Translate

Monday, September 6, 2021

Είκοσι στίχοι για τον Αρχάγγελο




Πικροί καιροί σ' ανάθρεψαν και αίμα
τους χρόνους που μας κύκλωσαν τα τέρατα
παρέμεινες αμόλευτος, με τη ψυχή στο βλέμμα
τραγούδια πλέκοντας ελληνικά, ως τα πέρατα

Το στήθος σου πλατύ, δάσος και περιβόλι
που ευώδιαζε βασιλικούς, οξυές, σημύδες
μα σπαρασσόταν από του αδερφού το βόλι...
(αλώνι ήσουν που μέσα του παλεύαν Διγενήδες)

Τα λόγια πήρες των σοφών και έβαλες φτερά
και τάστειλες στο πιο φτωχό σπιτάκι
γιε του Ορφέα, τα χέρια σου τα μακριά
ψηλά μας σήκωναν με τη μυρτιά και το συρτάκι

Στο μέτωπό σου άστραφτε μια άδολη αγάπη
που στέρφες γέμισε πηγές και πότισε τη χώρα 
γενιές να πίνουνε... να νιώθουν τον σατράπη
ορθές να στέκονται  στο μαύρο και τη μπόρα

Δεν έφυγες! Στις πασχαλιές θα πνέεις, στις ελιές
σε δρόμους, σε πλατείες σα μια δάδα
που περιμένει να ξυπνήσουν οι θολές ψυχές
για να σηκώσουν απ' τα βάθη την Ελλάδα... 


(σκίτσο Γ. Μιτζέλου)
6/9/2021

Monday, February 1, 2021

Λεωνίδης... υιός Οδυσσέως



Ημέρα κρύα... και συννεφιασμένη
στου Μονάχου το παλιό νεκροταφείο
η ψυχή μου έρμη και θλιμμένη
καθώς στέκω σ' ένα ταφικό μνημείο...

λίγο γυρτό, φθαρμένο από τον χρόνο
με ίχνη όμως κάποιου μεγαλείου
ανεγέρθη από τον... Θρόνο (!!)
και φέρει στίχους του Θειρσίου

''ΕΔΩ ΚΕΙΤΑΙ ΛΕΩΝΙΔΗΣ... ΥΙΟΣ ΟΔΥΣΣΕΩΣ
ΠΡΟ ΤΗΣ ΗΒΗΣ ΑΠΟΘΑΝΩΝ ΕΝ ΜΟΝΑΧΩ...''
μονάκριβο τέκνο...  τόσο νέος!!...
Ανατέλλων ήλιος, εβυθίσθη σε τάφο...


1/2/2021

Saturday, January 16, 2021

Εγώ ο Διάκος...


Δεν πονώ πια.... Ως να μην έχω κορμί... να είμαι φως μόνον... Ένα φως στρογγυλό και λευκό ως αυγό, από τα στήθια κι απάνου... Νομάτοι σωρό μαζωμένοι τριγύρα να με κοιτάνε μουγκοί, έτσι όπως με έχουν στημένον... θέαμα οικτρόν, εις τούτην την άκρην του Ζητούνι... Δε με υβρίζουν πια... δεν εφτύνουν όπως έκαμαν ότε με εφέρνανε... Ανάμεσό τους κι η μάνα... Τη βλέπω... σκίζεται η καρδιά της, σιωπά και κοιτά κι όλο κλαίγει... επιθυμώ να της ειπώ να μην κλαίγει, να της ειπώ πως δεν πονώ πια, για δεν ορίζω πια το κορμί μου... ο πόνος επέρασεν, πάγει εκείνος... είμαι φως τώρα, μονάχα φως... και τι έχει να σκιαχτεί ένα φως απόνα παλούκι;... Μα να της ομιλήσω δεν ημπορώ... δεν έχω δύναμιν μήτε να σαλέψω τα γλέφαρα... Γνωρίζω πως εκείνη βλέπει ακόμα με τα ομάτια της γης... βλέπει τον υιόν της αγνώριστον θέαμα... εδαρμένον, αιματωμένον, πρηγμένον... με οφούσκες και πύο εις όλον του το κορμί από το λάδι το καφτόν οπού του έριχναν ψές και εγελούσαν... και μ’ ένα ξύλινον σουβλί να απερνά το κορμί κάτω από τα σκέλια... να απερνά  μέσα από την κοιλιάν και να βγαίνει εις την δεξάν ωμοπλάτην... αυτό βλέπει η μάνα... όχι πως είμαι φως, ένα άσπρο φως ως αυγό από τα στήθια κι απάνω, οπού ετοιμάζεται λεύτερο να πετάξει...

Ποτές δεν είχα την φαντασίαν πως θα εζούσα ετούτην την τιμήν... να απεράσω όσα επέρασεν Εκείνος... Εκείνος οπού επίστεψα και εφόρεσα διά το καλόν Του και ράσον. Τον Ιησού των Ελλήνων!... Τώρα εγνωρίζω πώς επάνω εις τον σταυρόν, Εκείνος δεν ήταν ένα άσκημο... αιματωμένον θέαμα, αλλά φως... Και τι ημπορούν να κάμουν τρία παλιόκαρφια σ’ ένα περίλαμπρον φως;...

Επολεμήσαμεν γενναίως εις το γιοφύρι... Δεν εφοβήθημεν διόλου τον αριθμόν, τα ντουφέκια, τα τουμπελέκια... αλαλαγμούς και αλόγατα... Ολίγοι, μα τους εκρατήσαμεν γερά. Και όταν ετελείωσεν ο τζεμπχανές, ξεσπαθώσαμεν... Εκρατήσαμεν την θέσιν πολεμώντας πεισματικά, δουλεύοντας τέλος μόνον χέρια, μαχαίρια... Και πώς να εφεύγαμεν; Σιμά ο Λεωνίδας είχεν από τον τάφον ασκωθεί και εκοιτούσεν...  Αϊ να ήσταν εκεί! Να ιδείτε πώς ευώδιαζεν ο ιδρώς και η μπαρούτι!... Να ιδείτε πώς εδαγκώναμεν... και  ζέστα του μεσημεριού... με τους οδόντας  τα φουσέκια! Μαύροι εκαταντήσαμεν... Όμως ολίγοι έχουν την τύχην να εγνωρίσουν απόγιομα δίχως αύριο... στιγμές βαριές  ως αιώνες! Ύστερις εμείναμεν όρθιοι μονάχα τρεις... ένα βόλι έκαψεν τον μηρόν μου... ελαβώθην και η σπάθα σπασμένη... Ως σκύλοι επάνω μας έπεσαν!... ετελείωσαν ογλίγωρα τους δυο μου συντρόφους. Απόμεινα ο ύστατος εν ζωή... Με δέσαν και με επήραν...

Να στέκεις μοναχός εις χλεύην μυριάδων!... Να ξες ότι από αυτόν τον κόσμον έχεις τελέψει. Εις χείρας αγρίων η μοίρα σου... και η ψήφος μαύρη... Τριγύρα όλοι εχθροί οπού ημπορούν να σε κάμουν κουρέλι!... Είχα έμβη εις του Γολγοθά το στρατί.... γυρισμός οπίσω δεν ήτο... Με εμπάσαν συνοδειά εις Ζητούνι... Τούρκοι και Τούρκισσαι, κορίτζια και παιδιά... γραίαι και γέροι δεξά και ζερβά με υβρίζαν, εφτύναν... εσκαμπιλίζανε. Και αψηλά σε κοντάρια μπηγμένα, να απερνούν τα κεφάλια των συντρόφων ως τρόπαια... με πηγμένο και σκονιμένο αίμα εις την κοψιάν και να εκρέμοντο τα νεύρα ως μαύροι σκώληκες... Ξάφνου ενθυμήθην τον υστερνόν του βασιλέα μας λόγον... Εζήλεψα και εγώ διά λύτρωσιν... Έστρεψα το λοιπό εις το πλήθος και έκραξα... -Μωρέ δεν εστέκει ένας χριστιανός ανάμεσό σας... μεμιάς να με σκοτώσει κι απ’ τους Αγάρους να με σώσει;... Εις μάτην! Ως λέοντες επάνω επέπεσαν, να με χτυπούν τυφλά με τα όπισθεν των αρμάτων και γρόνθους και τουρκιστί να υβρίζουν...

Με επήγανε εις εν χάνι... Με επλύναν. Προς στιγμής ησύχασα... επήρα καλήν αναπνοήν... Ύστερις ήρθεν ο Σερασκέρης να με ιδεί... Μέριασαν οι φρουροί έμπροσθέν του και έπεσαν σχεδό προσώπου εις τη γης... Διάταξε να μου ηφέρουν νερό. Ήπγια... Εσίμωσε. Κακά τα μάτια του σκληρά, εμύριζεν η ανάσα του μαστίχα... Μου είπεν να με κάμει πολλά σπουδαίον... να προσκυνήσω. Αρνήθην. Μου έταξεν την Λειβαδιά, του κόσμου όλα τα καλά, τη Θήβαν την αφράτην. Αρνήθην... Έφτυσεν κατάχαμα εμπρός μου και έφυγεν...

Από τότες δεν ενθυμούμαι πολλά... Μόνον τα ραπίσματα αναφανδόν και τον πόνον... Με ήφεραν εδώ... Φωνές, καυτό λάδι και ξύλο. Πολλές ελιγοθύμισα. Και σήμερις ήλθεν ο γύφτος κομπάζοντας, βαστώντας το παλούκι. Εγελούσεν. Με σμπρώξαν καταγής... Ελύγισα... Το πρόσωπο χαμαί εις τα άνθη φτασμένο, απάνω το σαμάρι και γδύναν... Με συνεπήρεν η ευωδιά... η ομορφάδα της Άνοιξης... Ω γλυκύ μου έαρ... (τακ τακ)... φίδι σκληρόν... ξύλο ξερόν και μυτερόν τα σπλάχνα μου χαϊδεύει...  (τακ τακ)... Γιόμισα δάκρυα... Για δες καιρό που διάλεξεν... (τακ τακ)... Σιμά... βουίζαν... οι μέλισσες...

Όμως τώρα δε πονώ πια... Ως να μην έχω κορμί. Ως νάμαι μονάχα φως... Ένα φως στρογγυλό και λευκό από τα στήθια κι απάνου... Κοιτώ πέρα... ένας αγέρας μαύρος και τραχύς έρχεται απεδώ να τους πάρει... Δεν έχουν σωσμό... όμως... αίμα πολύ ακόμη εις τα άνθη θα στάξει... και αίμα αδελφού απ’ αδελφό, την πέτρα θα βάψει... κι αυτήν  την γυναίκα, άλλοι επάνω θα τραβούν, άλλοι κάτω... το νου σας στην ψεύτικη λευτεριά αδερφοί... το νου σας στους νέους της εσπέρας αφένδες... Αυτός ο πόλεμος ποτές δεν τελειώνει... όμως τώρα, ένα στρατί από άστρα... τον ουρανό και τη γης φαίνεται να ενώνει... χάνω τον κόσμο... κι ο καβαλάρης αυτός που ώρα κοιτά... ελυπήθη ως φαίνεται και το όπλο σηκώνει... γυναίκα αγέρωχη, αψηλή, από το μονοπάτι  των άστρων, εμέ φαίνεται να σιμώνει... έχετε γεια αδελφοί... εγώ ο Διάκος, τα ύστερα λέγω... αυτός ο πόλεμος ποτές... ποτές δεν τελειώνει... κι η λευτεριά τους Έλληνας, πολλά... πολλά θα πληγώνει...


14/1/2021

Saturday, July 4, 2020

Καταφιλήσω...




Ήταν ωραίο το δειλινό...
Η Κασσιανή μες στο κελί, σε έξαρση ποιητική
μίαν ωδή εδούλευε. Μα όταν έγραψε...
''καταφιλήσω τους αχράντους σου πόδας, αποσμήξω 
τούτους δε πάλιν τοις της κεφαλής μου βοστρύχοις''
έπεσε σε συλλογή... -''Καταφιλήσω'';
Πώς από μέσα της ξεπήδησε η λέξη αυτή;
Φανέρωνε ταπεινοσύνη, συντριβή
ή ήταν έντεχνα κρυμμένη, ερωτική;
Καλύτερο δε θάταν  το ''ασπασθώ;''
''ασπασθώ τους αχράντους σου πόδας!''
Πιο σεπτό! Πιο ιερό! Αλλά ''καταφιλήσω'';;;;

Τον κάλαμο επήρε η Κασσιανή
να διορθώσει την παρεκτροπή.
Μα δεν επρόλαβε.
Άλογα μπήκαν στην αυλή.
Και μια φωνή... -Ο αυτοκράτορας!

...................................

Αργότερα, σα βγήκε απ' την κρυψώνα της
λίαν τρεμάμενη, σκύβει στην περγαμηνή...
''ων εν τω παραδείσω Εύα το δειλινόν
κρότον τοις ωσίν ηχηθείσα, τω φόβω εκρύβη''
είχε προσθέσει ο Θεόφιλος
κάτω απ' τη δική της την ωδή...
-Μα πώς μπορεί μέσα στον ύμνο της
τόσο ξεδιάντροπα, αυτός να βλασφημεί;
Ποιαν Εύα; Την αφεντιά της εννοεί, που προ ολίγου
τα βήματά του ακούοντας, έτρεξε να κρυφτεί!
Πολύ οργίσθη η Κασσιανή
και πήρε να κάψει την ωδή...

Μα ήταν ωραίο το δειλινό!
Και στο κελί της έμπαινε, μια ευωδιά γαζίας...
(απ' την κρυψώνα της... άκουγε την ανάσα του
την προσμονή του ένιωθε... πούθελε να τη δει
κάποια στιγμή ακούστηκαν ακόμη και... λυγμοί)

-Θα τους κρατούσε! Δεν ήταν οι στίχοι του κακοί
την έθελγε κι η σκέψη, κάτι να είχανε μαζί
έναν δικό τους ύμνο, πνευματικό παιδί!
Λοιπόν, θα τους κρατούσε!
(από τη χαραμάδα... μόνο τα πόδια του  έβλεπε
πόδια λευκά... τα δάχτυλα, οι αστράγαλοι
καμάρες και... κατατομή αρμονικά...
μόνο τα πόδια του έβλεπε... τα πόδια τ' ακριβά
που τόσο ωραία έντυναν... σανδάλια περσικά)

......................................

-Όσο για το ''καταφιλήσω'' είναι πιο δοτικό
ψυχρό και σύντομο εκείνο το ''ασπασθώ''
''Καταφιλήσω, τους αχράντους σου πόδας'' 
πάει καλύτερα, θα το άφηνε...


4.7.2020

Tuesday, May 22, 2012

ανοιχτά της Αυλίδας




Καθώς για την κατάκτηση κινάς, μιας άλλης Τροίας
στη μέθη ωραίου πρωινού κι ενός αέρα λυτρωτή
που μ' αλαφράδα μαγική, σπρώχνει αγόγγυστα τα πλοία
αμήχανος ανάμεσα στ' αστραφτερά σου όπλα
δοσμένος σε μιαν αμφιβολία όλο χρυσόφως
όπου φυλάς, νωπές ακόμη συγκινήσεις...

(μιας καστανής την αγκαλιά και τα φιλιά τ' αστέγνωτα
κρυμμένα στο λαιμό και τη μασχάλη, της ανθισμένης
λεμονιάς αγαπημένο θρόισμα σιμά στο παραθύρι
την ταραχή της μάνας, με το ξερό στα χέρια της ζυμάρι
και του πατέρα τη σιωπή, που όλα τα λόγια έπνιξε
του χωρισμού, μέσα σε βλέμμα άτρεμο κι αντρίκιο)

ταξίδι ολόφρεσκο, καθώς κοιτάς τα πρόσωπα συντρόφων
που κάθονται στην κουπαστή, ωραίοι και άφρονες
από τις υποσχέσεις ενός πολέμου νικητή
που λάφυρα και δόξα θα τους φέρει...

καθώς κινάς λοιπόν για μια άλλη Τροία
τα μάτια στρέψε τελευταία φορά
σε τούτη που άνθισες ακτή

Ίδια ξανά δε θα τη δεις...
(γιατί οι Τροίες σε αλλάζουν)


Μάιος 2012

Thursday, May 10, 2012

τα αγάλματα


Μετά τον χτύπο
της τελευταίας καμπάνας
από τα βάθρα κατέβηκαν
της πόλης τ' αγάλματα...

Σε άλογα χάλκινα
με όπλα στα χέρια
βιβλία και ξίφη
γυρεύουν τη θάλασσα
-διάτρητα από λύπη
και σφαίρες γαζωμένα-

..................

Ορδές αγαλμάτων
απ' όλους τους δρόμους
αγγίζουν τη θάλασσα...

Βουλιάζουν
μέχρι που χάνονται
αφήνοντας πίσω
πόλη τυφλή

ασάλευτη θάλασσα
με φεγγάρι λουσμένη
και αίμα


10 Μαϊου 2012

Thursday, October 13, 2011

Η απολογία του Οδυσσέα



Στον Αλέξανδρο Τσίγγο


i

-Του Λαέρτη ο καταραμένος γιος
που τα καλύτερα παιδιά μας, για πόλεμο ξεσήκωσε
σώος επέστρεψε, χαίρεται τώρα το παλάτι και το βιος του
τυλιγμένος στη δόξα και την αίγλη του
την πόρνη αγκαλιάζει  Πηνελόπη
πάνω στο αίμα το νωπό, των άτυχων μνηστήρων
την πόρνη ναι, που ως σκύλα σ' ανομολόγητο οίστρο
άπλωσε παντού τη μυρωδιά της, όλα τ' αρσενικά
καλώντας -που έβραζε το αίμα τους- κοντά της
τώρα παριστάνει την πιστή στον Οδυσσέα
που σώος επέστρεψε. Εκείνος σώος!
μα τα παιδιά μας, από ψάρια φαγωμένα
Τρώες και Κύκλωπες. Και πούναι η δόξα;
Πούναι τα πλούτη και τα λάφυρα;
Τι κέρδισε η Ιθάκη, από τον ξένο πόλεμο;


ii

-Αυτοί που ξεχειλίζουνε κακία και φθόνο
φτύνοντας με το κρασί βρισιές και ξόρκια
για μένα, τον Τηλέμαχο, τη δόλια Πηνελόπη
τάχα ποτέ ευρέθηκαν, στη θέση τη δεινή
του βασιλιά που πρέπει, σημαντικές να πάρει
για τη χώρα αποφάσεις;

Γι’ αυτούς ο κόσμος όλος η ειρήνη και τα σπίτια τους
κι η ηθική στενή, μέχρι τον φράχτη της αυλής τους
«Για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη»!
Μα πώς απ' το πρόσταγμα του κραταιού Αγαμέμνονα
η Ιθάκη η μικρή ν’ αποσκιρτήσει; Άπαντες πλην Ιθακιωτών;;;
Τώρα στους νικητές ανήκουν. Και των παιδιών τους τα παιδιά
χρόνια θα απολαύσουν, στη συμμαχία των Μυκηνών
τα δώρα της ειρήνης

Χρυσαφικά και λάφυρα! Να τούτα δώ!
Τα μόνα που εσώθηκαν απ’ την εκδίκηση του Ποσειδώνα
τα δώρα των Φαιάκων, του βασιλιά Αλκίνοου, όλα δικά τους!
Μα δώρο μεγαλύτερο η δόξα της Ιθάκης
που μέχρι σήμερα δε γνώριζε κανείς
μα τώρα ως τα πέρατα και γενεές μπροστά
αιώνες θα γνωρίζουν
γιατί ο δικός της βασιλιάς, την Τροία την επτάκλειδη
μονάχα αυτός κατόρθωσε με πονηριά να ξεκλειδώσει
την όρεξη του αδηφάγου Σκάμαντρου, μια και καλή να κόψει
και τέλος σε φονικό ανώφελο, μονάχα αυτός εμπόρεσε να δώσει

Και τα παιδιά τους περισσότερο παιδιά μου
πρώτος τα έκλαιγα, πρώτος εσπάραζα καθώς
στο αντρειωμένο στήθος τους, υπόκωφα χτυπούσε η πληγή
το κύμα τους κατάπινε ή πέφταν έκπληκτοι σ' αδίστακτα σαγόνια
-τι πιο βαριά κατάρα, μετά από τέτοιο δέσιμο
τους ακριβούς συντρόφους σου να χάνεις
μετά από τόσα που είδες μαζί τους πρωινά
ρημάδι να γυρνάς και έρμος στην πατρίδα
μνήμες χωρίς αναπαμό, γι' αυτό τρελός τις νύχτες
λουσμένος στον ιδρώτα μου, τους κράζω
γιατί είναι άδεια η καρδιά
κι ασήκωτη στους ώμους μου η δόξα-
παρηγοριά μου μόνη πως ζούνε μέσα μου
αφού καθώς εσβήναν, το τελευταίο βλέμμα το θολό
σε μένα τον ανήμπορο οι δύστυχοι χαρίζαν
γι' αυτό, ήλιοι στο αίμα και τα μάτια μου
λαμπρές οι σύντροφοι κολώνες
στο έπος και στη θύμηση
στη δόξα της Ιθάκης...




Οκτώβρης 2011

Sunday, September 4, 2011

Χάρτινα όστρακα



-η ποίηση δε σε βοηθάει να βρεις
αλλά να χάσεις
την αθωότητά σου-


Χάρτινα όστρακα ορισμένα ποιήματα
αιωρούμενα
ιλιγγιωδώς ταξιδεύουν
στη νυχτιά και το χάος

μέσα τους εγκλωβισμένοι ένοικοι
-παραστρατημένοι της δράσης-
χρόνια χαζεύουν την εσωτερική διακόσμηση
ικανοποιημένοι κι αυτάρκεις
από παράθυρα ψεύτικα
και ψευδαισθήσεις
με μαεστρία ζωγραφισμένες
σε κουρτίνες και τοίχους

Έτσι αρμόζει σε κάποιους
κρατώντας κάλπικα για την Εδέμ εισιτήρια
να ταξιδεύουν ανώδυνα
στης μαύρης αλήθειας τα στιλπνά ξυράφια
που αφελείς κι αθώους
να κόψουν περιμένουν




-Τα σκοτεινά ποιήματα-

Friday, August 19, 2011

η λίμνη


Πώς εγκλωβίστηκες
στον βυθό αυτής της παράξενης λίμνης
ο πάγος ήρθε απρόσκλητος από ψηλά
και φίλησε τα πάντα μέχρι τα έγκατα

εκεί που όλα μύριζαν ζωή
δεν είδες τις παράξενες γύρω σου χαραγματιές
σε κύκλωσαν αργά λευκοί κεραυνοί
μικροί και αθόρυβοι -σχεδόν ύπουλοι-
τόσο που δεν άκουσες τους τριγμούς
τόσο που δεν ένιωσες τη θερμοκρασία να πέφτει
μέχρι που έπηξε γύρω σου το νερό
κι ακίνητος έμεινες σ' αυτήν τη θέση
ολόγυμνος στον βυθό με το καμάκι στο χέρι
έτοιμος να χτυπήσεις τον στόχο
που λάμπει εμπρός σου, ολόχρυσο ψάρι

-σαν κάτι όνειρα παλιά
 που θες όσο τίποτα να τρέξεις
μα τα μέλη αρνούνται
ενώ η καρδιά πάλλεται μέσα σου
ζεστή και κόκκινη
και το ατρόμητο ψάρι εκεί!...
ολόχρυσο, στραφταλιστό
την καμακιά, το τελειωτικό χτύπημα
κοροϊδεύοντας περιμένει-

Θολό το τοπίο, γύρω σκιές και τα φύκια
που έχουν πάψει κι αυτά να σαλεύουν
τα πεταμένα από χρόνια σκουπίδια -μπουκάλια
προφυλακτικά και σκουριασμένοι τενεκέδες-
κι αυτό το κρεβάτι που έχει πέσει κάπως λοξά
στην άκρη, της υδάτινης χαράδρας
και πάνω του ένα τρομαγμένο αγόρι
-ακίνητο κι αυτό, σαν κάκτος-
με μάτια κόκκινα, φλογισμένα
κρατώντας το χέρι μιας θεάς αγαπημένης
βλέπει να ροδίζει ντροπαλά η υποκρισία
κάτω από τη διάφανη
τους δέρματός της μεμβράνη...

Κι ο ήλιος ψηλά, πολύ ψηλά
ένα κίτρινο πυρακτωμένο σίδερο, θολό κι αυτό
σαν πεθαμένη ελπίδα



Αυγουστος 2011

Saturday, July 30, 2011

Μαύρο ρόδο



εικονική αυτοψία

Στα σκαλοπάτια ευρέθη.
Χέρια ανοιχτά και απλωμένα
μαλλιά να ρέουν στα σκαλιά, ολόξανθο ποτάμι
λαιμός, μάλλον εξαρθρωμένος
τα μάτια γυάλινα, προϋπαντούν βουβούς
και ήρεμους αγγέλους.
Ως σύνολο, απέριττη
ρόδο μαύρο πεταμένο, εις την ακμή του επάνω
στον έντονο χρωματισμό, την πιο καλή του ώρα
η γόβα -το μόνο σκόρπιο πέταλο- 
παράμερα ριγμένη


Η γιορτή

Ω μαύρο ρόδο! Ωραίοι σε επόθησαν
και τυχεροί σε κράτησαν στα χέρια
μα πάνω που άναβε η γιορτή
με άγνωστη έφυγες κυρία
(μνηστήρες απογοητεύοντας πολλούς 
μικρή όμως ανησυχία 
άλλες θα είχαν νύχτες 
και άλλη ευκαιρία)
σας είδαν στην εξώπορτα 
πόθου φιλιά να δίνετε
νύχτα κινώντας άνομη, λαθραία
νύχτα μοιραία!


Το έγκλημα


Ω μαύρο ρόδο! Η μοναξιά σε ζήλεψε
σε πήρε απ' τη γιορτή, αυτή ήταν η κυρία!
Αδίστακτα εχλεύασε ανδρών επίδοξων την προσμονή
και καρτερία, η άσπλαχνη σε γέμισε αηδία
σε πλάνεψε η άτεγκτη με χάδι ακραίο
μα πριν ακόμη έρθει η αυγή
κι αφού ηδονικά σε μύρισε για μια στιγμή
στα σκαλοπάτια σ' έριξε
ρόδο νεκρό κι ωραίο...



-Μελέτη πάνω σε μια φωτογραφία, Αύγουστος 2011-

Friday, July 15, 2011

Λέαινα


Αγέρωχη και μελαγχολική
πανέμορφη, η λέαινά μου
μια καστανόξανθη απειλή.
Aιθέρια στο μαύρο φόρεμα
κι απόκοσμη -σα ξάφνου να ξεπήδησε
στης πόλης το φανάρι
μεσ' από ποίημα του Μπωντλαίρ-
κισσοί στα πόδια τα χυτά
υπέροχα σανδάλια

.............................

Στητή, ελαφροπάτητη στις φυλλωσιές
και ευωδιές της νύχτας, 
καραδοκεί ηδύπαθη 
και απειλεί -με πόθου στεναγμούς
με μυστικά, με χάδια και αναπαμούς
και μια πλεξούδα όνειρο
που ανέμελα πλέκει στα μαλλιά-
μια για πάντα την καρδιά μου
να σπαράξει η λέαινά μου
απειλεί...



2011

Friday, September 24, 2010

Ο φόβος του μαιτρ




-Φρύδια θυσανωτά και βλέμμα μαύρο
μορφή σκαμμένη απ’ τον καιρό κι από τη σκέψη
κορμί γυρτό, δοσμένο στα χαρτιά και το λυχνάρι
βαρύ το στήθος στη νυχτιά, παιάνες
τραγούδια ανατολίτικα, φωτιά και γύφτοι
σμίλη η πένα, δωδεκάλογους λαξεύει...-

 Ο Παλαμάς στο εργαστήρι του σφυρηλατεί
σε μάρμαρο Πεντελικό, τη νέα Ελλάδα!
Τέχνη στιλπνή, λεπτομερής, δίχως ψεγάδι
στο θρόνο τον ανέβασε –δικαίως- του Παρνασσού
νάνοι εμπρός του οι Δροσίνηδες
δε τον αμφισβητούν, ούτε τόνε τρομάζουν...

Μα τελευταία
κάτι γραπτά λειψά από την Αλεξάνδρεια
που φτάνουνε ανάρια στην Αθήνα
-Έλληνος ποιητού και καθώς λένε αμφιβόλου ηθικής-
σφόδρα τον μαιτρ, έχουν ανησυχήσει…

-πώς γίνεται σε ύφος απροσάρμοστο
απλό και καταφρονεμένο
μια άλλη ποίηση
πρωτόφαντη και απειλητική
τόσο μεγαλόπρεπα να πνέει;

-πώς ένας άγνωστος -και αμφιβόλου ηθικής-
με σιγουριά και χαλαρότητα, κρυμμένη ειρωνεία
την τέχνη την Παλαμική, τολμά ν΄αμφισβητήσει;


2010

Sunday, August 3, 2008

Νέοι Αττικισταί



Τσιμπούρια καθαρόαιμα
αγκιστρωμένα
στης τέχνης το ρακένδυτο σώμα
υμνολογούν ακριβούς τεθνεώτας
και ακινδύνους ζωντανούς
-έργου φριχτού ασπίδα
γυαλιστερή υποκρισία-

Σαλτιμπάγκων συντροφία
-αγνοημένη απ’ του Απόλλωνος την ευλογία-
σε λογυδρίων αίθουσες
και μπαρ νυχτερινά ναρκισσεύεται
επί παντός επιστητού
-perie καταναλώνοντας χαλαρά
γιατί πέφτει στο στομάχι τους βαριά
του κόσμου τούτου, η μεγάλη αδικία-

Εύχανδρα παίζοντας ηδονικά
-Ναυπλίου ενθυμήματα-
κατά του Καίσαρος βοούν
εν πλήρη συμφωνία
-κι εξοβελίζουν νεαρά
που τόλμησε πόνημα στο νετ
με λάθη στην ορθογραφία!-

Αυλή κολάκων δύσμοιρη
και γλειφοκραταιούσα!
Αυτοθαυμάζονται οι νέοι Πλάτωνες
τάχα πως είναι οι κλειδοκράτορες!
-τα πoυλιά του Απόλλωνος μακριά
αλλού τραγουδούνε-



(2008)

Monday, July 28, 2008

Λιποταξία



Το δόρυ μου, στη Τιθορέα πούλησα
για μια μπουκιά ψωμί -καθώς τρεις μέρες \
νηστικός, πούχα λιποτακτήσει-

Τον θώρακα που βάραινε, απ’ όλα
πιο πολύ, τον άλλαξα στη Λιβαδειά
με μια μποτίλια κόκκινο κρασί
-που τόσο βαθιά ο καψερός
είχα επιθυμήσει-

Στην Ογχηστό
κι από κνημίδες «ελαφρύνθειν»
-να κοιμηθώ σαν άνθρωπος
πρώτη φορά σε στρώμα-

Στη Θήβα άφησα, θηκάρι και σπαθί
-οκτώ χρονάκια φίλοι μου
πολλά χωρίς γυναίκα-

Τώρα τις ιστορίες μου
-στων Αθηνών τα καπηλειά
και στα χαμαιτυπεία-
βάνοντας σάλτσες τις πουλώ
για τούτο το παλιόκρασο
και κρύα αποφάγια

Ο Ξέρξης κι αν δε κόντεψε
στα ίσα να τα πούμε
από μακριά με νίκησε
- και ούτε τη κατάντια μου
ο άτιμος γνωρίζει-



(2008)


Thursday, July 24, 2008

Η εκδήλωση


Ήταν ωραία η εκδήλωση ΄΄περί πολιτισμού΄΄
απολαυστικός ο εισηγητής, καθώς ορθός
σοφά περιπατούσε, με χειρονομίες ελεγχόμενες
και ήρεμες...  ΄΄Δεδομένος ο πολιτισμός!
Και τα κατακτημένα δικαιώματα, αναφαίρετα!΄΄
Φυσαλίδες ανέβαιναν τα λόγια του
το αμφιθέατρο, για τα καλά υπνωτίζοντας...

θα πρέπει υποψιασμένος να ήταν ή συνεννοημένος
με την αγέλη των μεγάλων λευκών καρχαριών
ήσυχα στην αίθουσα εισέβαλαν
με μάτια σκοτεινά σα την άβυσσο
κύκλοι που τον δισταγμό δε γνωρίζουν. πάνω
απ’ τα κεφάλια, του αδηφάγου για ιδέες κοινού...
΄΄Αιώνες απ’ τη βαρβαρότητα, ο άνθρωπος απέχει!΄΄

παρατεταμένο στο τέλος, το χειροκρότημα των επιζώντων
-κανένας δεν επρόσεξε, του διπλανού την απουσία
αναταράζονταν μόνο ψηλά, τ’ απομεινάρια της λείας
από τις ιαχές κι επευφημίες του σπουδαίου λόγου-



2003

Monday, May 26, 2008

Ο Κολοσσός




Δώδεκα χρόνια μάτωναν οι Ρόδιοι, το θαυμαστό το τάμα
στον Ήλιο να εκπληρώσουν. Σκλάβοι τσακίστηκαν από ψηλά
στοιβάζοντας στα σπλάχνα του, σίδερα και πέτρες
μέχρι κι ο γλύπτης Χάρης, ευθύνη τέτοια μη βαστώντας
-πόσα να δώσουν και τα παρατημένα όπλα του δόλιου Δημητρίου-
τρελάθηκε μια νύχτα και τη ζωή του έκοψε μ΄ ακονισμένη λάμα
λογαριασμούς λερώνοντας και σχέδια.
Συνέχισε ο Λάχης, που τέλος τα κατάφερε...

Ακτινωτό διάδημα στην κεφαλή, θεόρατο τόσο πούκοβε την ανάσα
Θάμπος! Δέρμα από μπρούτζο, αστραφτερό στον ήλιο, ολόγυμνο
με τόνα χέρι σκίαζε το φως, με τ΄ άλλο τον χιτώνα του κρατούσε
σα μόλις να σηκώθηκε από ερωμένης κλίνη...
επίσημα παρέδωσαν οι Ρόδιοι, το τάμα στον Θεό
και ναύλωσαν περήφανοι τριήρεις
στα πέρατα να πάνε το φοβερό μαντάτο...
''Θαύματα κάνουν μονάχα οι Θεοί κι οι Ρόδιοι!''

Σεισμός, χτύπησε και σώριασε το άγαλμα, που έγινε κομμάτια
και το μαντείο... ''μην κίνει τα κείμενα''
χρόνια αργότερα, εννιακόσιες καμήλες επιδρομέων
αράβων, πουλούσαν στη Συρία τα χίλια κομμάτια του
για σκεύη και όπλα



2005

Thursday, March 6, 2008

Θήβα 2002 μ. Χ.



Θήβα, δέντρο φυλλοβόλο, ριζωμένο
σε αίγλης αρχαίας το αόρατο μούλιασμα
κάτω απ’ την άσφαλτο μια πήχη
η επτάπυλος κοιμάται μεγάλη μητέρα
-σταλαγματιές μέρες χρυσές, γλυκό νανούρισμα
στολισμένη, περήφανη
λάρνακες, χαμένοι θησαυροί και πήλινα
και των οστών το σιγαλό μουρμούρισμα-

Και συ μονάκριβη κόρη, στα χέρια ευχής
της νεκρής ανεμίζεις, σημαία ζωής
με δρόμους, αυτοκίνητα και τέντες
με τζιν και δίκοπους σταθμούς, με μπαρ
στρατόπεδα κι ανέμελα σχολεία
αλλοιωμένη, δίχως πρόσωπο
από τη κίτρινη που σωρεύεται σκόνη
κι από των ζωντανών την αμνησία

Και συ πικρή γεροντοκόρη, που γάμο λαμπρό
μόνο ονειρεύτηκε, ποτέ δεν είδε
και το αγκάλιασμα της δόξας
τώρα τη μάνα σου φοβάσαι να θυμάσαι
και νύχτα σκάβεις για να χτίσεις, μη δεις
το φως της και μην ακούσεις
ψιθύρους ενός Επαμεινώνδα που επιμένει
στην ίδρυση μιας φάλαγγας ξανά…λοξής!

Γέρο εσύ μαρμάρινε -θροΐζουν αδιάκοπα
τριγύρω σου, με έγνοιες οι διαβάτες-
τι βλέπουν τ’ άσπρα μάτια σου στην ερημιά
στην έκσταση της λήθης; Του δέντρου
ετούτου τα χρυσά, αποδημητικά  πουλιά
θα ξαναρθούν; Θ’ απλώσουνε στα πέρατα
ποτέ μαντατοφόροι, την είδηση ανάστασης
ξανά της επταπύλου;



(2002)

Wednesday, January 16, 2008

Μινώταυρος


Ο Θησέας στον σκοτεινό λαβύρινθο
βρήκε τον Μινώταυρο μα δε τον σκότωσε
αντίθετα, ο γιος του Αιγαία έπεσε απ΄ το τέρας
που ακολουθώντας το κουβάρι
έξω στο κόσμο βγήκε με του Θησέα τη μορφή...

Από τότε στον άδειο θρόνο, κάθεται ο Μινώταυρος
κι όψεις αλλάζοντας, τη δόλια Αθήνα κυβερνά
τη μέρα, φορώντας το στέμμα και τα μπιχλιμπίδια του
για έργα, νόμους, για πρόοδο μιλά
και το καλό των πολιτών
μα σαν η νύχτα πέσει, τον πνίγει η μάσκα
παλιές συνήθειες τον τραβούν
την πρωινή αμφίεση με ανακούφιση πετά
και ως δικαιούχος νόμιμος
τις μίζες του ηδονικά μετρά




(1997)

Saturday, September 15, 2007

Κριτική στο... Άξιον εστί


-Φοβάμαι τους ύμνους πια
κι ας έχω μέσα μου βαθιά
ποτάμια αναίμακτα τραγούδια-


Πώς να ρεμβάσω φανταστικές εποχές
πώς ν’ αποστρέψω απ’ τον κόσμο τα μάτια
τις νύχτες,
λυπημένα τη πόρτα χτυπάν οι αλήθειες
κι αγκάθια σε στίχους ανθίζουν τις νύχτες
δε τραγουδώ...


-Κάποτε, όταν οι βελουδένιοι 
αποκαρδίωναν με τεχνάσματα τους γενναίους
οι ζωντανές μεραρχίες του ήλιου
ανέμεναν πεισματικά παραταγμένες
ν’ αποδώσουν τιμές
με χρωμάτων χειροκροτήματα
με ασπασμούς πανδαισίας
τις πύλες ν’ ανοίξουν σε κάθε γενναίο

Μα τώρα να πάνε πού...
μιάσματα στις μεραρχίες και αταξία
σε συμπληγάδες μαρτυρούν οι γενναίοι
χρόνια λαθεύοντας
η κραυγή των σοφών πως είναι σιγή
γι’ αυτό γεράσαν και δε μίλησαν ακόμη-


Δε τραγουδώ
όταν πα να τραγουδήσω
στο στόμα μου μπερδεύεται
ένας ψόφιος αχινός
και πώς αλλιώς
που αντικρίζω ο άτυχος
σαρκοφάγα μοσχάρια
στο σώμα του καλοκαιριού
έναν κακό Μπωντλαίρ
ύπουλη η τρελή ροδιά
στο καρποφόρο γέλιο της
αόρατο σέρνεται
ένα σκουλήκι που μας ορέγεται
ποιος ξέρει τι κώνεια κουβαλά ο Μαΐστρος
και ο Λεβάντες

-Δεν ήταν ύμνος αυτός
ήτανε θρήνος
επιτάφιο σάλπισμα
ομορφιάς προγραμμένης


(1996)