Translate

Tuesday, May 5, 2026

Το πταίσμα

 


Ars Poetica
making of για το ποίημα ''Ερμότιμος''

i
Την κράτησε γιατί έδενε με την ''ασπίδα''
όμως στα μέρη του Πριάμου
η ιστορία αγνοεί το όνομα ''Ατθίδα''.
Κόρη του Κραναού, συνδέεται 
μονάχα με την Αττική. Κι ήταν 
στο ποίημα μέσα για τους Τρώες
παράταιρη, θολή. Σαν ξένη... 

Ελάχιστοι βέβαια στο φάλτσο
ετούτο, θα δίναν προσοχή.
Ο ίδιος όλα τα ήξερε.
Μα πού να βρει άλλη Τρωάδα
με την ''ασπίδα'' να ριμάρει;
Χρυσηβρισηίδες, τις απέρριψε. 
Χιλιακουσμένες! Τις είχαν βαρεθεί!
Ατθίδα λοιπόν και όπου βγεί!


ii
Όμως σιγά σιγά αυτή η ανοχή
(ή μήπως ήταν ενοχή;)
άρχισε να τον χτυπά, σα να μπήκε 
στο παπούτσι του χαλίκι ή καρφί.
Γι' αυτό περίμενε. Δεν άφηνε το ποίημα 
ακόμη, απ' το συρτάρι του να βγει
(έδειξε σύνεση).
 
Ώσπου μια μέρα.... ''Δαρδανίδα''
του ήρθε σαν αναλαμπή! 
Πάει καλά. Μα μήπως ξέφευγε 
ο ρυθμός κι η μουσική; 
(γιατί απ' την Ατθίδα είχε
μία παραπάνω συλλαβή).

Την ιστορία θέλοντας πια να σεβαστεί
την κράτησε. Θυσίασε βέβαια ένα ''τη''
για να μη χάσει τη ροή τη λυγμική. 
Ένα κομμένο άρθρο 
-μέσα σε τόση συνοχή-
αναπηρία ανώδυνη. Υποφερτή.
Δεν ήταν σαν εκείνο το καρφί. 

Καιρός λοιπόν το ποίηματο φως να δει.
Για ένα πταίσμα τόσο δα μικρό...
μη χάσουμε και τον χρησμό!


7/5/26

Tuesday, December 14, 2021

Ερμότιμος

 



- ...πως πρόσθεν Αιθαλίδης, ητ΄ Εύφορβος, είτα Ερμότιμος
είτα Πύρρος γένοιτο. Επειδή δε Πύρρος απέθανε
γενέσθαι Πυθαγόραν και πάντων των ειρημένων μεμνήσθαι. -

Διογένης Λαέρτιος


Ταράχτηκε ο Ερμότιμος
μες στο ναό του Απόλλωνος 
στην όμορφη Βραγχίδα...
ανάμεσα στα τόσα αναθήματα
συγκινημένος κοίταζε, μίαν παλιάν ασπίδα
(σάπιο σχεδόν το ξύλο της
μόνο μιαν ελεφάντινη ξεχώριζε μορφή
και κάτι γράμματα αχνά
με διάφορη, στην άκρη της γραφή:
Τω Απόλλωνι... Μενέλαος)

Μα ήταν δική του! (κι ας έγραφε)
Την είχε αιώνες πριν ως... Εύφορβος
της Τροίας... Θυμήθηκε το πρωινό
που την παρέλαβε γυαλιστερή
θυμήθηκε τις μάχες, την ελπίδα
μα και του Μενελάου το σπαθί
που τούκοψε ξάφνου τη ζωή...

Θυμήθηκε τις μέρες τις παλιές
και τις καλές (πριν να φανούν οι Αχαιοί)
τις ευωδιές του Σκάμανδρου
τους φίλους, Δαρδανίδα...
και έκλαψε ο Ερμότιμος 
πάνω απ' την ασπίδα
γι' αυτά που χάθηκαν
για τη φθορά των ζωντανών 
παίγνιων χρόνου και θεών... 

Αυτά ο Ερμότιμος...
Που κι Αιθαλίδης ήταν 
και θα γινόταν Πύρρος 
(ένας ψαράς στη Δήλο)
κι αργότερα, ως Πυθαγόρας 
την ανθρωπότητα θα θάμπωνε.
Μα με το δώρο... (ή την κατάρα;) 
του Ερμή
να ενθυμείται κάθε του ζωή
δεν ήξερε πού πήγαινε 
και προπαντός ποιος ήταν...



14/12/2021

Tuesday, April 25, 2017

Το δάσος από ποιήματα



Περπατώντας σ' αυτό το δάσος, θα δεις ποιήματα
επιβλητικά, στιβαρά που από μακριά ξεχωρίζουν σαν γίγαντες
οι άνθρωποι τα κοιτάζουν με δέος και θαυμασμό
τα μελετούν, τα ζωγραφίζουν, περνούν μέρες και χρόνια στον ίσκιο τους...

Θα δεις ποιήματα καταδεχτικά -στο ύψος ακριβώς του ανθρώπου-
όμορφα και πολύχρωμα που τραβούν αμέσως την προσοχή
οι άνθρωποι τρέχουν κοντά, τσιμπολογούν τους καρπούς
τα αγκαλιάζουν, φωτογραφίζονται δίπλα τους
όπως φωτογραφίζεται κανείς
στην κερασιά του σπιτιού του

Και ποιήματα γήινα θα δεις, χαμηλά... ξέρουν καλά τι είναι
δεν έχουν αυταπάτες μα συνεχίζουν να επιβιώνουν θροϊζοντας
σα μικροί, ταπεινοί θάμνοι... οι άνθρωποι όμως τα αγαπούν
σκύβουν, τραβούν έναν στίχο και τον μυρίζουν
όπως μυρίζει κανείς ένα κλαδάκι από δυόσμο ή θυμάρι
έπειτα τον βάζουν στο αυτί ή κάτω από το μαξιλάρι
να προσελκύσουν τις μέλισσες...

Θα δεις ποιήματα αγέννητα ακόμη, να περιφέρονται σαν αερικά
νεράιδες που χορεύουν στις πηγές και τις βρύσες
μαγνητίζουν σαν οπτασίες μα σε κρατούν σε απόσταση
σε αφήνουν από μακριά να τα δεις, στα καλάμια κρυμμένος
δεν μπορείς να κλέψεις τα μυστικά τους, είναι αέρας
ποτέ δεν ξέρεις αν λένε ψέματα ή αλήθεια
και μόλις κάνεις να πλησιάσεις εξαφανίζονται
σα να μην ήταν ποτέ -όπως συμβαίνει πάντα
με τις υποψίες-

Ποιήματα υπόγεια θα δεις, σα μανιτάρια
κάτω από νωπές πευκοβελόνες... 
στη μούχλα σάπιων φύλλων, πλέκονται λέξεις μαγικές
σπάνιες τρούφες ακριβές, μυστήριο κι αρώματα γεμάτες
για πνεύματα απαιτητικά, εκλεπτυσμένα...

Αναρριχώμενα ποιήματα, στριφογυριστά 
δεν έχουν ρίζες, απ' τους χυμούς των άλλων τρέφονται
καθώς επάνω σκαρφαλώνουν -μα είναι ακίνδυνα
χωρίς πολλά να απαιτούν, παρά μονάχα λίγη θαλπωρή
και λίγη δόξα δανεική-

Ποιήματα ασπροκίτρινα, εωθινά, αδέξια
χαρά γεμάτα και δροσιά, σαν μαργαρίτες
όλα μαζί στο ξέφωτο
το ένα να παίρνει από το άλλο κουράγιο
θέλουν να ζήσουν παντοτινά, μα λίγη τελικά η ζωή τους
έχουν προλάβει όμως να τη δοξάσουν υπέροχα
όπως τόσο ωραία δοξάζουν 
τη μοναδική τους ημέρα οι πεταλούδες...

Τόση ομορφιά και Νέμεση
μα οίκτος καθόλου σ' αυτό το δάσος
(τις νύχτες βγαίνουν παγανιά
εμπρηστές και ξυλοκόποι...)





Sunday, June 22, 2014

το άλλοθι



Κι αν είμαι διστακτικός στις μεγάλες ιδέες
είναι γιατί στη φωλιά μου τριγύρω
ζέχνουν απομεινάρια πρόσφατων φόνων
(και δε βλέπω κανέναν προφανή λόγο
να μου εμπιστευτεί κανείς έναν παράδεισο)
Είναι που έρχεστε και σεις κάθε νυχτιά
καρτέρι να στήσετε
σε ανθρώπους και πλάσματα...

Προτού για τα καλά ξημερώσει
κρατώντας στους ώμους λαγούς
ανθρώπινα κομμένα κεφάλια
επιστρέφετε χαρούμενοι
από την ήττα τόσων πλασμάτων
πέφτετε θριαμβευτές στα κρεβάτια σας
χωρίς τίποτα να θυμάστε το πρωί
(κι ας βρίσκετε μέσα στις τσέπες σας
δάχτυλα κομμένα με αστραφτερά δαχτυλίδια
επιδόματα που δε σας ανήκουν
και στα ψυγεία σας μέσα
κεφάλια, γδαρμένες νυφίτσες
σακκούλες με διαμελισμένα έμβρυα...)

Λοιπόν, με λήθη πλένεστε
στους νεροχύτες το πρωί
ενδύεστε ξανά με υποκρισία
και πάτε να χτίσετε το άλλοθι
να διδάξετε ηθική
και καλοσύνη να διδάξετε
αφρίζοντας κατά του ρατσισμού
υπέρ δικαιωμάτων...
(μπορεί να γράφετε και ποίηση
ηχηροί ανθρωπιστές
οχληροί  δικαιοφόροι!)



2014

Wednesday, January 16, 2008

Μινώταυρος




Ο Θησέας στον σκοτεινό λαβύρινθο
βρήκε τον Μινώταυρο μα δε τον σκότωσε
αντίθετα, ο γιος του Αιγαία έπεσε απ΄ το τέρας
που ακολουθώντας το κουβάρι
έξω στο κόσμο βγήκε με του Θησέα τη μορφή...

Από τότε, στον άδειο θρόνο κάθεται ο Μινώταυρος 
κι όψεις αλλάζοντας, τη δόλια Αθήνα κυβερνά...
Τη μέρα -φορώντας το στέμμα και τα μπιχλιμπίδια του-
για έργα, νόμους, για πρόοδο μιλά
και το καλό των πολιτών...
Μα σαν η νύχτα πέσει, τον πνίγει η μάσκα
παλιές συνήθειες τον τραβούν...
Την πρωινή αμφίεση με ανακούφιση πετά
(ως δικαιούχος νόμιμος
τις μίζες του ηδονικά μετρά)
κι αίμα μυρίζει πάλι νέων
που ανύποπτοι κοιμούνται στα στενά...



(1997)