα» είναι κρίσιμη: η πορεία της ύπαρξης δεν είναι ανοδική ούτε ηρωική, αλλά οριζόντια και γειωμένη. Η ποίηση εγκαταλείπει την επιδίωξη του υπερβατικού και στρέφεται σε μια αισθητηριακή, σχεδόν σωματική εμπειρία του κόσμου. Το φως εδώ δεν είναι ιδέα αλλά θερμική κατάσταση μέσα στην οποία το σώμα δοκιμάζεται. Η μνήμη των νεκρών δεν λειτουργεί ως τραγωδία αλλά ως συνύπαρξη: η απουσία τους είναι ήδη ενσωματωμένη στη ζεστή υλικότητα του παρόντος. Πρόκειται για μια ήπια αποϊεροποίηση του πένθους, όπου η ζωή δεν αντιπαρατίθεται στον θάνατο αλλά τον περιλαμβάνει...
 
Να βαδίζει προς ένα φως μεσημεριανό –γιατί έχουμε ακόμη καιρό-
Όχι ψηλά να πηγαίνει αλλά ευθεία, όπως πηγαίνει το χώμα. Ξυπόλητος.
......................................... Εκεί κάτω από μια καρυδιά
να γεύεται το δροσερό νερό και τους καρπούς, να γεύεται
την απουσία αγαπημένων νεκρών - που κοιμούνται στους ίσκιους
την ευθραυστότητά του να γεύεται κι αυτή την ταπεινή ζωή
που μοιάζει πικραμύγδαλο.......
 
   Στο κεντρικό ποίημα «Όταν γερνούν τα αγάλματα» πραγματοποιείται η πιο ριζική αποδόμηση του συμβολικού συστήματος της συλλογής. Το άγαλμα, ως κατεξοχήν μορφή μνημειακής ακινησίας και ιστορικής εξιδανίκευσης, εδώ παύει να είναι σύμβολο αιωνιότητας και μετατρέπεται σε οργανικό φορέα φθοράς. Η γήρανση του αγάλματος δεν είναι μεταφορά παρακμής ενός πολιτισμού, αλλά απομυθοποίηση της ίδιας της έννοιας της σταθερής ταυτότητας...
 
Όταν γερνούν τα αγάλματα
κατεβαίνουν από τα βάθρα, αφήνοντας πίσω
παρατημένο μανδύα την αυταρέσκεια.
Στέκουν για λίγο αμήχανα στην αρχή
ανάμεσα στον κόσμο που πηγαινοέρχεται
ύστερα κάθονται στα παγκάκια
καπνίζουν, πίνουν τα χάπια τους, συνομιλούν
ατενίζουν έκθαμβα το μικρό και το λίγο.......
 
   Η καθοδική κίνηση από το βάθρο προς το παγκάκι είναι καθοριστική: η «υψηλή μορφή» -που ενδέχεται να μην είναι θεοί ή άνθρωποι αλλά και παλαιές σταθερές και σύμβολα- εγκαταλείπουν το ύψος και εισέρχονται στον κοινό χρόνο. Η τέχνη, η ιστορία, η εξουσία και η μνήμη απο-ιεροποιούνται ταυτόχρονα. Η εικόνα των αγαλμάτων που «πίνουν τα χάπια τους» και «καπνίζουν» εισάγει μια ριζική εξανθρώπιση του μνημειακού: το αιώνιο μετατρέπεται σε ηλικιωμένο σώμα. Η μετατόπιση αυτή δεν είναι ειρωνική αλλά υπαρξιακή: δείχνει ότι κάθε μορφή σταθερότητας είναι τελικά χρονικά φθαρτή.
   Η αναζήτηση Θεού από τα αγάλματα υποδηλώνει το τέλος της βεβαιότητας του νοήματος. Το μνημείο, που κάποτε ενσάρκωνε αξίες, τώρα αναζητά εξωτερική θεμελίωση. Όμως αυτή η αναζήτηση δεν οδηγεί σε αποκάλυψη αλλά σε συμμετοχή στην κοινή ανθρώπινη συνθήκη: εκκλησία, ταβέρνα, καθημερινότητα. Η ιεραρχία ανάμεσα σε ιερό και αμύητο, καταλύεται πλήρως. Το άγαλμα δεν πέφτει. Εξισώνεται.
   Στις «Πεταμένες σελίδες» η συλλογή στρέφεται στην αρχαιολογία της γραφής. Εδώ αναδύεται μια κρίσιμη αναθεώρηση της έννοιας της ποιητικής αξίας: αυτό που θεωρήθηκε «δευτερεύον», «ατελές» ή «περιφερειακό» αποκτά αναδρομικά βαρύτητα. Η μνήμη δεν οργανώνεται πλέον γύρω από τα «μεγάλα έργα» αλλά γύρω από τα ίχνη που δεν εντάχθηκαν ποτέ σε αυτά. Η γραφή εμφανίζεται ως πεδίο διαρκούς απώλειας, όπου η αλήθεια δεν βρίσκεται στο τελικό έργο αλλά στα απορριπτέα υλικά του…
 
Σκέφτομαι λοιπόν
μήπως σ' αυτές τις πεταμένες σελίδες
κρύβονταν οι αλήθειες που χάσαμε
στον αγώνα να γράψουμε
τα υψηλά μας ποιήματα...
 
   Στον «Ακριβογιό» εισάγεται μια ιδιαίτερη μεταφορά: το μέλλον δεν είναι γραμμικό αλλά ήδη παρόν ως αδιαμόρφωτη, εν δυνάμει μορφή. Η “γέννηση” δεν είναι απλώς βιολογικό ή χρονικό γεγονός, αλλά ενεργοποίηση ενός κοσμικού δυναμικού που παρακολουθεί την ανθρώπινη πράξη χωρίς να παρεμβαίνει άμεσα. Εδώ η ύπαρξη εμφανίζεται ως διαδικασία προετοιμασίας ενός γεγονότος που δεν έχει ακόμη συντελεστεί αλλά ήδη καθορίζει το παρόν. Η καθαρτική διάσταση του «ακριβογιού» δεν είναι σωτηριολογική αλλά αποκαλυπτική: το μέλλον έρχεται ως κάθαρση μέσω φωτιάς. Είναι η μόνη στιγμή, που η γενιά μεμβράνη κινητοποιεί μια επιθυμία παρέμβασης στον εξωτερικό κόσμο, γιατί μέχρι τώρα βιώνει μόνο και αποτιμά σιωπηλά...
 
Κι από τη χούφτα του ίσκιου του
σαν αστραπή αφήνει προσευχή
μπόρα να γίνεις καυτερή
να παρασύρεις τις σκουριές και τα μολέματα
να καθαρέψει η γή!..
Για να κατέβει
-όταν σημάνει η ώρα-
ήλιος χρυσός ο ακριβογιός
για δε του πρέπουνε ρημάδια.
 
   Εδώ σημαντική παρένθεση. Σε όλη τη συλλογή εντοπίζουμε -πέρα από μια γενική πτώση των πάντων- μόνο παρατήρηση του κόσμου από πλευράς γενιάς μεμβράνης. Υπόγεια κριτική, αποτίμηση, αλλά καθόλου κοινωνική παρέμβαση. Η αποτίμηση μοιάζει να είναι χαμηλόφωνη, εσωτερική. Παρατηρούμε λοιπόν μια... αδράνεια όσον αφορά την πρόθεσή της να αλλάξει ή τουλάχιστον να συγκρατήσει κάτι από την πτώση. Υπάρχει όμως ένα ποίημα στην πρώτη ενότητα, που ίσως μας δίνει το κλειδί αυτής της αδράνειας. Το ποίημα "Περί δικαίων''...
 
Όσο παλεύεις «για έναν καλύτερο κόσμο»
βάζοντας, αλήθεια, τα δυνατά σου
.................
την ίδια ακριβώς στιγμή
ένα μαχαίρι βυθίζεις στη λύτρωση
που το κοιτάζεις έκπληκτος κατόπιν
-σαν τον φονιά που ξάφνου συνέρχεται
θωρώντας πανιασμένος την πληγή
που αναίτια προκάλεσε στο στήθος
αγαπημένου φίλου-
 
(Είναι όμως κι αυτοί, που ποτέ δεν ξυπνούν
στο χέρι τους να δουν το μαχαίρι
συνεχίζουν, σωτήρες απτόητοι
νομίζοντας πως εξαντλούν τη ζωή τους
στην πλευρά των δικαίων...)
 
   Πρόκειται για πνευματική προίκα που έρχεται κι αυτή από τον 20ο αιώνα. Η γενιά μεμβράνη γνωρίζει πως δεν υπάρχουν ''καλοί'' και ''κακοί''. Δεν φαίνεται να ενδίδει εύκολα σ' αυτόν τον μανιχαϊσμό. Γνωρίζει πως και οι υποτιθέμενοι καλοί του περασμένου αιώνα, στον αγώνα τους να δημιουργήσουν τον ''καλύτερο κόσμο'' τους έφτασαν στον φόνο. Εγκλημάτισαν πολλαπλά και ασυστόλως. Επί πλέον φαίνεται να έχει πάρει σοβαρά τους ''Δαιμονισμένους'' του Ντοστογιέφσκι. Αυτό όμως παράγει κοινωνική αδράνεια. Μη παρέμβαση. Στη συλλογή πέρα από την παραπάνω... μικρή στιγμή στο ποίημα ''Ακριβογιός'' -στιγμή που μοιάζει περισσότερο με χαλαρή εσωτερική προτροπή σα να μιλάει στον εαυτό της, παρά αποφασιστική κίνηση- δεν υπάρχει πουθενά αλλού πρόθεση... κοινωνικής παρέμβασης. Μοιάζει να τα αποδέχεται όλα στωικά. Η επίγνωση πως αν κινηθεί θα φονεύσει κι αυτή, μοιάζει να την κρατά παγιδευμένη σε αυτήν την αδράνεια. Αν υπάρχει κάπου μια πρόθεση παρέμβασης, αυτή μπορεί να εξάγεται από τα ποιήματα που αποσπάσματά τους παραθέσαμε παραπάνω.Από το ποίημα "Μεσημεριανό φως" και "Όταν γερνούν τα αγάλματα". Αυτά μόνο φαίνεται να προτρέπουν σε μια ταπεινότητα, ίσως και σε μία λιτότητα που θα επαναπροσδιορίσει όχι μόνο τη θέση του ανθρώπου πάνω στη γη, αλλά και τον πολιτισμό. Για να διασωθούν τελικά και τα δύο.
   Αυτό που διακρίνεται, αν κοιτάξει κανείς τη συλλογή στο σύνολό της, είναι μια διαρκής κίνηση από την ιστορική εμπειρία προς μια όλο και πιο εσωτερική κατανόηση του κόσμου, όπου η παρατήρηση αντικαθιστά σταθερά την παρέμβαση. Η «γενιά μεμβράνη» δεν εμφανίζεται ως αδρανής από αδυναμία ή αδιαφορία, αλλά ως συνείδηση που έχει φορτωθεί το βάρος μιας προηγούμενης ιστορίας γεμάτης αντιφάσεις, βεβαιότητες που κατέρρευσαν και οράματα που, ακόμη κι όταν υπήρξαν ευγενή, παρήγαγαν καταστροφές.
   Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, η στάση της δεν είναι άρνηση δράσης με την κλασική έννοια, αλλά δυσπιστία απέναντι στη δράση ως απόλυτη λύση. Γι’ αυτό και η ποίηση κινείται περισσότερο ως μορφή αποτίμησης και κατανόησης παρά ως πρόγραμμα αλλαγής. Το βλέμμα της συλλογής δεν αποσύρεται από τον κόσμο. Τον παρακολουθεί όμως γνωρίζοντας ότι κάθε απόπειρα απλοϊκής σωτηρίας μπορεί να ενσωματώσει, χωρίς πρόθεση, νέες μορφές βίας.
  Σε αυτό το πλαίσιο, το ποίημα που μιλά για τους «δικαίους» λειτουργεί πράγματι σαν υπόγειος μηχανισμός ερμηνείας: αποκαλύπτει ότι η ηθική βεβαιότητα της δράσης δεν είναι ποτέ ουδέτερη και ότι η ιστορική εμπειρία έχει ήδη διαβρώσει την εμπιστοσύνη σε καθαρές διαχωριστικές γραμμές. Αυτή η συνείδηση δεν οδηγεί απαραίτητα σε παραίτηση, αλλά σε έναν πιο επιφυλακτικό τρόπο ύπαρξης μέσα στον κόσμο.
   Κι όμως, η συλλογή δεν μένει κλεισμένη σε αυτή τη σιωπηλή παρατήρηση. Υπάρχουν στιγμές όπου η ένταση του βιώματος, η ανάγκη για κάθαρση ή για επαναφορά ενός στοιχειώδους νοήματος, διαπερνούν αυτή την αδράνεια. Δεν εκδηλώνονται ως ιδεολογικό σχέδιο, αλλά ως εσωτερική ρωγμή: ως επιθυμία για έναν κόσμο λιγότερο φθαρμένο, πιο ταπεινό, πιο κατοικήσιμο. Αυτές οι στιγμές δεν αναιρούν τη γενική στάση. Τη ραγίζουν όμως, δείχνοντας ότι η παρατήρηση δεν είναι πλήρης αποστασιοποίηση, αλλά μια μορφή συγκρατημένης αγωνίας.
 
Συμπερασματικά, η ποιητική συλλογή "Όταν γερνούν τα αγάλματα'' συγκροτεί μία ενιαία πορεία συνείδησης που ξεκινά από την ιστορική μνήμη και καταλήγει στην εμπειρία του παρόντος. Ο κόσμος που παρουσιάζεται δεν αποδομείται απλώς, αλλά επαναξιολογείται μέσα από τη σταδιακή απώλεια των βεβαιοτήτων του. Η «γενιά μεμβράνη» δεν εμφανίζεται ως φορέας δράσης αλλά ως φορέας επίγνωσης: μιας επίγνωσης που, όσο βαθύτερα συλλαμβάνει τη φθορά των ιδεολογιών, των τόπων και των μορφών, τόσο περισσότερο αποσύρεται σε μια στάση παρατήρησης και στοχασμού.
   Η συλλογή, ωστόσο, δεν καταλήγει σε πλήρη άρνηση ή σε απόλυτη απαισιοδοξία. Υπάρχει μια υπόγεια εμμονή με την αξία του ελάχιστου, του καθημερινού και του εύθραυστου, σαν να υποδεικνύεται ότι μέσα σε αυτά εξακολουθεί να διατηρείται ένας πυρήνας νοήματος. Έτσι, το ποιητικό σύνολο δεν κλείνει ως κατάφαση ούτε ως άρνηση, αλλά ως ανοιχτή ερώτηση για το τι μπορεί ακόμη να σημαίνει ανθρώπινη εμπειρία μέσα σε έναν κόσμο που έχει ήδη αλλάξει μορφή.
 
   Και επιτέλους, είναι μόνο μια ποιητική συλλογή. Η γενιά μεμβράνη δε σταμάτησε να υπάρχει. Ούτε να γράφει. Εδώ έχουμε μόνο μία φωνή της...