Translate

Friday, May 22, 2026

Ευρυκόμη- Δέησις, Εκλεκτικές συγγένειες

 



Ως εκλεκτική συγγένεια -εάν προχωρήσουμε πέρα από την πνευματική αναζήτηση του Γκαίτε και εξειδικεύσουμε στον χώρο της ποίησης- μπορούμε να θεωρήσουμε τους δεσμούς, τα κοινά στοιχεία, τον διαχρονικό διάλογο και τα αποτελέσματά του, μεταξύ των ποιητών και ας μην έζησαν στην ίδια εποχή.
Το ενδιαφέρον αυτής της συνομιλίας (διακειμενικότητα) γίνεται μάλιστα τεράστιο, όταν πρόκειται για μεγάλους ποιητές που έχουν αφήσει το χνάρι τους όχι μονάχα στην εποχή τους, αλλά και στις μεταγενέστερες.
Μια τέτοια εκλεκτική συγγένεια ανακαλύπτουμε ανάμεσα σε δύο στιβαρές κολώνες της νεοελληνικής ποίησης. Στον Σολωμό και τον Καβάφη και ιδιαίτερα στα ποιήματά τους ‘’Ευρυκόμη’’ του πρώτου και ‘’Δέησις’’ του δεύτερου. Το θέμα των δύο ποιημάτων είναι το ίδιο και αφορά από τη μια την αναμονή του αγαπημένου προσώπου, παράλληλα όμως και την άγνοια του θανάτου του, τον ‘’ανήξερο θάνατο’’.
Πρόκειται για δύο αριστουργήματα της νεοελληνικής ποίησης που έχουν το ίδιο θέμα. Στην ‘’Ευρυκόμη’’ ο Θύρσης περιμένει αδημονώντας στην άκρη της θάλασσας την ωραία Ευρυκόμη και στο ‘’Δέησις’’ η μάνα ενός ναύτη, ανάβει το καντήλι της Παναγίας και την παρακαλεί για την επιστροφή του γιου της. Και στις δύο περιπτώσεις όμως, ο θάνατος των αγαπημένων προσώπων, έχει ήδη συντελεστεί αλλά και ο Θύρσης και η μάνα του ναύτη αγνοούν το τραγικό γεγονός.
Ας διαβάσουμε όμως προσεκτικά τα δύο ποιήματα, με πρώτο του Σολωμού την Ευρυκόμη:



 
Ευρυκόμη
 
―«Θάλασσα, πότε θέλ’ ιδώ την όμορφη Eυρυκόμη;
Πολύς καιρός επέρασε και δεν την είδα ακόμη.
Πόσες φορές κοιτάζοντας από το βράχο γέρνω
Kαι τον αφρό της θάλασσας για τα πανιά της παίρνω!
Φέρ’ τηνε, τέλος, φέρ’ τηνε».
Aυτά ο Θύρσης λέει,
Kαι παίρνει από τη θάλασσα και τη φιλεί και κλαίει·
Kαι δεν ηξέρει ο δύστυχος οπού φιλεί το κύμα
Eκείνο, που της έδωσε και θάνατο και μνήμα.
Και του Καβάφη τη ‘’Δέησις’’:
 
Ας δούμε τώρα και του Καβάφη το... Δέησις:

 
Δέησις
 
Η θάλασσα στα βάθη της πηρ’ έναν ναύτη. —
Η μάνα του, ανήξερη, πιαίνει κι ανάφτει
στην Παναγία μπροστά ένα υψηλό κερί
για να επιστρέψει γρήγορα και ναν’ καλοί καιροί —
και όλο προς τον άνεμο στήνει τ’ αυτί.
Αλλά ενώ προσεύχεται και δέεται αυτή,
η εικών ακούει, σοβαρή και λυπημένη,
ξεύροντας πως δεν θα ‘λθει πια ο υιός που περιμένει.
 
Μπορούμε να ξεπεράσουμε εύκολα τη μορφή των δύο ποιημάτων, αφού του Σολωμού είναι δομημένο εξ’ ολοκλήρου ”παραδοσιακά” με ρίμα και μέτρο και του Καβάφη -το οποίο, αν και δεν ξεφεύγει από τα δύο αυτά στοιχεία- μπορεί να θεωρηθεί μοντέρνο, όχι μόνο από την συνολική ποιητική σφραγίδα του Καβάφη, όχι μόνο επειδή γνωρίζουμε πως χρονικά έχει γραφεί πολύ αργότερα του ποιήματος του Σολωμού, αλλά περισσότερο λόγω της ιδιαίτερης Καβαφικής του υφής, που διατηρείται παράλληλα της αναπάντεχης ρίμας και του μέτρου.
Η διατήρηση πάντως από πλευράς του Καβάφη στο συγκεκριμένο ποίημα της ρίμας και κάποιου σχετικού μέτρου -κάτι σχεδόν ξένο από τη δική του προσωπική γραφή, τουλάχιστον στα αναγνωρισμένα ποιήματά του- μπορεί να προδίδει από τη μία επιρροή, αλλά συνάμα και κατάθεση φόρου τιμής προς τον Σολωμό, πράξη βέβαια που ο Καβάφης δε συνήθιζε. Ακόμη κι όταν προσκυνά, προσκυνά έμμεσα. Τούτα όμως σημαίνουν, πως ο Καβάφης, γνώριζε καλά την ”Ευρυκόμη” του Σολωμού, προπάντων όμως σεβόταν και παραδεχόταν τον Επτανήσιο, αν και εντελώς διαφορετικός ο ίδιος ποιητικά.
Τέσσερα είναι τα κοινά στοιχεία στη σκηνοθεσία των δύο συγγενικών ποιημάτων.Οιπαρόντες,που είναι τα πρόσωπα που αναμένουν και εμφανίζονται στον αναγνώστη-θεατή σε πρώτο πλάνο με λεπτομέρειες των συναισθημάτων και κινήσεών τους, δηλαδή ο Θύρσης και η μάνα του ναύτη,οιαπόντεςπου η ύπαρξή τους υποδηλώνεται αχνά σε δεύτερο μη εικονιζόμενο πλάνο, δηλαδή η Ευρυκόμη και ο ναύτης,ηθάλασσαως διαχωριστικός παράγοντας μεταξύ παρόντων και απόντων που συμβολίζει το άγνωστο και οθάνατος.Με αυτά τα τέσσερα απλά υλικά, οι δύο ποιητές δημιουργούν τα δύο αριστουργήματα εξυψώνοντας τον αναγνώστη όχι μόνο σε συναισθηματικές κορυφώσεις, αλλά και στην ουσία της ίδιας της ζωής. Προσωπικά θεωρώ τους στίχους τους Σολωμού,
…Φέρ’ τηνε, τέλος, φέρ’ τηνε». Aυτά ο Θύρσης λέει,
Kαι παίρνει από τη θάλασσα και τη φιλεί και κλαίει·
Kαι δεν ηξέρει ο δύστυχος οπού φιλεί το κύμα.
Eκείνο, που της έδωσε και θάνατο και μνήμα…
από τους κορυφαίους στίχους παγκόσμια. Μέσα τους συμπυκνώνεται με έναν μοναδικό τρόπο το πάθος και η επιθυμία της επιστροφής του αγαπημένου προσώπου, αλλά και η τραγικότητα της ανθρώπινης μοίρας. Η έκπληξη του θανάτου της Ευρυκόμης που ο Σολωμός κρατά για το τέλος, χτυπάει σα μαστίγιο μονάχα τον αναγνώστη, ο οποίος διατηρώντας έντονη τη λύπη από την έκπληξη του θανάτου της, ακολούθως κατευθύνει τον οίκτο του στον Θύρση που τον βλέπει όχι μόνο να αγνοεί το γεγονός και να αναμένει μάταια τον ερχομό της, μα μέσω μιας καταπληκτικής σκηνής που μονάχα ξέχωροι ποιητές μπορούν να ζωντανέψουν, τον βλέπει να σκύβει παίρνοντας με τις χούφτες του θάλασσα και να τη φιλεί ως τον μόνο συνδετικό κρίκο που τον ενώνει με την αγαπημένη του, αλλά και θεωρώντας την τον μοναδικό δρόμο που θα τη φέρει πίσω. Αλλά φευ!… χωρίς να το ξέρει φιλεί τη φόνισσα της αγάπης του, γιατί η θάλασσα που εκείνος φιλεί, αυτή η ίδια είναι ο θύτης και ο καταστροφέας της ευτυχίας του, γιατί αυτή έχει ήδη σκοτώσει την όμορφη αγαπημένη του, την Ευρυκόμη!
Να γιατί μερικοί ποιητές είναι και παραμένουν μεγάλοι. Γιατί μέσα σε ελάχιστους στίχους, κρύβουν ολόκληρους κόσμους, τανίζουν τις πιο υψηλές κι ανέγγιχτες χορδές, φανερώνοντας συνάμα τη σκληρή ειρωνία της τραγωδίας.
Ο Καβάφης από την άλλη, έχοντας έτοιμο το σκηνικό από τον Σολωμό, επιχειρεί κάτι πιο δύσκολο. Δεν κρατάει την έκπληξη για το τέλος. Φανερώνει τον θάνατο του ναύτη απ’ την αρχή…
Η θάλασσα στα βάθη της πηρ’ έναν ναύτη. —
 
Έχοντας χαλάσει την έκπληξη του τέλους από τον πρώτο κιόλας στίχο, δε του μένει παρά να δημιουργήσει άλλου είδους συγκινήσεις και άλλου είδους εκπλήξεις. Αυτός ο κατά βάση ερωτικός ποιητής, εδώ γίνεται συντηρητικός. Πρώτον αλλάζει την ερωτική σχέση παρόντα και απόντα που υπάρχει στον Σολωμό και ζωντανεύει τη σχέση μητέρας και γιου, ίσως για να αυξήσει περισσότερο το συναίσθημα της απώλειας -αφού η μητρική αγάπη είναι πιο βαθιά και πιο μεγάλη από κάθε ερωτικό συναίσθημα-. Δεύτερον, σε αντίθεση με τον Σολωμό, εισάγει στο ποίημά του το θεϊκό στοιχείο. Την εικόνα της Παναγίας. Πράγματι, είναι παράξενο. Θα περίμενε κανείς αυτό να το κάνει ο ”παραδοσιακός και ανέγγιχτος” Σολωμός -που όλοι γνωρίζουμε πως ήταν εκκωφαντικά προσηλωμένος στα ιερά και τα όσια-. Αλλά δεν το κάνει. Λείπει παντελώς αυτό το στοιχείο από την ”Ευρυκόμη” του.
 
Ο άνθρωπος στο ποίημα του Σολωμού, είναι εντελώς μόνος απέναντι στις φυσικές δυνάμεις και το κακό. Το κάνει όμως ο κοσμογυρισμένος πνευματικά σε τόπους και χρόνους και ίσως όχι τόσο εκκωφαντικά προσηλωμένος στη θρησκεία, Καβάφης. Η εικόνα της Παναγίας παίζει καταλυτικό ρόλο στο ποίημά του.
 
Ενώ στον Σολωμό ο συνδετικός κρίκος του παρόντα και του απόντα είναι η θάλασσα, στον Καβάφη ο συνδετικός κρίκος είναι η εικόνα της Παναγίας και από τα φυσικά στοιχεία ο άνεμος. Το θεϊκό στοιχείο πάνω από τις φυσικές δυνάμεις. Είναι πράγματι όμως το θεϊκό στοιχείο πάνω από τις φυσικές δυνάμεις; Το αφήνει αιωρούμενο και εδώ βρίσκεται η ιδιοφυία του Καβάφη. Οι στίχοι είναι καταπληκτικοί και φυσικά από τους κορυφαίους επίσης, της παγκόσμιας ποίησης…
 
…Αλλά ενώ προσεύχεται και δέεται αυτή,
η εικών ακούει, σοβαρή και λυπημένη,
ξεύροντας πως δεν θα ‘λθει πια ο υιός που περιμένει.
 
Ανήμπορη η Παναγία να βοηθήσει. Γνωρίζει αλλά αδυνατεί. Μόνο λυπάται. Κατώτερη από τις φυσικές δυνάμεις; Ίσως ναι, ίσως όχι. Εκείνο το ”σοβαρή” αφήνει υπόνοιες μιας αυστηρότητας πως… έτσι έπρεπε να γίνει. Το θεϊκό στοιχείο σε αρμονία με την ειμαρμένη. Μόνο να λυπηθεί μαζί με τη μάνα μπορεί. Ο Καβάφης αναδεικνύει τον παρηγορητικό ρόλο της θρησκείας, γι’ αυτό την αποδέχεται.
Γιατί τι μπορεί να είναι η Παναγία παρά το σύμβολο και η συνισταμένη όλων των γυναικών, όλων των εποχών; Το φάντασμα που απορροφά και συμμετέχει στον ανθρώπινο και προπαντός στον γυναικείο και μητρικό πόνο; Μήπως και η ίδια δε βίωσε τον ίδιο απόλυτο πόνο θωρώντας τον γιο της στον σταυρό;
Μα ο Καβάφης δεν αποδέχεται μόνο τον παρηγορητικό ρόλο της θρησκείας και της Παναγίας. Αποδέχεται και τη χρήση της εικόνας ως μέσου για να αντικρίσει ο άνθρωπος το θεϊκό στοιχείο, το οποίο παίρνει ανθρώπινο πρόσωπο για να συμμετέχει στον ανθρώπινο πόνο.
Οι εικόνες φυσικά είναι ίδιον της ανατολικής εκκλησίας μα και σε άλλο ποίημά του ο Καβάφης το”Στην εκκλησία” έχει δείξει τη συμπάθειά του προς τις τελετές και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ορθόδοξίας, που του θυμίζουν ένδοξες στιγμές της φυλής του της ελληνικής, δηλαδή τον Βυζαντινισμό. Όμως σε αυτό το ποίημά πλησιάζει διαφορετικά τη θρησκεία. Όχι τόσο για την ουσία της αλλά πιο επιφανειακά. Για την συνδρομή της στο μεγαλείο μιας φυλής ως ιδιαίτερο και ισχυρό χαρακτηριστικό που την διαφοροποιεί από άλλες φυλές και την ενοποιεί.
Στη ”Δέησις” όμως εισέρχεται στην ουσία της, αναδεικνύοντας παράλληλα και το ζήτημα της Θεοδικίας. Σε ποιον να κατευθύνει τον πόνο και την οργή της η μάνα του ναύτη, όταν μάθει αργότερα τον θάνατο του γιού της; Ποιον θα δικάσει; Σε ποιον θα ξεσπάσει; Στην Παναγία φυσικά που της άναβε το κερί και την παρακαλούσε, μα εκείνη δεν έκανε τίποτα για να αποτρέψει το κακό!
Από κάθε άποψη όμως για τον Καβάφη, είτε παρηγορητικά είτε ως Θεοδικία για να απορροφήσει την οργή από το κακό, ο Θεός ή οι Θεοί είναι χρήσιμοι…
 
Κοντολογίς έχουμε να κάνουμε με δύο θαυμάσια συγγενικά ποιήματα δύο Ελλήνων αλλά διαφορετικών ποιητών εκ των οποίων ο ένας είναι διεθνής. Και αν ο Σολωμός δεν είναι ή δεν έγινε διεθνής, αυτό δεν έχει σχέση με το διαμέτρημά του, αλλά ίσως με τη γλώσσα, την εποχή και τη θεματολογία του. Τα δύο αυτά ποιήματα θα αποτελούν παράδειγμα εκλεκτικών συγγενειών μεταξύ μεγάλων ποιητών, διαφορετικών εποχών καθώς και τέλειο παράδειγμα διαχρονικού ποιητικού διαλόγου.
 
Γιώργος Πύργαρης


Friday, March 15, 2024

Αμφιλύκη...











-Ήτο αμφιλύκη φθινοπώρου
μελαγχολική...-  Παπαδιαμάντης 

Η λέξη "αμφιλύκη"
έχει συνταξιοδοτηθεί
μένει μόνη μακριά
στην έρημή της έπαυλη.

Τη θυμούνται μόνο παλαιοί
κάτι γέροι με γυαλιά
και άσπρα γόνατα.

Ελάχιστοι γνωρίζουν πια
τι σημαίνει αμφιλύκη
πως ήταν κάποτε μια Γκάρμπο
αγαπημένη ποιητών
και του γέρου Σκιαθίτη.


15/3/24


Tuesday, December 14, 2021

Ερμότιμος

 



- ...πως πρόσθεν Αιθαλίδης, ητ΄ Εύφορβος, είτα Ερμότιμος
είτα Πύρρος γένοιτο. Επειδή δε Πύρρος απέθανε
γενέσθαι Πυθαγόραν και πάντων των ειρημένων μεμνήσθαι. -

Διογένης Λαέρτιος


Ταράχτηκε ο Ερμότιμος
μες στο ναό του Απόλλωνος 
στην όμορφη Βραγχίδα...
ανάμεσα στα τόσα αναθήματα
συγκινημένος κοίταζε, μίαν παλιάν ασπίδα
(σάπιο σχεδόν το ξύλο της
μόνο μιαν ελεφάντινη ξεχώριζε μορφή
και κάτι γράμματα αχνά
με διάφορη, στην άκρη της γραφή:
Τω Απόλλωνι... Μενέλαος)

Μα ήταν δική του! (κι ας έγραφε)
Την είχε αιώνες πριν ως... Εύφορβος
της Τροίας... Θυμήθηκε το πρωινό
που την παρέλαβε γυαλιστερή
θυμήθηκε τις μάχες, την ελπίδα
μα και του Μενελάου το σπαθί
που τούκοψε ξάφνου τη ζωή...

Θυμήθηκε τις μέρες τις παλιές
και τις καλές (πριν να φανούν οι Αχαιοί)
τις ευωδιές του Σκάμανδρου
τους φίλους, Δαρδανίδα...
και έκλαψε ο Ερμότιμος 
πάνω απ' την ασπίδα
γι' αυτά που χάθηκαν
για τη φθορά των ζωντανών 
παίγνιων χρόνου και θεών... 

Αυτά ο Ερμότιμος...
Που κι Αιθαλίδης ήταν 
και θα γινόταν Πύρρος 
(ένας ψαράς στη Δήλο)
κι αργότερα, ως Πυθαγόρας 
την ανθρωπότητα θα θάμπωνε.
Μα με το δώρο... (ή την κατάρα;) 
του Ερμή
να ενθυμείται κάθε του ζωή
δεν ήξερε πού πήγαινε 
και προπαντός ποιος ήταν...



14/12/2021

Wednesday, September 30, 2020

Ουκ όμοιοι Λακεδαιμονίοις...




Αλλιώτικοι επέστρεψαν στη Σπάρτη
ο Βούλις κι ο Σπερθίας
απ' το τρανό ταξίδι τους στα Σούσα.
Πιο ώριμοι, πιο σκεφτικοί
(και τη ματιά τους, κάτι σκιάζει)

-Πώς φτάσαμε
του Ερμή εμείς σεβαστικοί
του Ταλθυβίου οι γόνοι
σ' αυτό το ανοσιούργημα
τέτοιο να κάνουμε κακό
στους λαλητάδες του Δαρείου;
Δεν εκδικήθη ο Ξέρξης, μας ελυπήθη τη ζωή 
-και ας μη πέσαμε να προσκυνήσουμε στη γη-
δε θέλει λέει, στους Λακεδαίμονες να μοιάζει.
Μας τάισε, μας πότισε και μας ξαπόστειλε
το κρίμα λέει, στο λαιμό μας!

Τέτοια μιλούνε στις οδούς, στην αγορά
ο Βούλις κι ο Σπερθίας
σα να μη χαίρονται τον γυρισμό και τον σωσμό
σαν κάτι απ' τη ψυχή τους, πίσω να έμεινε στα Σούσα
(όσο γι' αυτά π' ακούνε από δω και από κει
περί αγρίων και βαρβάρων στην ανατολή
στοχαστικά τ' ακούνε πια... 
και με περίσκεψη πολλή!)


30.9.2020


Saturday, June 27, 2020

Και εκ γυναικών τα κρείτω...




Έρημο, μικρό κελί και ευωδιά λιβάνου
πώς μοίρα έγινες μίας ζωής, της Κασσιανής
ωραία, ερωτική και ευφυής, τι τόθελε
εκείνο το... "κι εκ γυναικός τα κρείτω!";
Ο αυτοκράτωρ την απέρριψε!
...

"Αν όχι αυτός, μονάχα ο Χριστός!
Αν όχι αυτοκράτειρα, τότε μοναχή!"
Δύσβατος δρόμος και πικρός
ψυχή και σώματι τον πήρε
χωρίς καμιάν απαντοχή. Γενναία
και άκαμπτος η Κασσιανή
μέχρι το τέλος.

... Μα κάπου κάπου ρήγματα
ποίηση μεγίστη, μασκοφόρος...
"Νυξ μοι υπάρχει, οίστρος ακολασίας..."

Άραγε λύγισε κάποια στιγμή
στην κλίνη της τη σκοτεινή; Τον άντρα...
τον Θεόφιλο μήπως επόθησε η Κασσιανή
κι ανεπαισθήτως κάλεσε μια νύχτα
που έξω μαινόταν ο βοριάς και η βροχή;...
οφώδης τε και ασέληνος, έρως της αμαρτίας..."
και μήπως κάποτε ξαγρύπνισε ως το πρωί
(ως άλλη Ψάπφα) από μάταιη, ερωτική αναμονή;
"Δέδυκε μεν α σελάνα... εγώ δε μόνα καθεύδω..."

Ουδέν μεμπτό!
Ακόμη κι αν λύγισε κάποια στιγμή
εν τέλει έμεινε λευκή! Και ίσως... ίσως...
αυτό το λίγο ράγισμα, το αμφίβολο, το πιθανό
την κάνει ακόμη πιο γενναία... πιο λευκή!



28/6/2020


Tuesday, April 25, 2017

Το δάσος από ποιήματα



Περπατώντας σ' αυτό το δάσος, θα δεις ποιήματα
επιβλητικά, στιβαρά που από μακριά ξεχωρίζουν σαν γίγαντες
οι άνθρωποι τα κοιτάζουν με δέος και θαυμασμό
τα μελετούν, τα ζωγραφίζουν, περνούν μέρες και χρόνια στον ίσκιο τους...

Θα δεις ποιήματα καταδεχτικά -στο ύψος ακριβώς του ανθρώπου-
όμορφα και πολύχρωμα που τραβούν αμέσως την προσοχή
οι άνθρωποι τρέχουν κοντά, τσιμπολογούν τους καρπούς
τα αγκαλιάζουν, φωτογραφίζονται δίπλα τους
όπως φωτογραφίζεται κανείς
στην κερασιά του σπιτιού του

Και ποιήματα γήινα θα δεις, χαμηλά... ξέρουν καλά τι είναι
δεν έχουν αυταπάτες μα συνεχίζουν να επιβιώνουν θροϊζοντας
σα μικροί, ταπεινοί θάμνοι... οι άνθρωποι όμως τα αγαπούν
σκύβουν, τραβούν έναν στίχο και τον μυρίζουν
όπως μυρίζει κανείς ένα κλαδάκι από δυόσμο ή θυμάρι
έπειτα τον βάζουν στο αυτί ή κάτω από το μαξιλάρι
να προσελκύσουν τις μέλισσες...

Θα δεις ποιήματα αγέννητα ακόμη, να περιφέρονται σαν αερικά
νεράιδες που χορεύουν στις πηγές και τις βρύσες
μαγνητίζουν σαν οπτασίες μα σε κρατούν σε απόσταση
σε αφήνουν από μακριά να τα δεις, στα καλάμια κρυμμένος
δεν μπορείς να κλέψεις τα μυστικά τους, είναι αέρας
ποτέ δεν ξέρεις αν λένε ψέματα ή αλήθεια
και μόλις κάνεις να πλησιάσεις εξαφανίζονται
σα να μην ήταν ποτέ -όπως συμβαίνει πάντα
με τις υποψίες-

Ποιήματα υπόγεια θα δεις, σα μανιτάρια
κάτω από νωπές πευκοβελόνες... 
στη μούχλα σάπιων φύλλων, πλέκονται λέξεις μαγικές
σπάνιες τρούφες ακριβές, μυστήριο κι αρώματα γεμάτες
για πνεύματα απαιτητικά, εκλεπτυσμένα...

Αναρριχώμενα ποιήματα, στριφογυριστά 
δεν έχουν ρίζες, απ' τους χυμούς των άλλων τρέφονται
καθώς επάνω σκαρφαλώνουν -μα είναι ακίνδυνα
χωρίς πολλά να απαιτούν, παρά μονάχα λίγη θαλπωρή
και λίγη δόξα δανεική-

Ποιήματα ασπροκίτρινα, εωθινά, αδέξια
χαρά γεμάτα και δροσιά, σαν μαργαρίτες
όλα μαζί στο ξέφωτο
το ένα να παίρνει από το άλλο κουράγιο
θέλουν να ζήσουν παντοτινά, μα λίγη τελικά η ζωή τους
έχουν προλάβει όμως να τη δοξάσουν υπέροχα
όπως τόσο ωραία δοξάζουν 
τη μοναδική τους ημέρα οι πεταλούδες...

Τόση ομορφιά και Νέμεση
μα οίκτος καθόλου σ' αυτό το δάσος
(τις νύχτες βγαίνουν παγανιά
εμπρηστές και ξυλοκόποι...)





Tuesday, June 14, 2016

Νέκυια






-Εν αρχή να θολώσεις τη λίμνη του Νάρκισσου
να δεχθείς πως το φως είν' αλλού
σε ξένα λόγια και έργα...-

Θέλει μια δύναμη σιδερένια να κατέβεις εδώ
σ’ αυτή τη σπηλιά, ανάμεσα σε νοτισμένες επιστολές
αποκρυπτογραφώντας ίχνη παλαιού καιρού
παράξενη σκιά που μηρυκάζει μελάνι...

Προσπαθείς να στήσεις ξανά τα χαλάσματα
σκουντώντας με τη ζέση σου τη γαλήνη των άφαντων
πίσω αφήνεις τον κόσμο των ζωντανών
σαν ένας Οδυσσέας παράφορος που κατεβαίνει στον Άδη
δωρίζοντας στους εκεί... εωθινές ευωδιές
λαβαίνοντας αστραπές θύμησης
(που όμως σε αλλάζουν...
ώσπου στο τέλος δεν είσαι ο ίδιος
μα της φυλής σου η μνήμη)

Όμως πόσο ακόμη θ’ αντέξεις να πηγαινοέρχεσαι
ανάμεσα σε δυο κόσμους
χωρίς να ανήκεις ολότελα πουθενά
πόσο θα αντέξεις να προσπαθείς να δικαιώσεις 
μπαρουτοκαπνισμένους πολεμιστές
χήρες, ορφανά κι αδικημένους 
ή τον άλλον που για γρόσια μόλις εκατό
τον πέταξαν σ’ ένα πηγάδι...

δεν έχει ελπίδα ο άνθρωπος
και τα αγάλματα που φέρνεις αγκομαχώντας απάνω στη γη
μέσα στο φως σκουριάζουν ρημαγμένα...


-Ιούνιος 2016
στους ιστορικούς ερευνητές-

Monday, June 8, 2015

Προμηθέας

.



 
Τι να κάμω μ' αυτή τη μνήμη τη σεπτή
που έπηξε πάνω μου αργά, έγινε βράχος
ασήκωτος στους ώμους μου που κύρτεψαν...
Για δες, εκεί που πίστευα θα βγουν φτερά 
τώρα έναν βράχο κουβαλώ (μα μήπως
ετούτος είναι τα φτερά μου;)

Πάνω του ανάγλυφες μορφές, λησμονημένες
ανθρώπων πούζησαν και τώρα σκόνη
γραφές... μισές δουλειές, 
παράπονα
χέρια παρακαλεστικά για δικαιώσεις
μα πιο βαθιά εκλάμψεις, μυστικά
κι ένα πιτσούνι χνουδωτό
που καρτεράει ζαρωμένο στη φωλιά
καμώμενο πως δεν υπάρχει...

Τα γόνατα λυγούν, βαρύς ο βράχος πάνω μου
μα μέσα από τη βάσανο, βρίσκω το πρόσωπό μου...

Πιο πέρα γύπες. Στέκουν στις αγριοσυκιές ψηλά
και μ' απειλούν βουβά, χωρίς να με κοιτάζουν
μα η βουή της άγνοιας στη πόλη
που απλώνεται φαιδρή μπροστά, με συνεπαίρνει
δε θέλουν ετούτη τη φωτιά που τη χαρά πληγώνει...
Περιφρονούν τη σύνεση σαν τα χορτάτα τα σκυλιά
που απωθούν το φαγητό σα δεν αρέσει...
Δίκιο έχουν μα εγώ για ποιον, τούτον τον βράχο κουβαλώ
αν κατορθώσω να σταθώ ορθός, θα τον τινάξω
στην κατηφόρα να κυλήσει και να σπάσει

Σκόνη... κι ύστερα αυτό το περιστέρι -ώριμο πια-
στην πόλη να γυρνά λευτερωμένο
σε στύλους, σε πλατείες, σε φθηνά μπαλκόνια
σαν μια μικρούλα ύπαρξη λευκή, που προσπαθεί
με τα θεριά κι αγριανθρώπους να τα βάλει...

Thursday, July 28, 2011

Η μούσα



Καθόταν στην άκρη του πιο επικίνδυνου βράχου. Κοιτούσε πέρα την ανάκατη θάλασσα, μη μπορώντας να ξεχωρίσει αν ήταν νύχτα ακόμα ή μέρα.
Εδώ κατοικούσανε χρόνια. Μα ένα βράδυ, εκείνη τον έπιασε να εκλιπαρεί την γαλήνη. Είχε δειλιάσει. Μόνο αυτό δε συγχώρησε στον ποιητή της. Γι' αυτό, μάζεψε τα ολόχρυσα δαχτυλιδάτα της μαλλιά που αγγίζανε το χώμα, έκρυψε κει τα μυστικά και τους ψιθύρους κι ανέμισε σα περιστέρι που πετά μα δε το βλέπεις...

Και τώρα εκείνος ξανάρθε. Και την θυμήθηκε. Τα λόγια της που μπερδεύονταν με τον άνεμο, τα σιωπηλά δάκρυά της πίσω από τους βράχους.
Πόσο τον είχε αγαπήσει!
Του τα συγχωρούσε όλα. Ακόμη κι όταν εκείνος χανόταν στους δρόμους, όταν μεθούσε σε θορυβώδη μπαρ, αγκαλιάζοντας γυναίκες ανθρώπινες και μπερδεμένες.

Καθόταν στην άκρη του πιο επικίνδυνου βράχου. Ο άνεμος δυνατός. Οποιαδήποτε στιγμή θα μπορούσε να πέσει. Μα παρέμενε όρθιος, ανάμεσα σ' αυτό που δε φαινότανε για νύχτα ή για μέρα.
Την είχε χάσει.
Την όμορφη νεράιδα που του ψιθύριζε τραγούδια. Κοίταξε πέρα το ξερονήσι που ανέβαινε απότομα ψηλά και δε πατούσε ανθρώπινο πόδι. Μονάχα γλάροι είχαν φωλιές στις χιλιάδες τρύπες του.
Έφερε στο μυαλό του τα χρόνια που έζησε χωρίς αυτήν. Είχε γίνει ρεαλιστής, κορόιδευε τα ποιήματα και τα γραφτά του. Ξυπνούσε και κοιμόταν σε καθορισμένες ώρες και σε καθορισμένες ώρες διασκέδαζε μετρημένα.

Άκουσε πάλι το πέταγμα της φυγής της. Ένα περιστέρι που πετά απαλά μέσα στη νύχτα. Την θυμήθηκε πανέμορφη να κάθεται πάνω στους βράχους και να πλέκει περιδέραια από κοχύλια. Του έφτιαχνε περιδέραια, ακόμη κι όταν εκείνος έκανε έρωτα με άλλες, ακόμη κι όταν σήκωνε τα μανίκια του και έπλενε τα πιάτα στον νεροχύτη.
Καμιά φορά, έκλεινε απότομα την βρύση, γυρνούσε προς τους βράχους που βρισκόταν εκείνη και της φώναζε...
-Φύγε! δε γίνεται ν' αγαπήσει άνθρωπος νεράιδα!
Αυτή χαμογελούσε. Ο άνεμος έπαιζε με τα μαλλιά της -πόσο μικρή έμοιαζε όταν ο άνεμος έπαιζε με τα μαλλιά της- και εκείνος έφευγε θυμωμένος, βροντώντας πίσω του τη πόρτα.
Όταν επέστρεφε, την έβρισκε κλαμένη. Δε της μιλούσε τότε. Μόνο ξάπλωνε δίπλα της και παρατηρούσε τα χέρια της που συνέχιζαν να πλέκουν περιδέραια από κοχύλια. Πόσα τέτοια δεν είχε πλέξει! Μετά γυρνούσε και του τα φόραγε κι ας ήξερε, πως αν χτυπούσε το κουδούνι κι έρχονταν επισκέπτες, εκείνος θα σηκωνόταν απότομα, θα τραβούσε απ' το λαιμό του τα περιδέραια και θα τα πετούσε στο τοίχο, με τα κοχύλια να σπάνε και να σκορπίζουν στους βράχους...
-Φύγε! Δε γίνεται ν’ αγαπήσει άνθρωπος νεράιδα!

Κάποιες φορές δεν άνοιγαν σε κανέναν. Κι ας χτυπούσε το κουδούνι. Τότε έγραφαν στίχους. Μπορούσε να γεννήσει πανέμορφους στίχους εκείνη, μα επειδή δεν είχε την δικιά του ματαιοδοξία, τον διόρθωνε μόνο, όταν εκείνος έγραφε κάτι πολύ ανόητο. Όταν όμως θυμόταν κάποια ωραία θνητή και προσπαθούσε να γράψει γι' αυτήν, η νεράιδα σηκωνόταν και χανόταν στους βράχους.
-Είσαι ζηλιάρα! της φώναζε και πετούσε τη σελίδα στη θάλασσα.
Την περίμενε κι όταν αυτή δεν ερχόταν, έπιανε το παλτό του και χανόταν στη πόλη.

Επέστρεφε συνήθως αργά και λίγο μεθυσμένος κι εκείνη έτρεχε κοντά του. Έπλεκε τα χέρια της στο λαιμό του και σηκωνόταν να τον φιλήσει, όχι τόσο για να τον φιλήσει, όσο για να δει αν έχει στο γιακά κραγιόν ή αν μυρίζει γυναικείο άρωμα.

Άκουσε πάλι το πέταγμα της φυγής της. Ένα περιστέρι που πετά απαλά μέσα στη νύχτα. Ξεκούμπωσε το πουκάμισο και το πέταξε. Έβγαλε τα παπούτσια, τις κάλτσες. Απόμεινε γυμνός στην άκρη του πιο επικίνδυνου βράχου.
Η βροχή άρχισε να πέφτει ξαφνικά. Ρυάκια πάνω του, στα μαλλιά, το πρόσωπο, το στήθος, τους μηρούς.
Άκουσε πάλι το πέταγμα της φυγής της...

Πήρε μια πετσέτα και την έφερε στο πρόσωπό. Έμεινε ώρα έτσι. Όταν σκουπίστηκε και άνοιξε τα μάτια, βρισκόταν μπροστά στο μεγάλο καθρέφτη του δωματίου. Η κουρτίνα, σάλεψε λίγο από το δροσερό αεράκι της ανοιχτής μπαλκονόπορτας. Από μέσα, άκουσε τις σιγανές ομιλίες των δυο του παιδιών, που έπαιζαν ήσυχα στο σαλόνι…


1996