Ως
εκλεκτική συγγένεια -εάν προχωρήσουμε πέρα από την πνευματική αναζήτηση του
Γκαίτε και εξειδικεύσουμε στον χώρο της ποίησης- μπορούμε να θεωρήσουμε τους
δεσμούς, τα κοινά στοιχεία, τον διαχρονικό διάλογο και τα αποτελέσματά του,
μεταξύ των ποιητών και ας μην έζησαν στην ίδια εποχή.
Το ενδιαφέρον αυτής της συνομιλίας (διακειμενικότητα) γίνεται μάλιστα τεράστιο, όταν πρόκειται για μεγάλους ποιητές που έχουν αφήσει το χνάρι τους όχι μονάχα στην εποχή τους, αλλά και στις μεταγενέστερες.
Μια τέτοια εκλεκτική συγγένεια ανακαλύπτουμε ανάμεσα σε δύο στιβαρές κολώνες της νεοελληνικής ποίησης. Στον Σολωμό και τον Καβάφη και ιδιαίτερα στα ποιήματά τους ‘’Ευρυκόμη’’ του πρώτου και ‘’Δέησις’’ του δεύτερου. Το θέμα των δύο ποιημάτων είναι το ίδιο και αφορά από τη μια την αναμονή του αγαπημένου προσώπου, παράλληλα όμως και την άγνοια του θανάτου του, τον ‘’ανήξερο θάνατο’’.
Πρόκειται για δύο αριστουργήματα της νεοελληνικής ποίησης που έχουν το ίδιο θέμα. Στην ‘’Ευρυκόμη’’ ο Θύρσης περιμένει αδημονώντας στην άκρη της θάλασσας την ωραία Ευρυκόμη και στο ‘’Δέησις’’ η μάνα ενός ναύτη, ανάβει το καντήλι της Παναγίας και την παρακαλεί για την επιστροφή του γιου της. Και στις δύο περιπτώσεις όμως, ο θάνατος των αγαπημένων προσώπων, έχει ήδη συντελεστεί αλλά και ο Θύρσης και η μάνα του ναύτη αγνοούν το τραγικό γεγονός.
Ας διαβάσουμε όμως προσεκτικά τα δύο ποιήματα, με πρώτο του Σολωμού την Ευρυκόμη:
Το ενδιαφέρον αυτής της συνομιλίας (διακειμενικότητα) γίνεται μάλιστα τεράστιο, όταν πρόκειται για μεγάλους ποιητές που έχουν αφήσει το χνάρι τους όχι μονάχα στην εποχή τους, αλλά και στις μεταγενέστερες.
Μια τέτοια εκλεκτική συγγένεια ανακαλύπτουμε ανάμεσα σε δύο στιβαρές κολώνες της νεοελληνικής ποίησης. Στον Σολωμό και τον Καβάφη και ιδιαίτερα στα ποιήματά τους ‘’Ευρυκόμη’’ του πρώτου και ‘’Δέησις’’ του δεύτερου. Το θέμα των δύο ποιημάτων είναι το ίδιο και αφορά από τη μια την αναμονή του αγαπημένου προσώπου, παράλληλα όμως και την άγνοια του θανάτου του, τον ‘’ανήξερο θάνατο’’.
Πρόκειται για δύο αριστουργήματα της νεοελληνικής ποίησης που έχουν το ίδιο θέμα. Στην ‘’Ευρυκόμη’’ ο Θύρσης περιμένει αδημονώντας στην άκρη της θάλασσας την ωραία Ευρυκόμη και στο ‘’Δέησις’’ η μάνα ενός ναύτη, ανάβει το καντήλι της Παναγίας και την παρακαλεί για την επιστροφή του γιου της. Και στις δύο περιπτώσεις όμως, ο θάνατος των αγαπημένων προσώπων, έχει ήδη συντελεστεί αλλά και ο Θύρσης και η μάνα του ναύτη αγνοούν το τραγικό γεγονός.
Ας διαβάσουμε όμως προσεκτικά τα δύο ποιήματα, με πρώτο του Σολωμού την Ευρυκόμη:
Πολύς καιρός επέρασε και δεν την είδα ακόμη.
Πόσες φορές κοιτάζοντας από το βράχο γέρνω
Kαι τον αφρό της θάλασσας για τα πανιά της παίρνω!
Φέρ’ τηνε, τέλος, φέρ’ τηνε».
Aυτά ο Θύρσης λέει,
Kαι παίρνει από τη θάλασσα και τη φιλεί και κλαίει·
Kαι δεν ηξέρει ο δύστυχος οπού φιλεί το κύμα
Eκείνο, που της έδωσε και θάνατο και μνήμα.
Και του Καβάφη τη ‘’Δέησις’’:
Η μάνα του, ανήξερη, πιαίνει κι ανάφτει
στην Παναγία μπροστά ένα υψηλό κερί
για να επιστρέψει γρήγορα και ναν’ καλοί καιροί —
και όλο προς τον άνεμο στήνει τ’ αυτί.
Αλλά ενώ προσεύχεται και δέεται αυτή,
η εικών ακούει, σοβαρή και λυπημένη,
ξεύροντας πως δεν θα ‘λθει πια ο υιός που περιμένει.
Η διατήρηση πάντως από πλευράς του Καβάφη στο συγκεκριμένο ποίημα της ρίμας και κάποιου σχετικού μέτρου -κάτι σχεδόν ξένο από τη δική του προσωπική γραφή, τουλάχιστον στα αναγνωρισμένα ποιήματά του- μπορεί να προδίδει από τη μία επιρροή, αλλά συνάμα και κατάθεση φόρου τιμής προς τον Σολωμό, πράξη βέβαια που ο Καβάφης δε συνήθιζε. Ακόμη κι όταν προσκυνά, προσκυνά έμμεσα. Τούτα όμως σημαίνουν, πως ο Καβάφης, γνώριζε καλά την ”Ευρυκόμη” του Σολωμού, προπάντων όμως σεβόταν και παραδεχόταν τον Επτανήσιο, αν και εντελώς διαφορετικός ο ίδιος ποιητικά.
Τέσσερα είναι τα κοινά στοιχεία στη σκηνοθεσία των δύο συγγενικών ποιημάτων.Οιπαρόντες,που είναι τα πρόσωπα που αναμένουν και εμφανίζονται στον αναγνώστη-θεατή σε πρώτο πλάνο με λεπτομέρειες των συναισθημάτων και κινήσεών τους, δηλαδή ο Θύρσης και η μάνα του ναύτη,οιαπόντεςπου η ύπαρξή τους υποδηλώνεται αχνά σε δεύτερο μη εικονιζόμενο πλάνο, δηλαδή η Ευρυκόμη και ο ναύτης,ηθάλασσαως διαχωριστικός παράγοντας μεταξύ παρόντων και απόντων που συμβολίζει το άγνωστο και οθάνατος.Με αυτά τα τέσσερα απλά υλικά, οι δύο ποιητές δημιουργούν τα δύο αριστουργήματα εξυψώνοντας τον αναγνώστη όχι μόνο σε συναισθηματικές κορυφώσεις, αλλά και στην ουσία της ίδιας της ζωής. Προσωπικά θεωρώ τους στίχους τους Σολωμού,
…Φέρ’ τηνε, τέλος, φέρ’ τηνε». Aυτά ο Θύρσης λέει,
Kαι παίρνει από τη θάλασσα και τη φιλεί και κλαίει·
Kαι δεν ηξέρει ο δύστυχος οπού φιλεί το κύμα.
Eκείνο, που της έδωσε και θάνατο και μνήμα…
από τους κορυφαίους στίχους παγκόσμια. Μέσα τους συμπυκνώνεται με έναν μοναδικό τρόπο το πάθος και η επιθυμία της επιστροφής του αγαπημένου προσώπου, αλλά και η τραγικότητα της ανθρώπινης μοίρας. Η έκπληξη του θανάτου της Ευρυκόμης που ο Σολωμός κρατά για το τέλος, χτυπάει σα μαστίγιο μονάχα τον αναγνώστη, ο οποίος διατηρώντας έντονη τη λύπη από την έκπληξη του θανάτου της, ακολούθως κατευθύνει τον οίκτο του στον Θύρση που τον βλέπει όχι μόνο να αγνοεί το γεγονός και να αναμένει μάταια τον ερχομό της, μα μέσω μιας καταπληκτικής σκηνής που μονάχα ξέχωροι ποιητές μπορούν να ζωντανέψουν, τον βλέπει να σκύβει παίρνοντας με τις χούφτες του θάλασσα και να τη φιλεί ως τον μόνο συνδετικό κρίκο που τον ενώνει με την αγαπημένη του, αλλά και θεωρώντας την τον μοναδικό δρόμο που θα τη φέρει πίσω. Αλλά φευ!… χωρίς να το ξέρει φιλεί τη φόνισσα της αγάπης του, γιατί η θάλασσα που εκείνος φιλεί, αυτή η ίδια είναι ο θύτης και ο καταστροφέας της ευτυχίας του, γιατί αυτή έχει ήδη σκοτώσει την όμορφη αγαπημένη του, την Ευρυκόμη!
Να γιατί μερικοί ποιητές είναι και παραμένουν μεγάλοι. Γιατί μέσα σε ελάχιστους στίχους, κρύβουν ολόκληρους κόσμους, τανίζουν τις πιο υψηλές κι ανέγγιχτες χορδές, φανερώνοντας συνάμα τη σκληρή ειρωνία της τραγωδίας.
Ο Καβάφης από την άλλη, έχοντας έτοιμο το σκηνικό από τον Σολωμό, επιχειρεί κάτι πιο δύσκολο. Δεν κρατάει την έκπληξη για το τέλος. Φανερώνει τον θάνατο του ναύτη απ’ την αρχή…
Η θάλασσα στα βάθη της πηρ’ έναν ναύτη. —
η εικών ακούει, σοβαρή και λυπημένη,
ξεύροντας πως δεν θα ‘λθει πια ο υιός που περιμένει.
Γιατί τι μπορεί να είναι η Παναγία παρά το σύμβολο και η συνισταμένη όλων των γυναικών, όλων των εποχών; Το φάντασμα που απορροφά και συμμετέχει στον ανθρώπινο και προπαντός στον γυναικείο και μητρικό πόνο; Μήπως και η ίδια δε βίωσε τον ίδιο απόλυτο πόνο θωρώντας τον γιο της στον σταυρό;
Μα ο Καβάφης δεν αποδέχεται μόνο τον παρηγορητικό ρόλο της θρησκείας και της Παναγίας. Αποδέχεται και τη χρήση της εικόνας ως μέσου για να αντικρίσει ο άνθρωπος το θεϊκό στοιχείο, το οποίο παίρνει ανθρώπινο πρόσωπο για να συμμετέχει στον ανθρώπινο πόνο.
Οι εικόνες φυσικά είναι ίδιον της ανατολικής εκκλησίας μα και σε άλλο ποίημά του ο Καβάφης το”Στην εκκλησία” έχει δείξει τη συμπάθειά του προς τις τελετές και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ορθόδοξίας, που του θυμίζουν ένδοξες στιγμές της φυλής του της ελληνικής, δηλαδή τον Βυζαντινισμό. Όμως σε αυτό το ποίημά πλησιάζει διαφορετικά τη θρησκεία. Όχι τόσο για την ουσία της αλλά πιο επιφανειακά. Για την συνδρομή της στο μεγαλείο μιας φυλής ως ιδιαίτερο και ισχυρό χαρακτηριστικό που την διαφοροποιεί από άλλες φυλές και την ενοποιεί.
Στη ”Δέησις” όμως εισέρχεται στην ουσία της, αναδεικνύοντας παράλληλα και το ζήτημα της Θεοδικίας. Σε ποιον να κατευθύνει τον πόνο και την οργή της η μάνα του ναύτη, όταν μάθει αργότερα τον θάνατο του γιού της; Ποιον θα δικάσει; Σε ποιον θα ξεσπάσει; Στην Παναγία φυσικά που της άναβε το κερί και την παρακαλούσε, μα εκείνη δεν έκανε τίποτα για να αποτρέψει το κακό!
Από κάθε άποψη όμως για τον Καβάφη, είτε παρηγορητικά είτε ως Θεοδικία για να απορροφήσει την οργή από το κακό, ο Θεός ή οι Θεοί είναι χρήσιμοι…








