Translate

Thursday, June 18, 2026

Ο ακροβάτης


Ήταν ατρόμητος. Το πιο σπουδαίο νούμερο όταν ανέβαινε πάνω στο σχοινί, τριάντα μέτρα ψηλά και έπρεπε να το διασχίσει από τη μία στην άλλη με τις μύτες των ποδιών του. Κάτω το χάος. Δεν έβαλε ποτέ δίχτυ ασφαλείας. Αν έπεφτε θα γκρεμοτσακιζόταν μπροστά στα μάτια χιλιάδων θεατών, όπου κάποιοι -κρυφοί μα υπήρχαν- διψούσαν για αίμα. Περίμεναν αυτό το μοιραίο στραβοπάτημα, μα εκείνος τόσα χρόνια απολάμβανε να τους απογοητεύει. Και να γοητεύει τους υπόλοιπους που τον αγαπούσαν. Που κρατούσαν την ανάσα τους όταν τον έβλεπαν στο σχοινί. Ένιωθε μέσα του αυτήν την αγωνία αγάπης. Τα βλέμματά τους επάνω του τα ένιωθε σα στηρίγματα κι ήταν λες αυτά... να τον συγκρατούσαν για να μην πέσει. Ήταν σε όλα τέλειος! Περπατούσε στο σχοινί σαν κύκνος που κολυμπά γαλήνια μέσα σε μια λιμνούλα και φτάνει απέναντι. Τότε ελευθερώνονταν οι ανάσες. Ανακούφιση! Χειροκροτήματα! Ιαχές. Και το μυστικό βλέμμα της απογοήτευσης εκείνων των ολίγων που περίμεναν το μοιραίο...
Όχι, ποτέ τόσα χρόνια δε δείλιασε. Ποτέ του δεν ένιωσε να χάνει την αυτοπεποίθηση και τον έλεγχο. Μονάχα τελευταία. Όπου μια σκέψη γυρίζει συχνά στο μυαλό του. Να παρατήσει το σχοινί. Να κατέβει στο έδαφος. Να αναλάβει τα άλογα ή να γίνει κλόουν. Ναι, ωραία θα είναι κλόουν. Κρυμμένος πίσω από αυτήν την όμορφη και κωμική μάσκα. Οτιδήποτε, φτάνει να πατάει σε στέρεα γη. Βαρέθηκε το σχοινί. Κι έπειτα δεν ξέρεις πότε θα τον μισήσουν όλοι, ώστε να έρθει το γλίστρημα το μοιραίο...




 


Thursday, June 11, 2026

AI εποχή...

 

                                                                             


«Εν μέρει για να εξακριβώσω μια εποχή
εν μέρει και την ώρα να περάσω»
σκάρωσα μια παγίδα. Το "Εν... μηνί
Αθύρ" έδωσα στην τεχνητή: 
-Είναι δικό μου. Θέλει όμως δουλειά
ώστε να βρει την τελική του τη μορφή.
 
-Η στάση σου είναι η πρέπουσα!
Πράγματι, είναι ημιτελές. Έχει
επίσης, πολλές παρεμβολές!
 
Το εξαίσιο ποίημα, βρήκε αδέξιο
η μηχανή. Νοημοσύνη άψυχη
τον υπόγειο σπαραγμό
δεν εννόησε στιγμή...
(είχε το θράσος μάλιστα 
ακόμη και σε διόρθωση 
να επιδοθεί)

Γ. Π.


11/6/26

Sunday, January 31, 2021

Λεωνίδη επίγραμμα...

 




ΕΙΜΙ ΘΑΛΟΣ ΠΟΛΥΠΕΝΘΕΣ                                (ΕΙΜΑΙ ΒΛΑΣΤΑΡΙ ΠΟΛΥ ΠΕΝΘΙΜΟ)                       
ΥΠΟ ΑΝΔΡΩΝ ΒΛΑΣΤΕΝ ΑΡΙΣΤΩΝ                    (ΑΠΟ ΑΝΔΡΕΣ ΑΡΙΣΤΟΥΣ ΒΓΑΛΜΕΝΟ)                   
ΟΙΤΙΝΕΣ ΑΝΤΙ ΑΡΕΤΗΣ ΕΡΓΑ                               ΟΙ (ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΑΝΤΙ ΓΙΑ ΚΑΛΑ)                                      
ΟΔΥΝΗΡΑ ΠΑΘΟΝ                                                  (ΟΔΥΝΗΡΑ ΈΠΑΘΑΝ)                                                    
ΤΟΝ ΓΑΡ ΠΑΠΠΟΝ ΕΛΩΝ                                    (ΤΟΝ ΠΑΠΠΟΥ ΜΟΥ ΑΦΟΥ ΤΟΝ ΣΥΝΕΛΑΒΕ)
      
ΑΝΗΛΕΩΣ ΕΦΟΝΕΥΣΕ Ο ΤΥΡΑΝΝΟΣ                (ΑΝΗΛΕΑ ΤΟΝ ΦΟΝΕΥΣΕ Ο ΤΥΡΑΝΝΟΣ)                 
ΟΥ ΒΙΑ ΑΛΛΑ ΔΟΛΩ                                              (ΟΧΙ ΜΕ ΤΗ ΔΥΝΑΜΗ ΑΛΛΑ ΜΕ ΠΟΝΗΡΙΑ)           
ΦΑΡΜΑΚΑ ΛΥΓΡΑ ΔΙΔΟΥΣ                                    (ΦΑΡΜΑΚΙ ΔΙΔΟΝΤΑΣ ΤΟΥ ΟΛΕΘΡΙΟ)                     
ΤΟΝ ΔΕ ΓΕΝΝΗΤΗΡΑ                                            (ΤΟΝ ΔΕ ΠΑΤΕΡΑ)                                                               
ΤΟΝ ΕΝ ΠΟΛΕΜΟΙΣ ΑΔΑΜΑΣΤΟΝ                    (ΤΟΝ ΑΔΑΜΑΣΤΟ ΣΤΟΥΣ ΠΟΛΕΜΟΥΣ)                    
ΕΧΘΡΟΙ ΑΠΌ ΠΥΡΓΟΝ                                          (ΕΧΘΡΟΙ ΑΠΟ ΠΥΡΓΟ)                                                 
ΚΡΗΜΝΙΣΑΝ ΕΚ ΜΕΓΑΛΟΥ                                  (ΨΗΛΟ ΤΟΝ ΓΚΡΕΜΙΣΑΝ)            
                       
ΜΗΤΗΡ ΕΠΙ ΠΑΡΝΑΣΣΟΥ                                      Η (ΜΗΤΕΡΑ ΠΟΥ ΣΤΟΝ ΠΑΡΝΑΣΣΟ)
                         
ΕΝΙ ΣΠΗΕΣΣΙ Μ' ΕΤΙΚΤΕΝ                                    (ΜΕΣΑ ΣΕ ΣΠΗΛΙΕΣ ΜΕ ΓΕΝΝΗΣΕ)
                   
ΕΝΘΑΔΕ ΔΩΔΕΚΑΤΗΝ ΚΛΑΥΣΕΝ                        (ΚΛΑΙΕΙ ΕΔΩ ΚΑΙ ΤΟΝ ΔΩΔΕΚΑΕΤΗ)
                
ΑΠΟΦΘΙΜΕΝΟΝ                                                    (ΑΦΑΝΙΣΜΕΝΟ)                                                            



Ειρηναίου Θείρσιου (Φρίντριχρ Τίερς), μετάφραση: Γ. Πύργαρης
* Το επίγραμμα δυστυχώς έχει πολλά λάθη εξ αρχής για λόγους που αγνοώ. Είτε ο Θείρσιος δε γνώριζε άριστα τα αρχαία ελληνικά, είτε τα λάθη οφείλονται στον άνθρωπο που πελέκησε την πέτρα. Τα λάθη είναι: α) αντί για ΕΙΜΙ στην πρώτη λέξη έχει γραφεί ΕΠΙ το οποίο είναι αταίριαστο με τη συνέχεια της πρότασης β) η λέξη ΠΟΛΥΠΕΝΘΕΣ, έχει γραφεί... ΠΟΛΥΠΕΝΟΕΣ λείπει η γραμμή στο Ο για να γίνει Θ. γ) στην τρίτη σειρά του επιγράμματος το ΠΑΠΠΟΝ έχει γραφεί... ΠΑΗΠΟΝ και το ΑΝΗΛΕΏς ως ΝΗΛΕΩΣ, λείπει το στερητικό Α. δ) Η τέταρτη σειρά έχει τα περισσότερα προβλήματα. Το ακατανόητο... ΟΥ ΕΙΑΙ ΛΛΔΑ ΦΟΛΩΙ πρέπει να αποδοθεί ως... ΟΥ ΒΙΑ ΑΛΛΑ ΔΟΛΩ. ε) στην πέμπτη σειρά το... ΑΓΓΕΝΗΤΗΡΑ πρέπει να αποδοθεί ως... ΓΕΝΝΗΤΗΡΑ στ) στην έκτη σειρά το ΑΠΟΙ να αποδοθεί ως... ΑΠΟ ζ) η τελευταία λέξη του επιγράμματος ΑΠΟΦΟΙΜΕΝΟΝ που δε σημαίνει τίποτα, να αποδοθεί... ΑΠΟΦΘΙΜΕΝΟΝ που σημαίνει καταστραμμένο ή αφανισμένο, λείπει και από εδώ η παύλα στη μέση, ώστε το όμικρον να γίνει θήτα. 

Πώς έπρεπε κανονικά να γραφεί: 

Εἰμὶ θάλος πολυπενθές,
ὑπ᾽ ἀνδρῶν βλαστὸς ἀρίστων,
οἵτινες ἀντ᾽ ἀρετῆς ἔργων
ὀδυνήρᾳς συμφορὰς ἔπαθον.

τὸν γὰρ πάππον ἑλὼν
ἀνηλεῶς ἐφόνευσεν ὁ τύραννος,
οὐ βίᾳ ἀλλὰ δόλῳ,
φαρμάκοις λυγραῖς χρώμενος·

τὸν δὲ γεννήτορα,
τὸν ἐν πολέμοις ἀδάμαστον,
ἐχθροὶ ἀπὸ πύργου
μεγάλου κρημνίσαντες ἀπέκτειναν.

μήτηρ δ᾽ ἐπὶ Παρνασσοῦ,
ἐν σπήεσσι με ἔτεκεν,
ἔνθαδε δωδεκαετῆ
κλαῦσεν ἀποφθιμένον.

και η μετάφραση: 

Είμαι ένα πολύ θλιμμένο βλαστάρι, απόγονος αρίστων ανδρών, οι οποίοι εξαιτίας της αρετής τους υπέφεραν βαριά δεινά. Τον παππού μου ο τύραννος, αφού τον συνέλαβε, τον σκότωσε ανελέητα, όχι με τη βία αλλά με δόλο, δίνοντάς του φαρμάκι ολέθριο. Τον πατέρα μου, τον ακατάβλητο στους πολέμους, εχθροί τον γκρέμισαν από ψηλό πύργο. Η μητέρα μου με γέννησε σε σπηλιές του Παρνασσού, και εδώ θρήνησε εμένα, που πέθανα σε ηλικία δώδεκα ετών.


Thursday, July 28, 2011

Η μούσα



Καθόταν στην άκρη του πιο επικίνδυνου βράχου. Κοιτούσε πέρα την ανάκατη θάλασσα, μη μπορώντας να ξεχωρίσει αν ήταν νύχτα ακόμα ή μέρα.
Εδώ κατοικούσανε χρόνια. Μα ένα βράδυ, εκείνη τον έπιασε να εκλιπαρεί την γαλήνη. Είχε δειλιάσει. Μόνο αυτό δε συγχώρησε στον ποιητή της. Γι' αυτό, μάζεψε τα ολόχρυσα δαχτυλιδάτα της μαλλιά που αγγίζανε το χώμα, έκρυψε κει τα μυστικά και τους ψιθύρους κι ανέμισε σα περιστέρι που πετά μα δε το βλέπεις...

Και τώρα εκείνος ξανάρθε. Και την θυμήθηκε. Τα λόγια της που μπερδεύονταν με τον άνεμο, τα σιωπηλά δάκρυά της πίσω από τους βράχους.
Πόσο τον είχε αγαπήσει!
Του τα συγχωρούσε όλα. Ακόμη κι όταν εκείνος χανόταν στους δρόμους, όταν μεθούσε σε θορυβώδη μπαρ, αγκαλιάζοντας γυναίκες ανθρώπινες και μπερδεμένες.

Καθόταν στην άκρη του πιο επικίνδυνου βράχου. Ο άνεμος δυνατός. Οποιαδήποτε στιγμή θα μπορούσε να πέσει. Μα παρέμενε όρθιος, ανάμεσα σ' αυτό που δε φαινότανε για νύχτα ή για μέρα.
Την είχε χάσει.
Την όμορφη νεράιδα που του ψιθύριζε τραγούδια. Κοίταξε πέρα το ξερονήσι που ανέβαινε απότομα ψηλά και δε πατούσε ανθρώπινο πόδι. Μονάχα γλάροι είχαν φωλιές στις χιλιάδες τρύπες του.
Έφερε στο μυαλό του τα χρόνια που έζησε χωρίς αυτήν. Είχε γίνει ρεαλιστής, κορόιδευε τα ποιήματα και τα γραφτά του. Ξυπνούσε και κοιμόταν σε καθορισμένες ώρες και σε καθορισμένες ώρες διασκέδαζε μετρημένα.

Άκουσε πάλι το πέταγμα της φυγής της. Ένα περιστέρι που πετά απαλά μέσα στη νύχτα. Την θυμήθηκε πανέμορφη να κάθεται πάνω στους βράχους και να πλέκει περιδέραια από κοχύλια. Του έφτιαχνε περιδέραια, ακόμη κι όταν εκείνος έκανε έρωτα με άλλες, ακόμη κι όταν σήκωνε τα μανίκια του και έπλενε τα πιάτα στον νεροχύτη.
Καμιά φορά, έκλεινε απότομα την βρύση, γυρνούσε προς τους βράχους που βρισκόταν εκείνη και της φώναζε...
-Φύγε! δε γίνεται ν' αγαπήσει άνθρωπος νεράιδα!
Αυτή χαμογελούσε. Ο άνεμος έπαιζε με τα μαλλιά της -πόσο μικρή έμοιαζε όταν ο άνεμος έπαιζε με τα μαλλιά της- και εκείνος έφευγε θυμωμένος, βροντώντας πίσω του τη πόρτα.
Όταν επέστρεφε, την έβρισκε κλαμένη. Δε της μιλούσε τότε. Μόνο ξάπλωνε δίπλα της και παρατηρούσε τα χέρια της που συνέχιζαν να πλέκουν περιδέραια από κοχύλια. Πόσα τέτοια δεν είχε πλέξει! Μετά γυρνούσε και του τα φόραγε κι ας ήξερε, πως αν χτυπούσε το κουδούνι κι έρχονταν επισκέπτες, εκείνος θα σηκωνόταν απότομα, θα τραβούσε απ' το λαιμό του τα περιδέραια και θα τα πετούσε στο τοίχο, με τα κοχύλια να σπάνε και να σκορπίζουν στους βράχους...
-Φύγε! Δε γίνεται ν’ αγαπήσει άνθρωπος νεράιδα!

Κάποιες φορές δεν άνοιγαν σε κανέναν. Κι ας χτυπούσε το κουδούνι. Τότε έγραφαν στίχους. Μπορούσε να γεννήσει πανέμορφους στίχους εκείνη, μα επειδή δεν είχε την δικιά του ματαιοδοξία, τον διόρθωνε μόνο, όταν εκείνος έγραφε κάτι πολύ ανόητο. Όταν όμως θυμόταν κάποια ωραία θνητή και προσπαθούσε να γράψει γι' αυτήν, η νεράιδα σηκωνόταν και χανόταν στους βράχους.
-Είσαι ζηλιάρα! της φώναζε και πετούσε τη σελίδα στη θάλασσα.
Την περίμενε κι όταν αυτή δεν ερχόταν, έπιανε το παλτό του και χανόταν στη πόλη.

Επέστρεφε συνήθως αργά και λίγο μεθυσμένος κι εκείνη έτρεχε κοντά του. Έπλεκε τα χέρια της στο λαιμό του και σηκωνόταν να τον φιλήσει, όχι τόσο για να τον φιλήσει, όσο για να δει αν έχει στο γιακά κραγιόν ή αν μυρίζει γυναικείο άρωμα.

Άκουσε πάλι το πέταγμα της φυγής της. Ένα περιστέρι που πετά απαλά μέσα στη νύχτα. Ξεκούμπωσε το πουκάμισο και το πέταξε. Έβγαλε τα παπούτσια, τις κάλτσες. Απόμεινε γυμνός στην άκρη του πιο επικίνδυνου βράχου.
Η βροχή άρχισε να πέφτει ξαφνικά. Ρυάκια πάνω του, στα μαλλιά, το πρόσωπο, το στήθος, τους μηρούς.
Άκουσε πάλι το πέταγμα της φυγής της...

Πήρε μια πετσέτα και την έφερε στο πρόσωπό. Έμεινε ώρα έτσι. Όταν σκουπίστηκε και άνοιξε τα μάτια, βρισκόταν μπροστά στο μεγάλο καθρέφτη του δωματίου. Η κουρτίνα, σάλεψε λίγο από το δροσερό αεράκι της ανοιχτής μπαλκονόπορτας. Από μέσα, άκουσε τις σιγανές ομιλίες των δυο του παιδιών, που έπαιζαν ήσυχα στο σαλόνι…


1996