Μη νομίζεις πως αγάπησε
κεραυνοβόλα ο εις
του αλλουνού τo έργo.
Τρίχες!
Ο Ξ έναν πρέσβη ήθελε
να ξανοιχτούν τα έργα του
στην Κάτω Πόλη.
Κι ο άλλος
μια κερκόπορτα,
ν’ αλώσει τον Π
και τα ενταύθα.
δεν είχα μάτια να δω τα κοντινά/ παρ' αποσύρθηκα με τη ματιά του αθάνατου/ στ' ανθρώπινο μελίσσι/ να δώσω αλήθεια κι ομορφιά (Habui oculis videre propinquo Secessit etiam per oculos immortalis Alveus umano Dare veri pulchritudinem)
Μη νομίζεις πως αγάπησε
κεραυνοβόλα ο εις
του αλλουνού τo έργo.
Τρίχες!
Ο Ξ έναν πρέσβη ήθελε
να ξανοιχτούν τα έργα του
στην Κάτω Πόλη.
Κι ο άλλος
μια κερκόπορτα,
ν’ αλώσει τον Π
και τα ενταύθα.
Εἰμὶ θάλος πολυπενθές,
ὑπ᾽ ἀνδρῶν βλαστὸς ἀρίστων,
οἵτινες ἀντ᾽ ἀρετῆς ἔργων
ὀδυνήρᾳς συμφορὰς ἔπαθον.
τὸν γὰρ πάππον ἑλὼν
ἀνηλεῶς ἐφόνευσεν ὁ τύραννος,
οὐ βίᾳ ἀλλὰ δόλῳ,
φαρμάκοις λυγραῖς χρώμενος·
τὸν δὲ γεννήτορα,
τὸν ἐν πολέμοις ἀδάμαστον,
ἐχθροὶ ἀπὸ πύργου
μεγάλου κρημνίσαντες ἀπέκτειναν.
μήτηρ δ᾽ ἐπὶ Παρνασσοῦ,
ἐν σπήεσσι με ἔτεκεν,
ἔνθαδε δωδεκαετῆ
κλαῦσεν ἀποφθιμένον.
και η μετάφραση:
Είμαι ένα πολύ θλιμμένο βλαστάρι, απόγονος αρίστων ανδρών, οι οποίοι εξαιτίας της αρετής τους υπέφεραν βαριά δεινά. Τον παππού μου ο τύραννος, αφού τον συνέλαβε, τον σκότωσε ανελέητα, όχι με τη βία αλλά με δόλο, δίνοντάς του φαρμάκι ολέθριο. Τον πατέρα μου, τον ακατάβλητο στους πολέμους, εχθροί τον γκρέμισαν από ψηλό πύργο. Η μητέρα μου με γέννησε σε σπηλιές του Παρνασσού, και εδώ θρήνησε εμένα, που πέθανα σε ηλικία δώδεκα ετών.