Translate

Saturday, March 7, 2026

Το έκτο

 


Το έκτο!

(διήγημα)

 

   Όλοι στο χωριό θυμούνται εκείνη την ημέρα του Ιούνη, που ο Κώστας ο Σιάπας ανακάλυψε κάτι συγκλονιστικό. Δεν ήταν πολύς καιρός που είχε βγει στη σύνταξη και απολάμβανε το πρώτο του ελεύθερο καλοκαίρι, μετά από μια δύσκολη ζωή γεμάτη δουλειά και απίστευτη κούραση. Ούτε ο ίδιος φανταζόταν λοιπόν όταν ξύπνησε εκείνο το χάραμα, πως η μέρα που ξημέρωνε θα ήταν τόσο διαφορετική για τον ίδιο και θα του επιφύλασσε μια τεράστια όσο και παράξενη έκπληξη…

   Είχε ξυπνήσει με μια όμορφη διάθεση, είχε πιει τον καφέ του κάτω από την κληματαριά παρατηρώντας τα χελιδόνια που πετούσαν τριγύρω και σαν σηκώθηκε λίγο ο ήλιος, άρχισε να ποτίζει τα λουλούδια του κήπου. Ο ουρανός ήταν καταγάλανος, η μέρα προμηνυόταν ζεστή και κείνος είχε τόσο καλή διάθεση, που έκανε ξαφνικά το αδιανόητο. Έκοψε ένα ολοκόκκινο τριαντάφυλλο, μπήκε στο σπίτι, στάθηκε μπροστά στη γυναίκα του και της το πρόσφερε! Η κυρά Μαρία είχε αποτελειώσει τον καφέ της στην κουζίνα και σκεφτόταν να αρχίσει τις ετοιμασίες για το φαγητό της ημέρας. Τον είδε ξαφνικά μπροστά της, χαμογελαστό με απλωμένο το χέρι να της τείνει το τριαντάφυλλο. Απόμεινε να τον κοιτάζει σα να έβλεπε φάντασμα. Τάχασε. Πάνω από σαράντα χρόνια παντρεμένοι, ποτέ στην κοινή τους ζωή, ο άντρας της είχε κάνει κάτι τέτοιο. Τι τον έπιασε; Αφού πέρασε η πρώτη έκπληξη, η κυρά Μαρία κοκκίνισε. Και όταν κατάλαβε ότι κοκκίνισε, θύμωσε. Για να κρύψει την έκπληξη και τον θυμό της μάλιστα, αντέδρασε σπασμωδικά. Μουρμούρισε κάτι μέσα από τα δόντια της, πήρε το τριαντάφυλλο και το πέταξε επιδεικτικά πάνω στο τραπέζι. Μετά του γύρισε την πλάτη και έσκυψε στον νεροχύτη. Καθόλου δεν πτόησε όμως τον κυρ Κώστα η άρνησή της συζύγου του να δεχθεί το τριαντάφυλλο. Χωρίς να χάσει το κέφι και το χαμόγελό του, έκανε μεταβολή, βγήκε από το σπίτι και συνέχισε το πότισμα των λουλουδιών. Η ζωή τελικά ήταν υπέροχη!

   Κατά τις δέκα, μιας και η μέρα είχε αρχίσει να ζεσταίνει για τα καλά, θέλησε να πλύνει τα πόδια του. Πήγε στη βρύση, έβγαλε τα καλοκαιρινά του πέδιλα και άπλωσε το αριστερό πόδι στην πέτρινη γούρνα που ήταν τοποθετημένη εκεί προ αμνημονεύτων ετών. Απολάμβανε την επαφή του ποδιού με το νερό μα περισσότερο απολάμβανε τη σκέψη πως είχε μπροστά του όχι μόνο ένα ελεύθερο καλοκαίρι μα κι ένα ελεύθερο φθινόπωρο. Και χειμώνα. Και άνοιξη. Και άλλο καλοκαίρι. Ελεύθερα όλα! Μια ολόκληρη ζωή! Είχε μπροστά του επιτέλους όσα χρόνια του απόμεναν, να τα κάνει ό, τι θέλει! Τέρμα τα πρωινά ξυπνήματα στο κρύο και τ΄ ανεμοβρόχι, τέρμα τα χαλινά και ο κάματος! Πώς να μην είναι όμορφη πια η ζωή; Πώς να μην είναι χαρούμενος ο ίδιος; Πώς να μη χαρίσει και ένα και δύο και τρία και εκατό τριαντάφυλλα στη γυναίκα του; Μόνο να τον έχει καλά ο Θεός. Να παραμείνει γερός και δυνατός, για ν΄ απολαύσει όσο περισσότερο μπορεί, αυτήν την παραδείσια προοπτική.

   Με τέτοια θαυμάσια διάθεση και ενώ έπαιζε ακόμη με το νερό ηδονιζόμενος από τη δροσιά του, άρχισε έτσι χωρίς λόγο να μετράει τα δάχτυλα του ποδιού του…

-Ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε… έξι!

   Έξι; Μπα, κάποιο λάθος θάκανε. Πάλι απ΄ την αρχή…

-Ένα, δύο τρία, τέσσερα, πέντε… έξι!

   Δεν είναι δυνατόν! Ο κυρ Κώστας αλαφιάστηκε για τα καλά. Ξανά μέτρημα…

-Ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε, έξι!

   Μα καλά, γιατί έχει έξι δάκτυλα το αριστερό του πόδι; Άλλο και τούτο! Άλλαξε πόδι και άρχισε να μετρά τα δάκτυλα του δεξιού ποδιού…

-Ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε!

   Αυτό μάλιστα! Μα το άλλο; Πώς φύτρωσε στο αριστερό του πόδι ένα παραπανίσιο δάκτυλο; Ο κυρ Κώστας πέρασε ένα ολόκληρο τέταρτο, μετρώντας τα δάκτυλα των ποδιών του. Μα όσο κι αν μετρούσε, όσο κι αν τα συνέκρινε, τα ίδια έβρισκε. Έξι δάκτυλα στο αριστερό, πέντε στο δεξί! Ήταν απίστευτο! Το αριστερό του πόδι είχε έξι δάκτυλα!

 

   Η κυρά Μαρία καθόταν στο τραπέζι της κουζίνας. Είχε αποφασίσει να φτιάξει ντομάτες γεμιστές και είχε τελειώσει μόλις το κούφωμα. Ετοιμαζόταν να τις γεμίσει με ρύζι μα το μυαλό της αλλού έτρεχε. Στην πράξη του άντρα της να της χαρίσει ένα τριαντάφυλλο. Μα τι τον είχε πιάσει ξαφνικά; Μήπως κουζουλάθηκε; Ήταν κάτι ξένο γι΄ αυτόν τέτοιου είδους τρυφεράδα. Άνθρωπος της ουσίας ο κυρ Κώστας και όχι των εντυπώσεων. Πώς του ήρθε ξαφνικά, να της χαρίσει λουλούδι; Όχι ότι δεν ήταν καλός και τρυφερός. Το αντίθετο. Πάντα την πρόσεχε και πάντα την αγαπούσε. Ζούσε γι΄ αυτήν και τα παιδιά τους, η οικογένειά του ήταν η μοναδική του έγνοια. Πέρασαν βέβαια δυσκολίες, μα ποιος δεν περνά; Όλες όμως τις ξεπέρασε η αγάπη τους. Και είχαν φτάσει τώρα στο κατώφλι του γήρατος, να χαίρονται όσα έχτισαν. Όχι πλούτη και τα τοιαύτα. Μα την απλή και γαλήνια ζωή τους. Τόσο πολύτιμη όμως, γιατί ποτέ δεν είναι δεδομένη η απλή και γαλήνια ζωή. Και τούτο το εκτιμούσαν και οι δύο. Όμως πώς του ήρθε ξαφνικά να της χαρίσει τριαντάφυλλο; Κόντευαν τα εβδομήντα και τούτο έμοιαζε παράξενο. Ήταν η ηλικία τους για τέτοια; Κολακεύτηκε βέβαια, όχι ότι δεν κολακεύτηκε. Μα είχε βρεθεί ξαφνικά, σε μια θέση που δεν είχε βρεθεί ποτέ ξανά στη ζωή της. Πιάστηκε εντελώς ανέτοιμη να τη διαχειριστεί και τώρα είχε θυμώσει με τον εαυτό της. Μήπως δεν έκανε καλά που πέταξε τόσο επιδεικτικά πάνω στο τραπέζι, το μοναδικό τριαντάφυλλο που της χάρισε σε όλη του τη ζωή ο άντρας της; Για να απαλύνει λοιπόν αυτήν τη μικρή ενοχή η κυρά Μαρία, πήρε το τριαντάφυλλο που έστεκε παραπεταμένο τόση ώρα σε μια γωνιά του τραπεζιού και το έβαλε σε ένα βάζο που βρισκόταν πάνω στο ψυγείο. Μετά πιο ήσυχη, επέστρεψε στη δουλειά της…

-Δε μου λες, πόσα δάκτυλα είχα εγώ χθες, στο αριστερό μου πόδι;

   Η κυρά Μαρία σήκωσε το κεφάλι από το ταψί που είχε τοποθετήσει στη σειρά τις κουφωμένες ντομάτες. Στο χέρι κρατούσε ένα κουτάλι γεμάτο ρύζι και τριμμένη ντομάτα. Αντίκρισε τον άντρα της ιδρωμένο και ταραγμένο, να στέκεται στην πόρτα. Ήταν ξυπόλητος και κρατούσε τα πέδιλα στο χέρι. Η κυρά Μαρία βρήκε τόσο ανόητη την ερώτηση του άντρα της, που στην αρχή της ήρθε να βάλει τα γέλια. Μετά φοβήθηκε μήπως έκοψε κάποιο δάχτυλο. Μα όχι, μια χαρά φαίνονταν τα πόδια του, ούτε αίματα, ούτε κάτι ανησυχητικό. Τα δάχτυλα, όλα στη θέση τους. Εκείνος όμως έδειχνε πολύ χλωμός. Έμοιαζε με ναυαγό, ίσως με έναν Οδυσσέα που ειχε παλέψει ώρες με τα κύματα και τώρα παρέμενε κουρασμένος και απελπισμένος μπροστά στη Ναυσικά του…

-Τι είναι αυτά που λες χριστιανέ μου;

   Εκείνος τράβηξε με θόρυβο μια καρέκλα μπροστά της. Μετά, έβαλε το αριστερό του πόδι πάνω.

-Μέτρα!... της είπε.

   Εκείνη τον κοίταξε δύσπιστα στην αρχή μα ο κυρ Κώστα έδειχνε τόσο απροστάτευτος και αβοήθητος, συνάμα όμως τόσο επιτακτικός και αποφασισμένος, που θέλοντας και μη η κυρά Μαρία, άρχισε να μετρά…

-Ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε… έξι!

   Χριστός κι Απόστολος! Ήταν η σειρά της τώρα να ταραχτεί. Ξαναμέτρησε, τα ίδια. Η γυναίκα σταυροκοπήθηκε.

-Έξι!... είπε ξέπνοα.

-Αμ τι σου λέω! Κόντεψα να τρελαθώ μόνος εκεί έξω! Κάτι διαβολικό συμβαίνει εδώ!

 

   Το ίδιο απόγευμα, στο σπίτι του κυρ Κώστα, λάμβανε χώρα μια παράξενη σύναξη. Εκείνος καθόταν ξαπλωμένος σε μια πολυθρόνα στο σαλόνι με απλωμένο και γυμνό το αριστερό του πόδι, πάνω σε ένα σκαμνί. Γύρω από το πόδι η γυναίκα του, η κόρη τους Ελένη με τον σύζυγο και τα παιδιά τους, ο γιός τους ο Γιώργος με τη γυναίκα και τα δικά τους παιδιά, όλοι μαζεμένοι στο πατρικό σαλόνι, για να λύσουν το μέγα μυστήριο. Πώς βρέθηκε ξαφνικά ο κυρ Κώστας, με έξι δάχτυλα στο αριστερό του πόδι; Οι υποθέσεις έδιναν κι έπαιρναν. Από τις πιο σοβαρές, μέχρι τις πιο ανόητες. Άλλοι τον ρωτούσαν αν είχε αισθανθεί κάτι τελευταία, έναν πόνο ή κάτι άλλο, αν είχε καταλάβει πως φύτρωνε σιγά σιγά κάποιο εξόγκωμα τέλος πάντων που συνεχώς μεγάλωνε και κατέληξε να γίνει ένα τέλειο δάχτυλο. Γιατί όντως ήταν τέλεια όλα τα δάχτυλα στο πόδι του κυρ Κώστα. Και τα έξι! Δεν περίσσευε κάποιο δεξιά ή αριστερά, πάνω ή κάτω από τις γραμμές του ποδιού. Έδειχναν όλα κανονικά. Αρμονικά, παράλληλα, όμορφα, το ένα δίπλα στο άλλο, με τις αρθρώσεις, με τα νύχια τους με τα όλα τους. Με μια πρώτη ματιά, δεν φαινόταν τίποτα παράξενο πάνω τους. Μόνο που ήταν έξι!  Τα μικρά εγγόνια του κυρ Κώστα πήγαιναν κοντά στο πόδι, το κοιτούσαν και κείνα περίεργα όπως οι γονείς τους μα ακόμη κι αν δεν ήξεραν να μετρούν, παρέμεναν παρ΄ όλα αυτά ήσυχα και αμίλητα, γιατί αντιλαμβάνονταν από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, πως κάτι πολύ σοβαρό συνέβαινε με το πόδι του παππού τους. Όσες υποθέσεις κι αν έκαναν όμως οι μεγάλοι, άκρη με το περίεργο αυτό φαινόμενο δεν έβρισκαν. Δεν υπήρχε καμιά σαφή απάντηση, για το πώς μπορεί να φύτρωσε έτσι ξαφνικά ένα παραπανίσιο δάχτυλο στο αριστερό πόδι του κυρ Κώστα. Μονάχα αφού πέρασαν ώρες χωρίς αποτέλεσμα, ο γιος του ο Γιώργος που βημάτιζε μέχρι τότε πέρα δώθε στο σαλόνι, κοιτώντας σιωπηλός μια τον πατέρα του μια το πόδι, κάθισε επιτέλους σε μια καρέκλα απέναντί του και τον ρώτησε…

-Ρε πατέρα, είχες μετρήσει ποτέ ξανά, τα δάχτυλα του ποδιού σου;

Ο κυρ Κώστας απόμεινε να κοιτάζει με ανοιχτό στόμα τον γιο του…

-Όοοχι… απ΄όσο θυμάμαι, όχι… κατόρθωσε να ψελλίσει στο τέλος.

-Σε ενοχλεί; Σε πονάει;;;… συνέχισε απτόητος ο Γιώργος.

-Όχι καθόλου, μια χαρά όλα….

-Ε τότε τι το τυραννάμε… τι πέντε τι έξι! Έτσι γεννήθηκες και δεν το είχε καταλάβει! Πάμε να φύγουμε!... είπε ο Γιώργος, κάνοντας νόημα στη γυναίκα και τα παιδιά του να σηκωθούν.

 

   Εκείνη τη νύχτα ο κυρ Κώστας, δεν μπόρεσε να κλείσει μάτι φέρνοντας τα λόγια του γιου του συνεχώς στο μυαλό του. Μόνο στριφογύριζε σα σβούρα στο κρεβάτι. Μήπως είχε δίκιο ο γιος του; Μα είναι δυνατόν να πέρασε μια ολόκληρη ζωή, χωρίς να ξέρει ότι έχει έξι δάχτυλα στο αριστερό του πόδι; Ένιωθε μπερδεμένος. Σαν να ήταν ψεύτικη μέχρι σήμερα η ζωή του. Αργά τη νύχτα σηκώθηκε, έφτιαξε έναν καφέ και βγήκε στην αυλή. Ζέστη και τα τριζόνια με τα τζιτζίκια συνέχιζαν το τραγούδι τους στη σιγαλιά της νύχτας. Λίγα μέτρα μπροστά του, διέκρινε τη βαριά σκιά ενός βάτραχου να πηδά προς τη δροσιά της βρύσης. Αναθεματισμένη βρύση! Αν δεν είχε βάλει το πρωί τα πόδια του στη γούρνα, μπορεί να μη μετρούσε ποτέ τα δάχτυλα των ποδιών του. Καλύτερα έτσι. Ακόμη κι αν είχε γεννηθεί με έξι δάχτυλα, καλύτερα να μην το μάθαινε ποτέ! Ας πέθαινε νομίζοντας ότι είναι κανονικός. Γιατί αυτό τον έτρωγε τώρα. Είχε περάσει μια ολόκληρη ζωή σα να ήταν κανονικός. Ένας άντρας που είχε ζήσει στη σκιά του πλήθους. Δεν είχε πετύχει τίποτα το σπουδαίο και σημαντικό, δεν είχε ξεχωρίσει. Όμως ήρθε ξαφνικά αυτό το άτιμο παραπανίσιο δάχτυλο για να του πει πως δεν ήταν κανονικός μα κάτι άλλο. Καλό, κακό δεν είχε σημασία, πάντως ήταν κάτι άλλο. Ίσως αν ήξερε από την αρχή πως είχε έξι δάχτυλα, να είχε πάρει αλλιώς τη ζωή του. Να είχε σταθεί πιο τολμηρός. Να είχε κάνει βήματα παραπέρα. Να είχε ανακαλύψει ένα ταλέντο πάνω του, που τώρα το αγνοούσε. Μισός κι ανολοκλήρωτος. Έτσι ένιωθε τώρα. Σαν να είχε στη τσέπη του ένα λαχείο, που δεν είχε εξαργυρώσει ποτέ…

   Μα πάλι ήταν δυνατόν να πέρασε απαρατήρητο μια ολόκληρη ζωή ένα παραπανίσιο δάχτυλο στο πόδι του; Δάχτυλο ήταν, δεν ήταν τρίχα! Δεν ήταν μια μικρή ελιά στην πλάτη! Πώς κατόρθωσε το άτιμο να ξεφύγει από τόσες απανωτές συμπληγάδες και να φανερωθεί αίφνης μπροστά του τώρα στα γεροντάματα, βγάζοντάς του τη γλώσσα; Και καλά η μάνα του. Αυτή πέθανε στη γέννα. Μα ο πατέρας του; Η γιαγιά του; Οι θείες του; Τ΄ αδέρφια του; Ούτε ένας δεν έχασε τον χρόνο του να μετρήσει τα δάχτυλα του ποδιού του;

   Ο κυρ Κώστας άναψε κι άλλο τσιγάρο, σκεπτόμενος με πίκρα τα παιδικά του χρόνια. Φτώχεια, πείνα και ξυπολησιά. Ο θάνατος της μάνας στη δική του γέννα, θα πρέπει να έριξε βαριά τη σκιά του στο σπιτικό. Εφτά αδέρφια όλα αρσενικά, έμειναν ορφανά στα χέρια του πατέρα. Με μόνη βοήθεια τη σχεδόν τυφλή γιαγιά. Από το πρωί μέχρι το βράδυ, έτρεχε να τους εξασφαλίσει τα απαραίτητα ο πατέρας. Πού καιρός να μετρήσει τα δάχτυλα των παιδιών του... Λεπτομέρειες! Ίσως εκείνον μάλιστα, να τον θεωρούσε και υπεύθυνο για τον θάνατο της γυναίκας του. Ποτέ δε θυμόταν ένα χάδι, μια τρυφερή κουβέντα από δαύτον. Όμως έτσι ήταν με όλα τα παιδιά. Απόμακρος, σιωπηλός, αυστηρός. Μέχρι που πέθανε. Οπότε πάει αυτός. Από τη γιαγιά δεν είχε απαιτήσεις. Σχεδόν τυφλή κι ανήμπορη, ίσα που μπορούσε να κάνει κάποιες δουλειές, να φτιάξει φαγητό για να χορτάσει τόσα στόματα. Κι όποτε τους έπλενε με ζεστό νερό, εκείνος με τ΄αδέρφια του έπαιζαν σαν βατράχια μέσα στη σκάφη, πού να βρει μέσα σε όλον αυτόν τον πανικό η τυφλή γριά το παραπανίσιο δάχτυλο στο πόδι του μικρότερου παιδιού. Πέρασε λοιπόν κι απ΄αυτές τις συμπληγάδες το πονηρό αυτό δάχτυλο. Τ΄αδέρφια του όμως; Να το μεγάλο ερώτημα! Πώς τόσα μάτια, τόσες μέρες, τόσους μήνες, τόσα χρόνια, δεν πρόσεξαν αυτήν την οφθαλμοφανή και σημαντική λεπτομέρεια; Ή μήπως την πρόσεξαν αλλά τη θεώρησαν φυσιολογική, ανάξια σημασίας και λόγου; Και μετά οι φίλοι του. Ούτε αυτοί κατάλαβαν κάτι μέσα στα τόσα παιχνίδια; Και μάλιστα σε ατέλειωτα χρόνια ξυπολησιάς στους δρόμους του χωριού και στο ποτάμι; Στον στρατό; Πώς ξέφυγε ακόμη κι απ΄ τους γιατρούς του στρατού, αυτή η ανώδυνη αναπηρία; Η γυναίκα του; Τα παιδιά του; Οι συνάδελφοι στη δουλειά; Τους ζεστούς μήνες οδηγούσε όλα αυτά τα χωματουργικά μηχανήματα σχεδόν ξυπόλητος, φορώντας μόνο σαγιονάρες. Δεν εντόπισε ποτέ κάποιος, το περιττό αυτό δάχτυλο;

   Ξαφνικά ο κυρ Κώστας, μέσα στη γαλήνη της θερινής νύχτας, ένιωσε πολύ μόνος. Σαν αυτό το δάχτυλο που υπήρχε από γεννησιμιού στο αριστερό του πόδι, να μην ήταν απλά ένα παραπανίσιο δάχτυλο, μα η μεγαλύτερη απόδειξη πως όχι μόνο δεν είχε ανακαλύψει ποτέ κάποιο ιδιαίτερο κομμάτι του εαυτού του, μα πως δεν είχε αγαπηθεί. Κανείς δεν τον ήξερε τελικά. Κανείς δεν είχε σκύψει πραγματικά πάνω του. Ούτε ο ίδιος του ο εαυτός, αφού πάνω απ΄ όλους, μονάχα εκείνος ήταν ολοκληρωτικά υπεύθυνος γι΄ αυτήν την παράλογη άγνοια…


Γ. Π. 


Μετάφραση στα αγγλικά από Al...

The Sixth One!


(Short Story)


Everyone in the village remembers that day in June, when Kostas Siapas discovered something shocking. It hadn't been long since he retired and was enjoying his first free summer, after a difficult life full of work and incredible fatigue. So, he never imagined when he woke up at dawn that day, that the day breaking would be so different for him and would hold such a huge and strange surprise...
He had woken up in a beautiful mood, had drunk his coffee under the vine watching the swallows flying around, and as the sun rose a little, he began to water the flowers in his garden. The sky was clear blue, the day promised to be hot, and he was in such a good mood that he suddenly did the unthinkable. He cut a bright red rose, went into the house, stood in front of his wife and offered it to her! Kyra Maria had finished her coffee in the kitchen and was thinking of starting preparations for the day's meal. She suddenly saw him in front of her, smiling with his hand outstretched offering her the rose. She remained staring at him as if she had seen a ghost. She was stunned. Over forty years married, never in their common life had her husband done such a thing. What had gotten into him? After the initial surprise passed, Kyra Maria blushed. And when she realized she had blushed, she got angry. To hide her surprise and anger, she reacted spasmodically. She mumbled something through her teeth, took the rose and demonstratively threw it on the table. Then she turned her back on him and bent over the sink. However, Kyra Maria's refusal to accept the rose did not deter Kyr Kostas at all. Without losing his cheerfulness and smile, he turned around, left the house and continued watering the flowers. Life was wonderful after all!
Around ten o'clock, as the day had started to get really hot, he wanted to wash his feet. He went to the tap, took off his summer sandals and stretched his left foot into the stone trough that had been placed there since time immemorial. He enjoyed the contact of his foot with the water, but more than that, he enjoyed the thought that he had ahead of him not only a free summer but also a free autumn. And winter. And spring. And another summer. All free! A whole life! He finally had all the years left to him, to do whatever he wanted! No more early morning awakenings in the cold and stormy weather, no more hardships and toil! How could life not be beautiful now? How could he not be happy? How could he not give one, two, three, and a hundred roses to his wife? Only if God kept him well. To remain healthy and strong, to enjoy this paradisiacal prospect as much as possible.
With such a wonderful mood and while still playing with the water, reveling in its coolness, he suddenly began to count the toes on his foot...
-One, two, three, four, five... six!
Six? No, he must have made a mistake. Again from the beginning...
-One, two, three, four, five... six!
It's not possible! Kyr Kostas was thoroughly startled. Counting again...
-One, two, three, four, five, six!
But why did his left foot have six toes? This was something else! He switched feet and began to count the toes on his right foot...
-One, two, three, four, five!
That's more like it! But the other one? How did an extra toe sprout on his left foot? Kyr Kostas spent a whole quarter of an hour counting the toes on his feet. But no matter how much he counted, no matter how much he compared them, he found the same thing. Six toes on the left, five on the right! It was unbelievable! His left foot had six toes!
Kyra Maria was sitting at the kitchen table. She had decided to make stuffed tomatoes and had just finished hollowing them out. She was preparing to fill them with rice, but her mind was elsewhere. On her husband's act of giving her a rose. But what had suddenly gotten into him? Had he gone crazy? Such tenderness was alien to him. Kyr Kostas was a man of substance, not impressions. How did it suddenly occur to him to give her a flower? Not that he wasn't good and tender. On the contrary. He always took care of her and always loved her. He lived for her and their children, his family was his only concern. Of course, they went through difficulties, but who doesn't? But their love overcame them all. And now they had reached the threshold of old age, enjoying what they had built. Not riches and such. But their simple and serene life. So precious, however, because a simple and serene life is never a given. And they both appreciated this. But how did it suddenly occur to him to give her a rose? They were almost seventy and this seemed strange. Was this their age for such things? She was flattered, of course, not that she wasn't flattered. But she had suddenly found herself in a position she had never been in before in her life. She was completely unprepared to handle it and now she was angry with herself. Had she not done well to throw the only rose her husband had given her in his entire life so demonstratively on the table? So, to alleviate this small guilt, Kyra Maria took the rose that had been lying neglected on a corner of the table for so long and put it in a vase on the refrigerator. Then, more calmly, she returned to her work...
-Tell me, how many toes did I have on my left foot yesterday?
Kyra Maria raised her head from the pan where she had arranged the hollowed-out tomatoes. In her hand she held a spoon full of rice and grated tomato. She saw her husband, sweaty and agitated, standing at the door. He was barefoot and holding his sandals in his hand. Kyra Maria found her husband's question so foolish that at first she felt like laughing. Then she was afraid he might have cut a toe. But no, his feet looked fine, no blood, nothing alarming. The toes, all in their place. But he looked very pale. He looked like a shipwrecked man, perhaps a Ulysses who had fought for hours with the waves and now remained tired and desperate before his Nausicaa...
-What are you saying, my Christian man?
He noisily pulled a chair in front of her. Then, he placed his left foot on it.
-Count!... he told her.
She looked at him incredulously at first, but Kyr Kostas looked so unprotected and helpless, yet so imperative and determined, that Kyra Maria, whether she wanted to or not, began to count...
-One, two, three, four, five... six!
Christ and Apostle! It was her turn to be agitated now. She counted again, the same. The woman crossed herself.
-Six!... she said breathlessly.
-See what I mean! I almost went crazy out there alone! Something devilish is happening here!
That same afternoon, at Kyr Kostas's house, a strange gathering was taking place. He was lying in an armchair in the living room with his left foot outstretched and bare, on a stool. Around his foot were his wife, their daughter Eleni with her husband and children, their son Giorgos with his wife and their children, all gathered in the parental living room, to solve the great mystery. How did Kyr Kostas suddenly end up with six toes on his left foot? Hypotheses were flying around. From the most serious to the most foolish. Some asked him if he had felt anything lately, a pain or something else, if he had noticed a lump slowly growing and eventually becoming a perfect toe. Because indeed all the toes on Kyr Kostas's foot were perfect. All six! None were extra to the right or left, above or below the lines of the foot. They all looked normal. Harmonious, parallel, beautiful, one next to the other, with their joints, with their nails, with everything. At first glance, nothing strange appeared on them. Except that there were six! Kyr Kostas's young grandchildren went near the foot, looked at it curiously like their parents, but even if they didn't know how to count, they remained quiet and silent nonetheless, because they sensed from the surrounding atmosphere that something very serious was happening with their grandfather's foot. However, no matter how many hypotheses the adults made, they couldn't find a solution to this strange phenomenon. There was no clear answer as to how an extra toe could have suddenly sprouted on Kyr Kostas's left foot. Only after hours passed without result, his son Giorgos, who had been pacing back and forth in the living room until then, silently looking first at his father and then at his foot, finally sat down in a chair opposite him and asked him...
-Dad, had you ever counted the toes on your foot before?
Kyr Kostas remained staring at his son with an open mouth...
-No... as far as I remember, no... he managed to stammer in the end.
-Does it bother you? Does it hurt?... Giorgos continued undeterred.
-No, not at all, everything's fine....
-Well then, why are we tormenting ourselves... what's five, what's six! You were born like that and hadn't realized it! Let's go!... said Giorgos, motioning to his wife and children to get up.
That night, Kyr Kostas couldn't close his eyes, constantly replaying his son's words in his mind. He just tossed and turned in bed like a top. Was his son right? But is it possible to have lived a whole life without knowing he had six toes on his left foot? He felt confused. As if his life until today had been fake. Late at night he got up, made some coffee and went out into the yard. It was hot and the crickets and cicadas continued their song in the stillness of the night. A few meters in front of him, he discerned the heavy shadow of a frog jumping towards the coolness of the tap. Damned tap! If he hadn't put his feet in the trough that morning, he might never have counted the toes on his feet. Better this way. Even if he had been born with six toes, it was better never to know! Let him die believing he was normal. Because that's what was bothering him now. He had lived a whole life as if he were normal. A man who had lived in the shadow of the crowd. He hadn't achieved anything great and important, he hadn't stood out. But suddenly this wretched extra toe came to tell him that he wasn't normal but something else. Good, bad, it didn't matter, but he was something else. Perhaps if he had known from the beginning that he had six toes, he would have lived his life differently. He would have been bolder. He would have taken further steps. He would have discovered a talent within him that he now ignored. Half and incomplete. That's how he felt now. As if he had a lottery ticket in his pocket that he had never cashed in...
But then again, was it possible for an extra toe on his foot to go unnoticed for a whole life? It was a toe, not a hair! It wasn't a small mole on his back! How did the wretched thing manage to escape so many successive trials and suddenly appear before him now in his old age, sticking its tongue out at him? And his mother, well. She died in childbirth. But his father? His grandmother? His aunts? His siblings? Not one of them took the time to count the toes on his foot?
Kyr Kostas lit another cigarette, thinking bitterly about his childhood. Poverty, hunger, and bare feet. His mother's death during his own birth must have cast a heavy shadow over the household. Seven brothers, all male, were left orphans in their father's hands. With only the help of their almost blind grandmother. From morning till night, their father ran to provide for them. Who had time to count his children's toes... Details! Perhaps he even considered him responsible for his wife's death. He never remembered a caress, a tender word from him. But it was like that with all the children. Distant, silent, strict. Until he died. So, he's gone. He had no demands from his grandmother. Almost blind and helpless, she could barely do some chores, cook to feed so many mouths. And whenever she washed them with warm water, he and his siblings played like frogs in the tub, how could the blind old woman find the extra toe on the youngest child's foot amidst all that panic. So, this cunning toe passed through those trials too. But his siblings? That's the big question! How did so many eyes, so many days, so many months, so many years, not notice this obvious and important detail? Or did they notice it but considered it normal, unworthy of importance and mention? And then his friends. Didn't they notice anything during all those games? And especially during endless years of bare feet on the village roads and by the river? In the army? How did this painless disability escape even the army doctors? His wife? His children? His colleagues at work? During the warm months, he drove all those earthmoving machines almost barefoot, wearing only flip-flops. Did no one ever spot this superfluous toe?
Suddenly, Kyr Kostas, in the tranquility of the summer night, felt very alone. As if this toe, which had been on his left foot since birth, was not just an extra toe, but the greatest proof that he had not only never discovered any special part of himself, but that he had not been loved. No one really knew him after all. No one had truly bent over him. Not even himself, since above all, only he was entirely responsible for this absurd ignorance...

George Pyrgaris


Σπίτια μικρά και χαμηλά σαν την ψυχή μας




Ένα σπιτάκι μικρό και χαμηλό σαν την ψυχή μου
εκεί στην άκρη του βουνού έχω ζηλέψει.
Πέτρινο. Σιγά σιγά να τόχω χτίσει 
με τα χέρια μου.
Και μια μαντρούλα γύρω γύρω
να μου περιορίζει τις πλάνες.
Ελιά, μουριά και πέντε κότες.
Ένα σπιτάκι μικρό και χαμηλό σαν την ψυχή μου
εκεί στην άκρη του βουνού έχω ζηλέψει...


Friday, March 6, 2026

Σημείωμα στον εαυτό μου

 


Πριν φύγω απ΄αυτήν τη ζωή
μην ξεχάσω να γράψω
την ιστορία εκείνου
που δε συναντήθηκε 
ποτέ με τους ανθρώπους.

Ξόδεψε μία ζωή
για να μάθει να γράφει
και όταν το κατάφερε
εκείνοι είχαν ξεχάσει
να διαβάζουν...

6/3/2026, ώρα:6.27΄ 

Saturday, February 7, 2026

Το μαύρο πλοίο

 

                                    


   Ένας αέρας κίτρινος, επίμονος, τραχύς φυσάει σ' αυτήν την πόλη, φέρνοντας μαζί του που και που κόκκινες σταγόνες μιας παράξενης αραιής βροχής, που δε λέει όμως κανονικά να στάξει. Χρόνια τώρα. Η πόλη, το περισσότερο σιωπηλή. Ειδικά τις ημέρες όπως αυτές που ακολουθούν το φευγιό του μαύρου πλοίου. Το λιμάνι κάθε τέτοια μέρα, σχεδόν άδειο... Ποιος αντέχει τέτοιες σκηνές. Οι νέοι σπρώχνονται αλυσοδεμένοι στο καράβι απ' τα σπαθιά και τα δόρατα των χάλκινων, κάτω από γοερά κλάματα και λιποθυμίες γονιών και αδερφών. Σκληρή σκηνή. Θα έλεγε κανείς όμως, πως όλη αυτή η σκληρότητα είναι σοφή, αφού η μοίρα των νέων θανατερή... αμετάκλειτη. Τους προετοιμάζει για το αναπόφευκτο. Δεν λογαριάζονται για άνθρωποι πια... πρέπει να συνηθίσουν. Τα είδα όλα κάποτε κρυμμένος πίσω από έναν βράχο και είμαι άρρωστος από τότε. Κάθομαι μερόνυχτα ξαπλωμένος σ' αυτό το κρεβάτι, μη μπορώντας να κάνω τίποτα πια. Δεν έπρεπε να πάω. Εξ' άλλου ο νόμος απαγορεύει να βρίσκεται κανείς στο λιμάνι όταν φεύγουν οι νέοι για τον Μινώταυρο. Μονάχα πρώτου βαθμού συγγενείς. Εγώ όμως ήθελα επιτέλους να δω την αλήθεια ακόμη και με κίνδυνο της ζωής μου...

   Πάνε χρόνια που υπόγραψαν με τον Μίνωα αυτήν τη συνθήκη. Να δίνουμε κάθε χρόνο εφτά αγόρια και εφτά κορίτσια για να μπορούμε να διαβιούμε οι λοιποί εν ειρήνη. Συνθήκη ντροπής, τραγική. Κι η πόλη καταραμένη. Δεν βρέχει πια, μόνο φυσά. Ένας ξερός αέρας κίτρινος, που φέρνει που και που λίγες σταγόνες αραιές... κόκκινες σαν αίμα.

   Καμμιά ευτυχία. Μήτε προοπτική. Μονάχα κλάμα και οδυρμός. Σκοτεινιά. Ένα μίσος θανάτου που απλώνεται από τα μαυροφορεμένα σπίτια των άτυχων νέων, όπου κάθε χρόνο γίνονται περισσότερα. Ένα μίσος που το μυρίζεις στους δρόμους και τα σοκάκια, στα καφενεία και τα τεχνουργεία, στους ναούς και τις συνάξεις. Μπαίνει μέσα στις ψυχές και τις δηλητηριάζει και φτάνει μέχρι τα ανάκτορα, όπου ο βασιλιάς μερόνυχτα άυπνος με κόκκινα μάτια, αναρωτιέται αν είναι καλύτερα να πέσει με δύναμη πάνω στο ξίφος του για να γλιτώσει μια και καλή. Ποιος θέλει να διοικεί μια πόλη καταραμένη; Δε βγαίνει πια, έχουμε χρόνια να τον ιδούμε. Πώς μπορεί ένας βασιλιάς να περπατήσει ελεύθερα στους δρόμους, ανάμεσα στους χαροκαμένους γονιούς, πώς μπορεί να αναπνεύσει αυτόν τον άτιμο αέρα που φέρνει στα ρουθούνια τη μυρωδιά από αίμα νωπό και αθώο; Πώς μπορεί να σεργιανίσει στην πόλη του, όταν αυτός ο άνεμος δυναμώνει εφιαλτικά παρασύροντας μαζί του, φωνές, ουρλιαχτά και χιλιάδες γιατί που πονάν σαν μαχαίρια; Οι πόρτες κλειδαμπαρώνουν και τα λυχνάρια με το σουρούπωμα σβήνουν. Η πόλη της Αθήνας την νύχτα, είναι μια πόλη νεκρή!

   Μα και η ημέρα δεν είναι καλύτερη. Οι περισσότεροι σιωπούν. Και όλοι έχουν βλέμματα ενοχής... ''Εμείς και τα παιδιά μας γλιτώσαμε φέτος μα ποιος ξέρει τι θ' απογίνουμε του χρόνου... ο Μινώταυρος απαιτεί πάλι καινούρια τροφή...''

   Μια πόλη καταραμένη. Όπου δε μπορεί τίποτα να στεριώσει, γιατί σε μερικούς μήνες πρέπει να προετοιμάσει την καινούρια θυσία, πρέπει να ριφθούν ξανά οι μαύροι κλήροι και του χρόνου θα χτυπήσουν πάλι οι στρατιώτες τις άτυχες πόρτες να πάρουν τους ανύποπτους σήμερα νέους, έτσι ώστε να συνεχίσει για ακόμη έναν χρόνο, αυτή η καταραμένη πόλη να ζει.

   Είναι μια κόλαση. Όπου δεν ανθίζουν πια τα λουλούδια.. Τι κάναμε και φτάσαμε ως εδώ; Ποιος φταίει; Εμείς, ο βασιλιάς ή οι άρχοντες; Ή μήπως όλοι μαζί; Πόσο μισούμε τον βασιλιά και τους άρχοντες που κάθονται άπρακτοι χωρίς να κάνουν τίποτα! Πίκρα. Πίκρα παντού. Πίκρα που στάζει ακόμη κι απ' τον ήλιο. Πίκρα που κρύβεται ακόμα και στο μέλι. Πώς να ζήσεις μέσα σε τόσο τραγική υποταγή...

 Είναι βέβαια και οι άλλοι. Που δεν βλέπουν τριγύρω παρά μονάχα τη δουλίτσα τους. Που κλείνουν τα μάτια στις κραυγές και στο λιμάνι. ''Καλά είμαστε κι έτσι. Φταίμε και πρέπει να πληρώσουμε. Τουλάχιστον στέλνοντας εκείνους στον λαβύρινθο, σωνόμαστε εμείς. Ας δοξάζουμε λοιπόν τους Θεούς που έχουμε ακόμη δουλειά, που δεν πείραξε ακόμη κανείς το δικό μας σπίτι, που στέλνουμε ακόμη εμπορεύματα σε άλλα λιμάνια και μας δίνουν φλουριά. Μην είμαστε και πλεονέκτες. Ακόμη και πάνω στο αίμα, μπορούμε να προκόψουμε. Μην κουνηθεί κανείς λοιπόν ουτοπιστής! Δεν τα βάζει κανείς με το θηρίο τον Μίνωα. Κατώτεροι είμαστε και το έχουμε αποδείξει. Δε μας πρέπει φως παρά μονάχα μαστίγιο. Γι' αυτό σκυμμένα τα κεφάλια και σιωπή!''

   Οι περισσότεροι όμως από μας -ξέρω καλά- πως δεν αντέχουν αυτήν την τραγωδία. Ο κλήρος είναι τυφλό δρεπάνι. Δεν ξέρεις σε ποια κεφάλια αύριο θα σφυρίξει. Γι' αυτό πολλοί αποφασισμένοι εδώ, ακονίζουν κρυφά μαχαίρια και ετοιμάζουν την τελική αναμέτρηση. Δεν αποδέχονται αυτήν την βρωμερή συνθήκη. Να στηρίζεται μια ολόκληρη πόλη πάνω στο αίμα των παιδιών της. Το σύνθημα είναι ή σωνόμαστε όλοι ή κανείς. Ούτε ένα παιδί μας στον Μινώταυρο. Τσεκούρι και φωτιά στο μαύρο πλοίο, τσεκούρι και φωτιά στους σκυμμένους...





Sunday, January 18, 2026

Ο οίστρος της σκύλας

 



-διήγημα-

   Οι κύνες έχουσι τους ιδικούς των κανόνες. Φιλικόν - ως επί το πλείστον- είδος και προστατευτικόν προς τον άνθρωπον, ενίοτε όμως εμφανίζει και τον λύκον εντός του. Επιθέσεις έτι έναντι των ανθρώπων υφ' αδεσπότων αγελών γίγνονται, αρκεταί εξ' αυτών μάλιστα θανάσιμαι. Μα εκεί οπού εξαντλούν την σκληρότητάν των, είναι έναντι του ιδίου είδους των. Δεν επέρασαν πολλαί ημέραι, όπου υπήρξα μάρτυς μίας σοκαριστικής σκηνής εις έναν απρόσμενον σκυλοκαυγάν...
Ήτο εις οίστρον μία σκύλα μαύρη και αγριώδης. Εσκόρπα ημέρας εις τον αγέρα αυτήν την ιδιαιτέρα οσμήν όπου οσμίζονται μόνον οι άρρενες κύνες και εκφεύγουν τας φρένας των. Την ηκολούθουν λοιπόν όπου επήγαινε ως να ήτο πριγκιπέσσα. Εξηπλούντο τριγύρω της όταν εξηπλούτο, εγείροντο ότε εγείρετο, την ωσμίζοντο, ηγρίευον μεταξύ των οι κύνες και πολλάκις επεδείκνυον απειλητικά τους οδόντας. Άλλες έδακνον κιόλας διά το ποίος θα αναρριχηθή εις τα κάπουλά της. Και ήσαν όλοι σωματώδεις, τρανά τσοπανόσκυλα.
   Όμως εκείνην την μεσημβρίαν ενεφανίσθη εις την ομήγυρην των μνηστήρων άρρεν κύων καφετής, μικρόσωμος, μακρυμούρης, με κοντούς πόδας. Ολίγον έλειπε από το να ωμοιάζη με ερπετό, αφού η κοιλία του σχεδόν ακουμβούσε το έδαφος. Θα πρέπει να ήτο νεανίας, διότι ακολουθών αφειδώς το ένστικτον δεν εσκέφθη σε ποία εισήλθε παρέα. Διεξεδίκει επί ίσοις όροις την πριγκιπέσσα ανάμεσα εις τα λοιπά θηριώδη τσοπανόσκυλα, δεικνύων τελείαν άγνοια του κινδύνου. Οι κύνες εις την αρχή τον ηγνόησαν ως μη ικανόν αντίζηλον, μα εκείνος ήτο τόσο αδέκαστος εις την διεκδίκησιν, οπού συντόμως ήρχισαν οι πρώτοι εναντίον του προειδοποιητικοί γρυλισμοί. Όμως δεν επτοείτο. Είχεν τόσο μεθύσει εκ του πάθους, όπου αγνοών τους θηριώδεις αντιζήλους, εστριμώχνετο να ωσμισθή και να αναρριχηθή εις την σκύλαν και ας ήτο ήμισυς αύτης...
   Ήμην εις την βεράνταν του οίκου μου και παρηκολούθουν με ενδιαφέρον την εξέλιξιν της υποθέσεως εις την οδόν, ιδιαιτέρως όμως την τύχην του επιδόξου μικρόνοος μνηστήρος, εν μέσω των υπολοίπων θηρίων. Δεν ήργησε να συμβή το κακόν. Το σύνθημα έδωσε η ιδία σκύλα, όπου αιφνιδίως εστράφη γρυλίζουσα επιδεικνύουσα τους οδόντας ίνα απωθήση τον μικρόσωμον κύνα, όπου προσεπάθει να αναρριχηθή εις τα κάπουλά της. Αμέσως του επετέθησαν οι άλλοι. Δύο εξ αυτών τον ήρπαξαν -ο εις εκ της ράχης του λαιμού και ο έτερος εκ των οποσθίων ποδών- και τον ετράβουν προκρούστεια προς αντιθέτους κατευθύνσεις. Ο ατυχής κύων ήρχισε να ουρλιάζη γοερώς. Ωμοίαζε ως έν κουρέλιον εις τους οδόντας των θηρίων. Ήτο ζήτημα δευτερολέπτων να τον ξεσχίσουν. Ήρχισα να φωνάζω και να καταβαίνω την κλίμακα του οίκου μου κατευθυνόμενος προς την σύρραξιν, διά να σώσω τον ανόητον κύνα οπού την είχε πολύ άσχημα. Τα θηρία όμως δεν επτοούντο μήτε από τας ιδικάς μου φωνάς, μήτε από τα γοερά ουρλιαχτά του. Εσυνέχιζον να τον τραβούν προς αντιθέτους κατευθύνσεις άνευ οίκτου. Μόνον όταν έφθασα σιμά τον παρήτησαν και απεμακρύνθησαν ομού με την σκύλαν με αργόν αξιοπρεπή βηματισμό και εστάθησαν ολίγον πιο πέρα. Ο ατυχής κύων έσκασεν εις το έδαφος και απέμεινε ολίγα δευτερόλεπτα εκεί, σπαρταρών ως ιχθύς. Ενόμισα ότι παρέδιδε πνεύμα μα εκείνος συνήλθε κάπως και ότε με ένιωσε σιμά -φοβηθείς εκ της παρουσίας μου- εσηκώθη και ήρχισε να τρέχει ταχέως μακράν. Είχεν μίαν βαθείαν πληγήν υψηλά εις τον αριστερό πόδα, μα ευτυχώς ήτο ζων. Τελικώς επέζησε.
   Τας επομένας ημέρας τον ματαείδα να ακολουθή χωλός, εξ αποστάσεως την ομήγυρη των κυνών, μην αποφασίζων να πλησιάση πολύ, μα μήτε δυνάμενος και να απομακρυνθή εντελώς του κύκλου της μαγικής οσμής οπού εσκόρπιζε εις τον αγέρα η σκύλα, τάζουσα εις τους άρρενας μυστηριώδη θαύματα και υποσχέσεις...


(Φιλολ. επιμέλεια: Κυριάκος Γεωργιάδης)





Monday, January 5, 2026

Μίνα


Φλόγα το σώμα σου, φάρος στον δρόμο μου
με ανυψώνεις
ανέμελα φυσάς κατ' ιερό στον ώμο μου
και με πληγώνεις

που δε γεννήθηκα Θεός να σε σηκώσω
σε άλλους τόπους
φωτεινούς, για να σε σώσω
απ' τους ανθρώπους...

Wednesday, October 2, 2024

Θεία κι ανθρώπινα...


-διήγημα- 
Της Τήνου
οδοιπορικό







 Της κυρίας Ανδρονίκης, ότε ήτο εις παραθέρισην, της ήρεσε να δοκιμάζει γεύσεις των τόπων οπού επήγαινε. Όσον διάστημα ήτο εις ένα νέο μέρος, ελησμόνει εντελώς τα κλασσικά φαγητά και ως να ήτο γευστικός ειδήμων, ανεζήτει πάντα εις τα ταβερνεία, παραδοσιακά φαγητά και σπανίας εντοπίας γεύσεις. Ήτο ως παράξενος γευστικός χρυσοθήρ και το είχε εντός της ετούτο, κρυφό καμάρι. Ήτο αδιανόητον δι' αυτήν, να επισκεφθεί ας πούμε την Σκίαθον και να μη δοκιμάσει σουπιάς με σπανάκι ή πεσκανδρίτσα στιφάδο. Να βρεθεί εις την Νίσυρον και να μη γευθεί την ξακουστήν ρεβιθάδαν. Να μη γευθεί το εξαιρετικόν έλαιον του Γυθείου, τας σαρδέλας της Καλλονής εις την Λέσβον. Ακόμη και τα γλυκά... 
 Εθεώρει σχεδόν βλασφημία, να μην δοκιμάσει το μελαχρινό της Νάξου εάν παρ' ελπίδα ευρίσκετο εκεί, τα ξεροτήγανα της Κρήτης... την καρπουζόπιττα της Μήλου, τα καλτσούνια... αλμυράς μυζυθρόπιττας αλλαχού και ούτω καθ' εξής. Αντιθέτως βεβαίως του συζύγου της, όστις αδιεφόρει εντελώς διά τα εντόπια και σπάνια και... "για να μην την πατήσει" ως έλεγεν, επέμενε εις τα κλασσικά. Χοιρινή μπριζόλα, μοσχαράκι κοκκινιστό, γεμιστά. Ακόμη και πίτται με γύρο... δεν τον εχαλούσαν. Σιγουριά!
 Παραδόξως όμως, συχνάκις εκείνος την... επατούσε! Πότε η μπριζόλα θα ήτο στεγνή, πότε το μοσχάρι σκληρόν και με ίνας, πότε τα γεμιστά θα είχαν πολύ άλας. Τότε η κυρία Ανδρονίκη, με ύφος θριαμβευτικόν και μεγάθυμον, επρότεινε εις τον σύζυγόν της, να φάγει από το... πινάκιόν της και να αφήσει απείρακτον το κλασσικόν αίσχος όπου πάλι παρήγγειλε. Και ήρχιζε το τροπάριον...
 -Σου έχω πει χίλιες φορές, πως όλα αυτά που τρως, τα τρώμε όλο τον χρόνο παντού, ακόμη και στο σπίτι. Άλλαξε επιτέλους! Δοκίμασε κάτι καινούριο, όταν ερχόμαστε σε ένα ξένο μέρος! Πού θα τα ξαναβρείς αυτά;  Φάε από το πιάτο μου τώρα, αφού δεν ακούς! 

 Κάποτε απεφάσισαν να επισκεφθούν δι' ολίγας ημέρας, την Τήνον. Είχον κάμει τάμα να υπάγουν από το προηγούμενο έτος και τέτοιο τάμα δεν το λησμονείς. Έκλεισαν διά πέντε ημέρας. Να προσκυνήσουν την Μεγαλόχαρη και να γνωρίσουν την νήσον.
 Έφθασαν με πλοίον από Ραφήνα την μεσημβρία τινός Τρίτης, εις τας δέκα Σεπτεμβρίου. Καιρός αίθριος. Κατέλυσαν εις τα Κιόνια, δύο περίπου χιλιόμετρα δυτικά της Χώρας, παραθαλάσσιος οικισμός. Δώμα δροσερόν. Το συγκρότημα, διέθετεν και εστιατόριον. Ε... εξ εκείνης της μεσημβρίας κιόλας, η κυρία Ανδρονίκη έδειξεν τας αγρίας γευστικάς διαθέσεις της...
 -Το ξέρεις ότι η Τήνος φημίζεται για τις αγκινάρες της ε;
 -Όχι, πού να το ξέρω... Δεν εδέησε... 
 Η κυρία Ανδρονίκη ήλεγχε ηδονικώς σχεδόν τον κατάλογον...
 -Μμμμμμ... όχι... όχι.... όχι... Ούτε αυτό... Δεν βλέπω τίποτα σε αγκινάρα. Κρίμα... Αχ νάτο! Ρεβύθια με καρότο και άνηθο!! Αυτό θα πάρω!... ανεφώνησεν αποφασιστικώς, μετά δόξης.
 -Ήρθες εδώ να φάς ρεβίθια και καρότα; Εγώ θα πάρω μπιφτέκια...
 -Μμμμμμ... εξεφράσθη υποτιμητικώς η κυρία Ανδρονίκη, διά την επιλογήν του συζύγου της... 
Παρήγγειλαν. Η Ανδρονίκη μάλιστα, ρώτησεν την κοπέλα εάν υπήρχε εντόπια μπύρα...
-Και βέβαια! Η Νήσος! Την έχουμε!... απήντησε η κοπέλα. 
-Πολύ ωραία, αυτήν!




 Σιμά των η θάλασσα του Αιγαίου, ελαφρώς κυματώδης. Απέναντι διεκρίνετο ευκρινώς η Σύρος. 
 -Ένας ψαράς Τηνιακός, μου είπε πως αν θέλουμε κάποτε να πάμε στη Σύρο, να μην μείνουμε στην Ερμούπολη, αλλά στα Γαλησσά. Είναι πιο όμορφα εκεί. Και τα βράδια να επισκεπτόμαστε την Ερμούπολη, γιατί μόνο τα βράδια αξίζει... Ένα τέταρτο δρόμος, μου είπε πως είναι...
 -Πότε πρόλαβες και τον γνώρισες τον Τηνιακό ψαρά χριστιανέ μου; Ακόμη δεν ήρθαμε!
 -Το γνώρισα στο καράβι που σεργιάνιζα... Αλλά τα Γαλησσά, πρώτη φορά τ' ακούω...
 -Έλα... Δεν τ' ακούς πρώτη φορά...
 -Εμένα θα μου πεις;; Πρώτη φορά!
 Η Ανδρονίκη πήρε ύφος χαριέστατον και ετραγούδησεν...
 -Γαλη - σσά - και - Ντέ - λα Γκρά - τσια... - ...και ας μού- ρθει συ - γκο - πή...
 Ο σύζυγος εξεπλάγη...
 -Αααααα το τραγούδι του Βαμβακάρη! Ναι έχεις δίκιο, δεν έκανα τον συνειρμό... Ναι... ο Βαμβακάρης ήταν από την Σύρο! Μάααλιστα! Αυτά είναι τα Γαλησσά λοιπόν, που μου είπε και ο κυρ Παναγιώτης...
 -Ποιος είναι ο κυρ Παναγιώτης πάλι;
 -Ο Τηνιακός ψαράς ντε... Που γνώρισα στο καράβι... Ξεχνάς! Όλο ξεχνάς!
 -Αααααα...

 Σε ολίγον, η κοπέλα του εστιατορίου κατέφθασεν με έναν δίσκον ανά χείρας και σερβίρισεν εις την τράπεζα. Είς τον σύζυγον δύο μπιφτέκια και εις την κύριαν Ανδρονίκη τα ρεβίθια της. Και τα επίλοιπα. Ο εις εκοίταζεν το φαγητόν του άλλου, περιφρονητικώς... 
 Τέλος πάντων, απέφαγαν εις τα Κιόνια εκείνην την μεσημβρίαν. Εδοκίμασαν και το αντίθετον φαγητόν ο εις του άλλου -παγία συνήθεια των- παρά την αμοιβαίαν περιφρόνησιν διά το... αντίπαλον έδεσμα. Ο σύζυγος ηύρεν τα ρεβίθια της Ανδρονίκης "νοστιμούλια" και η σύζυγος το μπιφτέκι του ανδρός της... "σαν μπιφτέκι"...  σύνηθες, τίποτα το ιδιαίτερον δηλαδή. Εκείνος μάλιστα εχόρτασεν ενωρίς και με το έτερον μπιφτέκι, ετάισεν κομμάτι κομμάτι μίαν γαλήν, οπού ετριγύριζεν την τράπεζα και ετρίβετο εις τους πόδας των...




Το απόγευμα το αφιέρωσαν εις την Μεγαλόχαρην. Είχεν εσπερινό. Καιρός θερμός, αίθριος. Προσκυνηταί ανέμενον εις την σειράν να ασπασθούν την εικόνα της Παναγίας, οπού ευρέθη υπό της μοναχής τότε Αγίας Πελαγίας, το χίλια οκτακόσια είκοσι τρία -εν μέσω ελληνικής επαναστάσεως -εις τον ίδιον τόπον, οπού είναι κτισμένος τώρα ο ναός...
 Κατόπιν οραμάτων της μοναχής Πελαγίας, οπού τα εξομολογήθη και εις την ηγουμένην της, ήρχισε ένας ανασκαφικός αγών και μετά από περιπέτειας μηνών -με απογοητεύσεις και παύσεις ανάμεσο- ευρέθη ο κατεστραμμένος υπό Σαρακηνών, ναός του Αγίου Ιωάννου Προδρόμου και επίσης ο αρχαίος ναός του Διονύσου. Είτα, ευρέθη και η εικών των οραμάτων... η εικών της Παναγίας, οπού εσκόρπισεν παντού ρίγη χαράς, διότι συνέπεσεν και με το τέλος της πανώλης εις την νήσον. Τούτο, εθεωρήθη το πρώτον της θαύμα. Εν ριπή οφθαλμού η εικών έγινε διάσημος εις το ξεσηκωμένο γένος. Οι Έλληνες απανταχού, εξέλαβον την εύρεσίν της, ως σημείον Θεού. Εξέλαβον πως είναι Θεία απόφασις η λύτρωσις των Ελλήνων εκ του ξένου ζυγού και έκτοτε ήρχισαν να καταφθάνουν εις Τήνον προσκυνηταί -ήλθεν και ο Κολοκοτρώνης ακόμη με τον Νικηταράν- προσφέροντες τάματα. Ηκούσθησαν και αι πρώται φήμαι, περί θαυμάτων εις τους απλούς. Ο τότε Επίσκοπος Γαβριήλ, προεστάτησεν διά να αρχίσει να κτίζεται εκεί ο ναός της Παναγίας, με μάρμαρα οπού έφερνον με πλοία εκ της Δήλου...

 Το ζεύγος έρριψεν  τους οβολούς του εις το παγκάριον του ναού, ομού και τας παραγγελίας φίλων, ήναψε κηρία και ησπάσθη την ξακουστήν εικόνα της Θεοτόκου. Είτα, εξήλθον εις τον αύλειον. Ο σύζυγός βεβαίως, είχεν επισκεφθεί πάλιν την Τήνον με μίαν θεία του όταν ήτο εννέα ετών, αλλά δεν ενεθυμείτο πολλά. Ήτο τον Ιούλιο του εβδομήντα τέσσερα, ολίγας μόνον ημέρας πριν την εισβολήν των Τούρκων εις την Κύπρον. Έκτοτε, είχον περάσει πενήντα ολόκληρα έτη... Είχεν και μίαν φωτογραφίαν μάλιστα, εξ εκείνων των ημερών. Εστέκετο παιδίον εννέα ετών -λιγνό, με κοντήν περισκελίδαν- εις την κλίμακα του ναού της Μεγαλόχαρης. Πώς επέρασεν μισός αιών...

 Εις τον αύλειον έναντι του ναού, επεσκέφθησαν την αίθουσαν της συλλογής "Παπαδόπουλου". Μία πολύ ευγενής κυρία, τους έκαμεν ξενάγησιν εις πάμπολλους ζωγραφικούς πίνακας, έπιπλα -είδον ακόμη με μεγενθυντικόν φακόν και εν σπυρί καλαμβοκίου, όπου επάνω του ήτο γραμμένο ολόκληρον το "πάτερ ημών". Είδον και άλλα ενδιαφέροντα της εξ Αιγύπτου πλουσίας οικογενειακής συλλογής -κοσμήματα από ελεφαντόδοντο και άλλα πολλά- οπού κάποτε ο άτεκνος υιός Παπαδόπουλος, εδώρισεν μεγαλοψύχως εις τον ναόν. Επεσκέφθησαν επίσης και ετέραν αίθουσαν ανατολικώς, όπου είδον ανάμεσα σε άλλα θαυμαστά και εν εκ των παγκοσμίως σπανίων αντιγράφων της Χάρτας του Ρήγα, καθώς και εν δαχτυλίδιον οπού λέγεται πως είναι αφιέρωμα, του ήρωος Θεοδώρου Κολοκοτρώνη...
 Εντύπωσιν τους έκαμεν η νοικοκυροσύνη του ναού και το σέβας έναντι των πιστών. Δεν υπάρχουσι εκεί αγοραπωλησίαι, χριστεμπορίαι με αγιασμούς, λαμπάδας και λιβανωτά. Απηγορεύεται κάθε τέτοια συναλλαγή, εντός του αύλειου χώρου του ναού. Και εις πένης ημπορή να προσφέρει κηρίον και να λειτουργηθεί, ακόμη και αν δεν διαθέτει οβολόν. Όσο διά το αγίασμα, ο καθείς δύναται να προμηθευθεί εάν επιθυμεί, εκ των καμαρών του ισογείου, εις τα έγκατα του ναού υπό βρύσεως, οπού πλησίον ευρέθη η ένδοξος εικών. Υπάρχουν εξομολογητήρια και επίσης ξενώναι διά τους πτωχούς επισκέπτας, όπου ημπορούν να καταλύσουν έως τριήμερον... 
 Τα εμπόρια πάντως, εγένοντο υπό επαγγελματιών πολιτών και μαγαζία εκτός του ναού, εις την οδό οπού ωδήγει εις θάλασσαν. Εκεί, ηδύνατο τις, να αγοράσει τα πάντα... Λαμπάδας, θυμιάματα, αγιασμούς, εικόνας, κομποσχοίνια...




 Υπήρχεν εκτός του ναού και εν χάλκινον άγαλμα  απροσώπου ικέτιδος, μέγα ως το ύψος τριών ανδρών. Ήρχετο γονυπετής εκ της θαλάσσης και είχεν απλωμένη την δεξιάν ικετευτικώς προς τον ναόν, προσφέροντας ίσως τα ύστατα πολύτιμά της ως τάματα. Σιμά του αγάλματος... εις την άκρην της οδού όπου επετρέποντο τα οχήματα, η αληθής ατραπός της ικεσίας, στρωμένη με πορφυρόν ύφασμα. Όσοι είχον τάμα να φθάσουν γονυπετείς εις την Παναγία, έπαιρνον εκ του μέρους της θαλάσσης αύτην την ατραπόν -οπού επροστατεύετο εξ' ευωνύμων υπό χθαμαλού κιγκλιδώματος- και ήρχοντο αργά... Άλλοι μόνοι με μίαν μανδήλαν εις την κεφαλή, να προστατεύονται εκ του ηλίου και ίσως εκ των αδιακρίτων βλεμμάτων... άλλοι με βοηθό σιμά, διά να τους δίδει ενίοτε ολίγον ύδωρ ή να τους παροτρύνει να συνεχίσουν. Πόσην απόγνωσιν αλλά και εσωτερικήν δύναμιν, προϋποθέτει τοιαύτη ταπείνωσις! Να εξαφανίζει τις τον εγωισμόν του, δι' εν αμφίβολον μεταφυσικόν ενδεχόμενον! Δι' εν θαύμα!  Ποίος γιγνώσκει όμως τα αδιέξοδα, τας οδούς και λοιπούς ατραπούς οπού είχον εξαντλήσει οι ικέται, διά να φθάσουν να επιζητούν δι' αυτού του τρόπου λύτρωσιν ή εξιλέωσιν. Αγνοώμεν τον βίον των, τι τους γονάτισεν εδώ, δεν είμεθα άξιοι να τους κρίνωμεν. Ποίος γιγνώσκει... Ημπορεί να ευρεθεί ο καθείς ανά πάσα στιγμή, εις αυτήν την πορφυράν στενωπό της οδύνης και της ικεσίας. Ουδένα είμεθα άξιοι να κρίνωμεν, παρά μόνον να χαμηλώσωμεν την κεφαλήν εις το μαρτύριον και να ευχηθώμεν λύτρωσην, διά τας ψυχάς του κόσμου όλου. Και ουχί μόνον να ευχηθώμεν, αλλά να αγωνιζώμεθα σθεναρώς δι' αυτό...


 Διά την επομένη, είχον αποφασίσει να γνωρίσωσι την νήσον. Εκίνησαν με το όχημά των σχετικώς ενωρίς, οδεύοντας βορειοδυτικά, προς την καρδίαν της νήσου. Όσο ανέβαινον υψηλά εις το εσωτερικόν, ήτο ως να ίπταντο...
 Δαντελωταί ακτογραμμαί κάτωθεν... Αγρία ομορφιά με αποκρήμνους βράχους, δωρίζουσα όμως ενίοτε, ηρέμους ημικυκλίους όρμους μεθ' αρμυρικίων και άμμων. Αγρία ομορφιά! Ως η Τήνος να είναι ανάγλυφον σβησθέν, ηφαίστειον. Καφέ και κίτρινον... λίθοι και βράχοι. Αρχαία δώρα ίσως, της εξαδέλφης Θήρας, ότε εκείνη εξεράγη. Ανωφέρειαι και κατωφέρειαι. Εις μέρη νομίζει τις, πως ευρίσκεται εις άλλον πλανήτη. Βωλάξ και ο ήλιος να καίει! 




 Εις τας οδούς οπού αναβαίνουν εις μαρμαροχωρία, ενεφανίζονται σπανίως ελαίαι και συκέαι ένθεν κακείθεν... Κακορίζικαι όμως, να μαραζώνουν επάνω εις την καυτήν πέτραν δι' ολίγον ύδωρ.
 Εις αυτόν τον σκληρόν τόπον, αναρριχάται αιώνες τώρα και ο Τηνιακός. Παρεμέρισεν τους λίθους, έφτιαξεν αναβαθμίδας, γυρεύων απεγνωσμένα ολίγον χώμα να σπείρει σίτον, να φάγει αγκινάρα και ψωμί. Και επεχείρησεν εις την πέτραν. Λίθον ηύρεν, λίθον έμαθεν. Αγκίστρωσεν εις τα απόκρημνα βράχια οίκους, χωρία, μονάς, μαντριά, περιστερώνας, ανεμομύλους. Με κόπον και ιδρώ. Και αφού έμαθεν την πέτραν, επεχείρησεν εις το μάρμαρο, να στολίσει τους οίκους και τους τάφους του πέρα κόσμου... Και βεβαίως εις την θάλασσαν, οπού ζώνει την νήσον γαλάζια θεά. Καρδιανή, Υστέρνια, Πύργος... Η Τήνος όλη, με λίθους, ιχθύες και τύρον εβίωσεν.
 Ωσότου οι κόποι και τα αίματα τόσων αιώνων, εσυνωμότησαν διά να φανερώσουν κάποτε το ωραιότερον άνθος της νήσου... Άλικον, δραματικόν, τραγικόν! Με θεία δύναμη όμως εντός του, να φανερώνει εκ του βασανισμένου υπέρου του... Κοιμωμένες, Θεούς, σατύρους και... αφθάρτους φθαρτούς! Ο πείσμων και κακοποιηθής. Ο τρελός του χωρίου, ο λησμονηθείς!.. Η μυστική μαστορική όμως αγνώστων ανά τους αιώνας πετράδων, συμπεπυκνωμένη εις χείρας του, να γίνεται τέχνη αραχνοΰφαντος, υψηλή. Τόση ευθραυστότης... οπού σμιλεύει, τελείαν ομορφιά και σταθερότη! Ο Γιαννούλης του Πύργου! Ο Χαλεπάς της Ελλάδος! Ισάξιος του Φειδίου... Η νίκη της Τήνου η παντοτινή! 
Λίθον ηύρεν, λίθον έμαθεν...




 -Αχ τάρτα αγκινάρας! Να δοκιμάσουμε!
 -Άντε πάλι με τις αγκινάρες σου...
 Εκείνην την μεσημβρίαν ήσαν εις το μικρόν χωρίον Κρόκος, τμήμα της ευρυτέρας κοινότητος Κώμης, προς την βόρειαν πλευράν της νήσου, οπού ευρίσκεται εις την κοιλάδαν Λιβάδι και καταλήγει εις τας δύο παραλίας της Κολυμβήθρας. Πριν μεταβούν εις Κρόκον, εκάθισαν ώρας εκεί.
 Εκολύμβησαν και εξάπλωσαν κάτωθεν των αυτοσχέδιων αλεξηλίων υπό καλάμων και ξύλων σε σχήμα μανιταρίου, οπού εποχιακοί επιχειρηματίαι είχον τοποθετήσει εις εν τμήμα της παραλίας, διά να προσελκύουν τους λουομένους. Μεθ' αμοιβής βέβαια. Είκοσι ευρώ το αλεξήλιον. Αισχροκέρδεια!... Πέραν αυτού οι επιχειρηματίαι, επώλουν φαγητόν, χυμούς και ποτά εν μέσω ισχυράς ροκ μουσικής, έχοντες ως κέντρον εν πρόχειρον καταυλισμόν υπό ξυλίνων κατασκευών, τεντών και δύο παλαιών οχημάτων οπού είχον μετατρέψει, άλλο εις μαγειρείον, άλλο εις καντίναν και μπαρ. 




 Η θάλασσα έμπροσθεν γαληναία, θερμή. Μία αγκάλη ερωτική, όπου σε έπαιρνεν και δεν ήθελεν να σ' αφήσει. Την απήλαυσαν!
 Σεπτέμβριος μα οι λουόμενοι ακόμη πολλοί. Έλληνες και ξένοι. Κυρίως νέοι. Ο σύζυγος εθαύμασεν την ωραιότητα και σφριγηλότητα των γυναικών ολόγυρα. Έτη είχε να ιδεί τόσο ωραίας, όλας μαζί εις μίαν παραλίαν. Εάν είχε ιδεί κιόλας ποτέ. Δεν ήξευρε ποίαν να πρωτοθαυμάσει. Διακριτικώς βεβαίως...
"Τι διάολο... Από οντισιόν τις περάσανε, για να τις φέρουν εδώ σήμερα;" εσκέφθη... 




 Όπισθεν της μακράς τοξοειδούς παραλίας της Κολυμβήθρας, υπήρχεν μικρά λιμνοθάλασσα. Βαλτώδης περιοχή... Παραδείσιος τόπος όμως, διά πολλά είδη νησσών, κύκνων και άλλων υδροβίων πτηνών. Ήτο μία όασις η κοιλάς ετούτη. Εκ των ελαχίστων της Τήνου, οπού ήρχοντο εις αντίθεσιν με τον εν γένει πετρώδη και άγριον χαρακτήραν της. Έσωθεν προς Κώμην, θα είχεν ακόμη και μικρά περιβόλια...


 Δεν έφαγον όμως εις Κολυμβήθραν. Είχον εκ των προτέρων εντοπίσει εις Κρόκον, μυστηριώδην ταβέρναν φέρουσα το όνομα... Veneranda και απεφάσισαν μετά την πολύωρον παραμονήν των εις Κολυμβήθραν, να φάγουν εκεί. Εξ' άλλου δεν απείχεν πολύ. Έξι, επτά λεπτά με το όχημά των.
 Η venerànda ήτο ταβερνείον κτισμένο εις την όχθην ενός χειμάρρου, ο οποίος ετρέφετο με ύδωρ εκ των ορέων, ότε έπιπτε ραγδαίος υετός... Είτα, κατηφόριζεν προς την κοιλάδαν του Λιβαδίου. Σημείον κατάφυτον. Πλάτανοι και μουρέαι, ήτον φυσική προστασία εκ του καυτού ηλίου. Απρόβλεπτη δρόσος εις την οδόν Κολυμπήθρας-Χώρας. Μαγεία! Διέθετεν τρεις κλιμακωτάς, πλακοστρώτους βεράντας -εξ' ου και το όνομα- εις την όχθην του χειμάρρου. Αι πελάται, ημπορούσαν να καθίσουν εις την βεράνταν του ισογείου, να κατέβουν εις την μεσαίαν ή ακόμη πιο χαμηλά, εις την τρίτην βεράνταν, όπου ήτο και η κουζίνα με το μαγειρείον. Το ζεύγος επέλεξε την υστάτην και ευρυτέραν. Σκιά παχεία και δρόσος παντού!




 Η Ανδρονίκη με τον κατάλογον ανά χείρας, είχεν ήδη επιλέξει τάρταν αγκινάρας και έψαχνε με ηδυπάθειαν, το βασικό της έδεσμα, αφ' ού η τάρτα εθεωρείται απλώς συνοδευτικόν. Ησθάνετο, ως να ευρισκόταν εις τον παράδεισον. Ειδικά από την στιγμή οπού ήλθεν ο ιδιοκτήτης κύριος Νίκος, να τους καλωσορίσει. Τους είπεν εν τάχει, πως εκεί κάμουν μόνον παραδοσιακά φαγητά με παλαιάς συνταγάς, τες οποίες είχον ξεσηκώσει από γραίας της Τήνου. Όσα αναγράφονται εις τον κατάλογον, υπάρχουν! Η Ανδρονίκη ενθουσιάσθη! Εκόντεψεν να κραυγάσει από χαράν. Ως να ευρέθη αίφνης εις τον παράδεισον του θεού των αρχαίων γεύσεων!
 Δι' αυτό διηρεύνει με ηδυπάθειαν τον κατάλογον. Είχεν βάλει τα ομματουάλια της πρεσβυωπίας και ανεβοκατέβαζεν το δάκτυλον είς τας σειράς του καταλόγου, διά να επιλέξει το βασικό της έδεσμα. Και δεν κατέληγε... Ψιθύριζεν και ξαναψιθύριζεν όσα έβλεπεν, άλλοτε απεφάσιζε, άλλοτε ανήρε και ήτο ως να απήλαυε τας στιγμάς της επιλογής, ως ακριβώς απήλαυε και αυτά τα γεύματα. Ήτο ιερός δι' εκείνην, ακόμη και ο χρόνος της επιλογής των εδεσμάτων. Δεν ήθελε να χάσει τίποτα! Τέλος απεφάσισεν...
 -Τηνιακούς λαχανοντολμάδες! Αυτό! Και μπύρα... Νήσος!
 Ο σύζυγος εκ της άλλης, είχεν ήδη καταλήξει από ώρας...
 -Κόκορα κρασάτο! Σιγουριά!
 -Αυτόν με τις παπαρδέλες; 
 -Θα τους πω να αλλάξουν τις παπαρδέλες με χοντρό μακαρόνι...
 Η Ανδρονίκη έκαμε τον σταυρόν της και τον εκοιτούσε με ορθάνοικτα όμματα, ως να επρόκειτο εκείνος να διαπράξει ειδεχθές έγκλημα...
 -Συγνώμη! Θα παρέμβεις στο μενού τους; 
 -Ναι, δε μου αρέσουν οι παπαρδέλες...
 -Κακώς! Κόκορα με μακαρόνια βρίσκεις παντού. Εδώ παιδί μου, οι παπαρδέλες είναι χει-ρο-ποί-ητες! 
 Ετόνισε αυτό το... "χειροποίητες"...
 -Ας είναι! Χοντρό μακαρόνι! Στέλλα, Μίσκο, Ακάκιος... Ό,τι νάναι... Σιγουριά! 
 -Κακώς... Πολύ κακώς!... 




 Θα έλεγεν τις, πως το ζεύγος το επήγαινεν συνεχώς ως η γαλή με τον κύνα. Όμως όχι. Ήτο ηγαπημένο ζεύγος. Αι διαφωνίαι του περιορίζοντο μόνον εις τούτο το θέμα των παραδοσιακών εδεσμάτων και μόνον εις περιόδους διακοπών, ότε επεσκέπτοντο ξένα μέρη. Είχον τριάκοντα έτη συμβιώσεως, δύο παιδία και αυτά τα έτη, σπάνιαι αι στιγμαί εντάσεως μεταξύ των. Είχον αποδεχθεί ο εις τα καλά και τας ιδιοτροπίας του άλλου. Ήσαν πια ως ένα. Ως τον Ιανό με δύο πρόσωπα. Ακόμη και είς την πολιτικήν...
 Η Ανδρονίκη κατήγετο εκ παραδοσιακής αριστερής οικογενείας. Ο πατήρ και οι θείοι, έκαμον και εξορίαν. Εις θείος -αδελφός του πατρός της- είχεν εκλεγεί μάλιστα και βουλευτής με την αριστερά και ήτο διά πολλά έτη, εις την κεντρικήν επιτροπήν του κόμματος. Υψηλόβαθμο στέλεχος... συγχωρεμένος πια.
 Ο σύζυγος εκ της άλλης, κατήγετο εκ συντηρητικής οικογενείας. Ο πάππος του βασιλικός, ο πατήρ του έως το κέντρον επήγε και επέστρεψεν πάλιν εις την δεξιάν. Ο ίδιος ησθάνετο εδώ και έτη, μήτε δεξιός, μήτε κεντρώος, μήτε αριστερός. Ησθάνετο πολιτικά ορφανός. Δεν εψήφιζεν και ότε επήγαινε, εψήφιζεν κόμματα μικρά. Αυτό οπού άλλοι ονόμαζον... "δημοκρατικόν τόξον", του προεκάλει γέλωτα. Είχεν καταλήξει, πως ούτε πραγματική δημοκρατία υπήρχεν πια, ούτε ελευθερία... η οποία συνεχώς εσυρρικνούτο. 
 Επίστευεν πως όλοι οι βουλευταί, αριστεροί, δεξιοί, κεντρώοι, ήσαν χειραγωγημένοι υπό συμφερόντων εντοπίων και ξένων και ας ήρχιζαν τίνες με καλάς προθέσεις. Εν τέλει εν πλήθος αχρείαστοι χαραμοφάηδαι, οπού αλλάζουν μάλιστα κάθε τόσο διά να πληθαίνουν και να τους συνταξιοδοτεί εφ' όρου ζωής ο... καημένος. Εάν ήλλαζε με εκλογάς ο κόσμος, αι εκλογαί θα απηγορεύοντο. Ούτοι οι... παραστάται της Βουλής ήσαν εκεί διά να μην αλλάξει τίποτα. Και η Βουλή -δηλαδή η θέλησις- δεν ήτο θέλησις λαού, αλλά θέλησις αρπακτικών όπου εκρύπτοντο οπίσω από τους βουλευτάς και... παραστάτας. Η μόνη ελπίς διά να αλλάξουν τα πράγματα, ήτο μία έκρηξις... μία φωνή λαού-οργή Θεού και εις σοφός βασιλεύς -ναι βασιλεύς- διαθέτων φυσικήν στοργήν και διορατικότητα προς το μέλλον... ή μία γερουσία σοφών γερόντων. Διότι επίστευεν, πως ήτο χρεία αλλαγής εκ θεμελίων. Ήτο χρεία σοφίας εις την πολιτικήν, όπου ήτο σήμερα ανύπαρκτος. Ελπίς πάντως δεν ήτο διά τον σύζυγον, αυτή η λαίλαψ μικρών εις την ψυχήν ανθρωπαρίων, οπού τώρα εξουσιάζουν, με μόνη επιθυμία κατά βάθος να σώσουν το τομάρι των με λουφέδες και οφίτσια. Ο κόσμος ομοιάζει με καράβι, το οποίον βυθίζεται και η μόνη αίσθησις οπού κυριαρχεί είναι...  ο σώζων εαυτόν, σωθήτω!!
 Όσον διά τον λαόν, όσο εκτίμησιν και σέβας του είχεν ο σύζυγος, διά τον κάματον και τον αγώνα οπού έκαμεν διά να επιβιώσει εις αυτόν τον σκληρόν κόσμο, άλλο τόσο ωργίζετο με τας πολιτικάς επιλογάς του. Εθεώρει τον λαόν -έθετε και εαυτόν εντός της εννοίας του λαού- πολιτικώς ηλίθιο, εν σκόρπιον, από ιδεολογίας και κόμματα κοπάδι, οπού το κατακρεουργούσαν και το κατέτρωγαν εν τέλει λύκοι.
 Δια τούτο είχεν καταλήξει εις την έλευσιν ενός σοφού και διορατικού βασιλέως ή μιας γερουσίας πράγματι σοφών ενός πολιτικού συστήματος τέλος πάντων, οπού θα ενέπνεε τους πάντας, θα συνεκέντρωνε υπό των πτερών του το σκόρπιον κοπάδι και θα έστελνε τον κάθε κατεργάρην εις τον πάγκον του.
 Αύται ήσαν περίπου αι πολιτικαί διαφωνίαι των. Διότι εκείνη ως αριστερή, δεν ήθελεν να ακούει διά βασιλείς, φυσικούς ηγέτας και τοιαύτα ανάρμοστα διά τας πεποιθήσεις της.
Δεν απετέλουν όμως αύται αι διαφωνίαι του ζεύγους, μέγα πρόβλημα. Ο καθείς επίστευεν και εψήφιζεν ό,τι ήθελεν ή δεν εψήφιζεν διόλου και δεν γεννάτο θέμα. Την αυτήν ελευθερίαν, είχον περάσει και εις τα τέκνα των, χωρίς καμμίαν πρόθεσιν χειραγωγήσεως. 




Τοιαύται αντιθέσεις -εάν πάλαι ποτέ ήσαν- είχον πλέον ξεθυμάνει και μετακυλισθεί εις τας διαφωνίας των φαγητών κατά τας ημέρας της παραθερίσεως, όπου ελύοντο με αδιόρατον πείσμα και κεκαλυμμένας αστειότητας. Διότι διά κάποιον άγνωστον... μεταφυσικόν λόγον, ο σύζυγος είχεν συνδέσει εντός του ταύτας τας διενέξεις, με την πολιτικήν. Άχρι τούδε, εκέρδιζεν βεβαίως η Ανδρονίκη με τα παράξενα μα γευστικότατα εδέσματα οπού πάντα ανεκάλυπτεν... Εκέρδιζεν λοιπόν, η αριστερά! Παράδοξον, μα αι νίκαι αύται, ως να εξωράϊζαν και να διέσωζαν την θεωρουμένη από τον σύζυγον... "παρηκμασμένη πολιτική". Γεγονός αποθαρρυντικόν βεβαίως δι' εκείνον, ακόμη και αν η σύζυγος ήτο δεξιά. Δεν υπήρχεν διαφορά. Εις εν παρηκμασμένον, βαρέως ασθενές πολιτικόν σύστημα, έδρων όλαι αι πολιτικαί παρατάξεις. Και η δεξιά και το κέντρον και η αριστερά.
  Όμως με τας συντηρητικάς επιλογάς του, είχεν συνεχείς εδεσματικάς ήττας. Πράγμα οπού τον έκαμε να πιστεύει, πως αύτη η πολιτική παρακμή, δεν θα ηττηθεί ποτέ και πως η έλευσις του σοφού και δικαίου βασιλέως ή φυσικού ηγέτου, οπού ανέμενε ως άλλος Ουΐτμαν -O captain! My captain...- ήτο εν τέλει Μεσσιανισμός. Μία αφελής ουτοπία...





 Παρήγγειλαν εν τέλει, εις μίαν συμπαθεστάτην εργαζομένη και ανέμενον τα φαγητά, απολαμβάνοντες την σκιάν και δρόσον του ταβερνείου. Θα ήτο μετά την μία. Οσονούπω, ενεφανίσθη καταβαίνον εκ της κλίμακος, χαριτωμένον κοράσιον ως έξ ετών, ακολουθούμενο υπό κυρίας, η οποία εκράτει εις τας χείρας σχολικήν τσάνταν. Ήσαν η μικρά θυγάτηρ και η σύζυγος του ιδιοκτήτου -κυρία Γιάννα, απ' ό,τι έμαθον εκ των υστέρων- ερχόμεναι προφανώς, εκ του σχολείου του κορασίου εις Χώραν. Την προηγουμένην -παρά την θέρμην του Σεπτεμβρίου- είχον ανοίξει τα σχολεία. Η μικρά, αφού ενηγκαλίσθη με τον πατέρα, εκάθισεν ησύχως εις μίαν καθέκλαν και ήρχισε να ξεφυλλίζει εν παραμύθιον...
 Τέλος πάντων, εσερβιρίσθησαν και ο σύζυγος υπέστη άλλη μία βαρεία γευστική ήττα. Ο πετεινός ήτο απλώς νόστιμος. Συνήθης. Του είχεν πέσει και στηθούρι, οπού πάντα αντεπάθει. Έπρεπε να ζητήσει μπούτιον ή πτερό. Η σάλτσα καλή, αλλά τα μακαρόνια πολύ... al dente διά τας προτιμήσεις του. Έπρεπε να τους ειπεί να τα βράσουν περισσότερον, αφού ήξευρε πως η ιταλική ανοησία του μισοβράστου μακαρονίου, ήτο πια του συρμού και είχεν κατακυριεύσει την Ελλάδα. Όλοι πια εμαγείρευον, εσέρβιρον και έτρωγον, μακαρόνια al dente... Να κρατούν δηλαδή, να τα νιώθεις στον οδόντα. Ο βλάξ το ήξευρε!... 
"Στο δόντι και κολοκύθια τούμπανα!"... εψυθίρισε, ενθυμούμενος την γιαγιά και την μήτηρ του, οπού έβραζον πάντα ικανοποιητικώς τα μακαρόνια. 
Ίσως έπρεπε να παραγγείλει αυτάς τας παράξενας γεμιστάς τομάτας όχι με όρυζα και κιμά, αλλά με παξιμάδιον και τύρους Τήνου. Εφλέρταρεν ολίγον με την ιδέαν καθώς εκοιτούσεν τον κατάλογον, μα δεν το ετόλμησε. Τώρα έβλεπεν τας γεμιστάς τομάτας, να περνούν σιμά του εις δίσκους δι' άλλους πελάτας και εζήλευεν. Ο βλάξ! Έπρεπε έστω μίαν φοράν, να ρισκάρει!
 Η Ανδρονίκη, είδεν τι ετράβα ο σύζυγός της με το στηθούρι του πετεινού και τα al dente μακαρόνια -ήξευρε άλλωστε τα γούστα του- και του επρότεινε, φέρουσα τον δείκτην εις τον κρόταφον διά να του υπενθυμίσει πως τον προειδοποίησεν, να φάγει εκ των δικών της πινακίων. Όπερ και εγένετο. Αι μερίδες εξ' άλλου, ήσαν τόσο χορταστικαί όπου έφθανον και διά τους δύο. 
Αι λαχανοντολμάδαι και η τάρτα αγκινάρας, ήσαν όντως εξαιρετικαί! Πρωτόγνωραι, καθηλωτικαί... Μαγικαί γεύσεις, οπού ήρχοντο από τα βάθη του χρόνου και απεγείωναν! Ηυχαριστήθησαν! Ολοκλήρωσαν με τσιζ κέικ επικεκαλυμμένο με γλυκόν τριαντάφυλλον. Εξαιρετικόν! Ο Νίκος τους εκέρασεν τέλος και λικέρ υδροπέπωνος. Και τούτο θαυμάσιον!
 Κοντολογίς η veneranta -πέραν από τα προσωπικά γούστα και τας ιδιοτροπίας του συζύγου εις τα μακαρόνια και τα στηθούρια- ήτο μία εξαιρετική επιλογή ακόμη και δι' εκείνον, οπού ήτο πάντα σκεπτικιστής και διστακτικός με τας νέας γεύσεις.
-Να ξανάρθουμε!... εψιθύρισεν εις την Ανδρονίκην, αναβαίνων την κλίμακα της εξόδου, έχων εις το νου τας γεμιστάς τομάτας, οπού εκ της ατολμίας του έχασεν. Παρεδέχθη όμως εντός του, πως... διά μίαν ακόμη φοράν, είχεν ηττηθεί κατά κράτος από την σύζυγον, εις τον αέναον γευστικόν ανταγωνισμόν των...

 


Πλησίαζεν του Σταυρού, οπού και θα ανεχώρουν. Το ζεύγος έκαμεν ό,τι ηδύνατο, διά να γνωρίσει και έτερα χωρία της Τήνου. Επέρασεν εκ της Στενής, του Τριαντάρου, όπου και έφαγεν εις εν ταβερνείον με θαυμασίαν θέαν προς το Αιγαίο. Επήγαν και εις άλλα χωρία της ιδίας γραμμής, εντυπωσιάσθησαν και με τον λαβυρινθώδη Τριπόταμον. Παραλλήλως, εκολυμβούσαν και ελιάζοντο εις τας παραλίας. Εις του Αγίου Φωκά όπου ήτο σιμά της Χώρας, εις του Αγίου Ιωάννη... το Λαούτι. Κατέβησαν ακόμη και εις τον όρμον των Καλυβίων, όπου είδον την μεγαλυτέρα γαλή, οπού είχον ιδεί εις την ζωήν των... 




 Κοκκινόχρους, παχεία, ωμοίαζεν με αγριόγαταν εις το μέγεθος και τίγρην εις το ύφος. Ενεφανίσθη αίφνης εις την άμμο να τους γνωρίσει. Επλησίαζεν αργά, σιμά των κυμάτων οπού εκτυπούσαν εις την άμμο και ήφριζαν... Φυσούσεν εκ Σύρου, νότιος άνεμος. Η γαλή εκοίταζεν τα ισχυρά κύματα χωρίς φόβον και με κάποιαν μάλιστα περιφρόνησιν. Ήρεμος. Εν τέλει ήλθεν σιμά του ζεύγους, την εχάιδεψαν, την ετάισαν και ότε εκείνη είδεν, ότι ετελείωσεν εις τας χείρας των το πεσκέσιον, απεμακρύνθη με αργόν βηματισμόν... υπερήφανη ως ακριβώς ήλθεν. 




 Δεν ήτο όμως η μόνη υπερήφανος γαλή της Τήνου. Η Χώρα ήτο γεμάτη από δαύται. Καλοταϊσμέναι. Καλομαθημέναι... Εάν τις, επιθυμεί να αγοράσει μίαν τσάνταν ας είπωμεν, θα πρέπει να ενοχλήσει μίαν γαλήν, ήτις κοιμάται μακαρίως εις το πανέριον του μαγαζίου με τας τσάντας. Άλλαι είναι εις το μέσον του πεζόδρομου ξαπλωμέναι ανάσκελα, με τους πόδας προς τον ουρανόν διά δρόσον, έτεραι περιπατούν βαριεστημέναι ανάμεσα των ανθρώπων οπού μάλλον, τους θεωρούν υπηρέτας των. 




 Εάν αι γαλαί της Τήνου έχουν μίαν φιλοσοφίαν -οπού μάλλον έχουν, αλλά είναι άγραφος- αύτη θα έλεγεν πως ο ανθρωπινός κόσμος εφτιάχθη, διά να καλοπερνούν εκείναι. Διότι, τοιουτοτρόπως εφέροντο... Ως αύται να ευρίσκοντο εις την κορυφήν της αλύσσου και οι άνθρωποι να είναι υπηρέται των. Αι γαλαί της Τήνου, δεν παρακαλούν διά φαγητό, διότι είναι συνεχώς χορτάται. Εάν τας καλέσεις όμως, θα έλθουν αργά να δοκιμάσουν ό, τι τους δίδεις. Τους αρέσει; Θα φάγουν ολίγον, αλλά όχι λαιμάργως αφού δεν πεινούν! Θα φάγουν το καλύτερον οπού τους δίδεις και το λοιπό θα το αφήσουν απείρακτον. Δεν σε παρακαλούν. Ούτε ευχαριστούν. Θεωρούν, ότι είσαι υποχρεωμένος έναντί τους. Ως να υπάρχει αρχαίον συμβόλαιον. Δεν ζουν αλλού, τόσο ευτυχή ζώα. Ο σύζυγος τας εθαύμασε -έτσι ανέμελαι και υπερμεγέθεις καθώς είναι- και εθεώρησε πως επρόκειτο διά ειδικήν, ξεχωριστήν ράτσαν...
 -Είναι οι γάτες της Παναγιάς!... εψιθύρισεν κάποιαν στιγμή, χαιδεύων μίαν οπού είχεν έλθει και ετρίβετο εις τους πόδας του. 
 Διότι και αυτό απαιτούν συχνάκις αι γαλαί της Τήνου... Φυσικοθεραπείαν! Χάδια και μασάζ εκ των... υπηρετών ανθρώπων!




 Την παραμονήν της αναχωρήσεως, είχον αποφασίσει να ικανοποιήσουν δύο επιθυμίας των. Την πρωία να επισκεφθούν διά δευτέραν φοράν, το χωρίον οπού είχεν διακριθεί εντός τους περισσότερον, εξ' όσων αυτάς τας ημέρας εγνώρισαν και την εσπέραν να μεταβούν εις την Χώραν, ώστε να αποχαιρετήσουν την Τήνο με εν καλό δείπνο. 
 Διά το πρώτο ομοφώνησαν ασκαρδαμυκτί, αν και τους ήρεσαν και άλλα χωρία, ως ο Τριπόταμος. Εκείνο όμως οπού τους είχεν εγγίξει περισσότερον και επεθύμων να ξαναϊδούν, ήτο η Καρδιανή. Διό και οκτώμιση, ευρίσκοντο ήδη εκεί και εκάθοντο εις το δευτερεύον μπαλκόνιον του πανέμορφου καφενείου της Δήμητρας, οίον ευρίσκετο έναντι του μαγαζίου και της στενοτάτης οδού. Μικρόν... με βίαν εχώρει, μόνον δύο στρόγγυλα τραπέζια. Προφανώς το ενοικίαζον από τον ιδιοκτήτην του ερήμου εκείνου οίκου, κατά τους θερινούς μήνας. Το ζεύγος, είχεν μάλιστα παραγγείλει και έμπροσθέν του είχον τοποθετηθεί, καφέδες και γλυκό βύσσινον...




 Η Καρδιανή! Εν θαύμα αρχιτεκτονικής! Εξ' ολοκλήρου κτισμένη, εις την πλαγιά ενός αποτόμου κρημνού, εντός μίας οάσεως δένδρων, φυομένων εκ των απροσμένων εις αυτόν τον ξηρόν τόπο, πηγών και υδάτων. Πανέμορφη και απόκρημνος με τον ναό της Αγίας Τριάδος και το υψηλό κωδωνοστάσιον, να ατενίζει αιώνες τώρα την Σύρον και το Αιγαίο. Και εις το λαγκάδι πιο κάτω... συνύπαρξις. Ο καθολικός ναός, των γενεθλίων της Θεοτόκου. 




 Οικίσκοι εν γένει μικροί, ασβεστωμένοι ως λευκαί φωλέαι με χρωματιστάς θύρας και παράθυρα. Οδίσκοι ανάμεσο, οπού μόλις χωρούν δύο ανθρώπους. Θα ειπείς "καλημέρα" εις το συναπάντημα, ακόμη και εις έναν ολότελα ξένον. Καμάραι και βρύσαι. Πέτριναι σκάλαι καθέτως των οδίσκων, διά να κατεβαίνει τις εις τας χαμηλωτέρας σειράς, των εκτεταμένων εις το βάθος του κρημνού οίκων. 




 Σπανίως αλλού, έχει γενεί τόσο αυστηρά εξοικονόμησις χώρου, τόση μελετημένη χρήσις των επί μέρους παραμικρών μεταβολών του κρημνιαίου εδάφους, διά να επιτευχθεί τέτοιον λυσιτελές θαύμα. Οπού δεν έγινε υπό σπουδαγμένων εις τας Παρισίους αρχιτεκτόνων, αλλά υπό αγραμμάτων Τηνιακών κτιστάδων, αιώνας τώρα! Διότι μόνον μία διαχρονική και ευφυής λαϊκή μέθεξις, ημπορεί να γεννήσει και να διατηρήσει εις έναν κρημνόν τοιούτους ανθεκτικούς οίκους, τοιαύτην απλή και ταπεινή ομορφιά, οπού είναι εις το ύψος της ψυχής του ανθρώπου. Η ιδία η ψυχή του ανθρώπου! Τον καθέναν τον αποκοιμίζει και τον εγείρει ξανά ο οίκος του. Ήρεμος, απλούς, ταπεινός, με αισθητικήν οίκος, τέτοιον άνθρωπο ξεπροβοδίζει κάθε πρωίαν εις την θύραν του. Εκ τούτου λοιπόν, ας αρχίσουν να ερμηνεύωσι οι ειδικοί, την έξαρσιν της βίας εις των... Εθναρχών τας πόλεις. Οπού εστοίβαξαν ως πιθήκους σε κλωβούς και πατώματα τους ανθρώπους, διά να οικτίρει και να μισεί ο εις, θανασίμως τον άλλον...






 Εις το κύριον μπαλκόνιον του καφενείου -γραφικότατον, αλλά διόλου ευρύχωρον και εκείνο- έπιον καφέ ένιοι εντόπιοι. Απόμαχοι σχεδόν της ζωής. Ομίλουν περί ποδοσφαίρου μόνον διατί, ως είπον, δεν αξίζει σήμερον να ομιλεί τις διά πολιτικήν. Η αίσθησις αποξενώσεως από τας αποφάσεις της εξουσίας, εγενικεύετο. Παρά την απογοήτευσιν όμως, οι εντόπιοι είχον πνευματικήν σπιρτάδαν, ροπήν προς αστειότητας και ακόμη ευφράδειαν. Ομίλουν υπέροχα την ελληνικήν. Ο σύζυγος δεν έχασεν την ευκαιρία να κουβεντιάσει ολίγον μαζί των. Τα αντικριστά μπαλκόνια άλλωστε του καφενείου, ήσαν τόσο σιμά!




 Προσηνείς και θερμοί, άλλος τον είπε πως εδούλευε από δεκατριών ετών εις την οικοδομήν, άλλος πως εις την ζωήν του ηργάσθη ως λιμενεργάτης και ψαράς, άλλος πως η Καρδιανή συγκρατεί τους χειμερινούς μήνας, μόνον τριάντα ως σαράντα κατοίκους -κυρίως συνταξιούχους, κατά συνέπειαν... το χωρίο δεν διαθέτει σχολείον δημοτικόν. Τους θερινούς μήνας όμως, ζωντανεύει και αποτελεί πόλον έλξεως διά πολλούς Έλληνας και ξένους, οπού έρχονται εδώ διά να εύρουν γαλήνην και ηρεμία. 




 Ο σύζυγος δεν εχόρταινε να ακούει. Και να θαυμάζει ολόγυρα. Γραφικότης! Ως να ευρίσκετο εντός παραμυθίου. Όλα εδώ ήσαν μικρά. Οίκοι, οδοί ,τραπέζια, σκαλοπάτια. Όλα εδώ, εμεγένθυνον τον άνθρωπο!
 -Ψωμί κι ελιές!... εψιθύρισεν εις την σύζυγόν του κάποιαν στιγμή.
 Εκείνη τον εκοίταξε με απορίαν.
 -Ψωμί κι ελιές μόνο να έχω, να περάσω έναν χειμώνα εδώ. Τις νύχτες να ακούω τη βροχή και τον αέρα... Τα πρωινά να πίνω καφέ μ' αυτούς εδώ και μετά να διαβάζω και να γράφω... Αυτή είναι η ευτυχία!
 Η Ανδρονίκη τον εκοίταζεν χαμογελώσα...
 -Λόγια! Τον χειμώνα, δε θα άντεχες, ούτε βδομάδα εδώ!... αντέτεινε και εσηκώθη...
 -Πάω να εξερευνήσω! Και να φωτογραφήσω!... είπεν και εχάθη αργά, εις τας οδίσκους της Καρδιανής.
 Ήτο πάντα η ρεαλίστρια της συντροφίας...


 Την εσπέραν μετέβησαν εις την Χώραν. Άφησαν το όχημα εις τον λιμένα, πλησίον του μνημείου της Έλλης, οπού ετορπιλίσθη υπό ιταλικού υποβρυχίου τον Δεκαπενταύγουστον του χίλια εννεακόσια σαράντα. Ήτο διά την Ελλάδα, η αρχή των δεινών του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, ως και του εμφυλίου, ενός εμφυλίου οπού άλλοι τον έλεγον ακόμη... ανταρτοπόλεμον, άλλοι συμμοριτοπόλεμον. Το βέβαιον όμως είναι, πως αι ρωγμαί του είναι εμφανείς εις την ελληνικήν κοινωνία έως σήμερα και ας όψονται οι αίτιοι. Ένθεν κακείθεν...




 Πριν δειπνήσωσι, εβόλταραν ανατολικώς, κατά μήκος του λιμένος, οπού πολλά κότερα εντοπίων και ξένων υπό διαφόρους σημαίας, ήσαν αγκυροβολημένα εις την προκυμαίαν. Είτα έκαμον ψώνια και ότε ησθάνθησαν ότι ήτο ώρα, το απεφάσισαν. Ο σύζυγος προητοιμάσθη ψυχολογικώς και ως γενναίος... πολέμαρχος, ερίφθη προς αναζήτησιν του καταλλήλου ταβερνείου, σίγουρος διά μίαν ακόμη οικτράν, γευστικήν ήτταν...
 Εις την αρχήν του πεζόδρομου με τα μαγαζία, οπού οδηγεί εις τον ναό της Μεγαλόχαρης, είχον από ημέρας εντοπίσει γραφικόν, λαβυρινθώδες στενό, όπου εντός του υπήρχον μικρά ταβερνεία. Είχεν όμως υγρασίαν και ζέστην και η ατμόσφαιρα εντός του στενού, ήτο κάπως αποπνικτική. Διό και επέλεξαν εν ταβερνείον εις την γωνίαν του στενού και του πεζόδρομου, οπού είχεν θέαν προς τον ναόν και τον λιμένα. Εκεί, εφύσα ενίοτε και ελαφρά όστρια. Ήτο καλά. Κόσμος πηγαινοήρχετο ένθεν κακείθεν. Παραμονή του Σταυρού και είχον καταφθάσει εις την νήσον και άλλοι προσκυνηταί...




 Η Ανδρονίκη, επαρήγγειλεν -ω τι έκπληξις!- αγκινάρες! Ο σύζυγος μιάν ψητήν τσιπούραν. Και τα συμπαρομαρτούντα...
 Η γυνή, διά ακόμη μίαν φοράν, διεφώνησεν με την επιλογή του συζύγου...
 -Και πιστεύεις τώρα, πως επειδή είσαι σε νησί, θα σου φέρουν φρέσκια τσιπούρα! Κούνια που σε κούναγε! Απ' την κατάψυξη θα τη βγάλουν! 
 -Και κατεψυγμένη, καλή είναι!... απήντησε εκείνος.
 Επάνω εκεί, διέκρινον έναντι, δύο πατριώτισσάς των. Τας εφώναξαν. Είχον φθάσει σήμερον διά προσκύνημα. Την επαύριον θα αναχωρούσι πάλι. Αφού τα είπον ολίγον, οσονούπω αι πατριώτισσαι επήγαν εις την δουλειά των.
 Εις το τραπέζιον, ήλθεν πρώτα το κουβέρ. Είτα, το τυροπιτάρι και η σαλάτα. Και δύο μπύραι. Νήσος διά την σύζυγον και εκείνου ως πάντα, μία άνευ αλκοόλ. Εταλαιπωρείτο από αυχενικούς ιλίγγους ο καημένος και το αλκοόλ, επεδείνωνε την κατάστασιν. Δι' αυτό και το είχεν κόψει. Ήρχισαν να τσιμπολογούν...
 -Πώς φαντάζεσαι τις αγκινάρες;... ερώτησεν την Ανδρονίκη.
 Το πρόσωπόν της εφωτίσθη... 
 -Μμμμμ...Α λα πολίτα ρε παιδί μου! Με αγκινάρες φυσικά, πατατούλες... καρότα και άνηθο! Και φυσικά μελωμένη λευκή σάλτσα! Αυτό! 
 Έτριψεν τας χείρας της...
 -Κι έχω μια πείνα! 
 Ήκουσαν τούρκικα. Πλησίον ήτο τουριστικόν πρακτορείον. Τρεις Τούρκοι -το ζεύγος είχεν ιδεί εις την προκυμαία και δύο κότερα με την σημαία της ημισελήνου- προσεπάθει, άλλοτε με την γλώσσαν των, άλλοτε αγγλιστί, να συνεννοηθεί με την υπάλληλο του πρακτορείου. Ήθελον να μεταβούν την επαύριο εις Μύκονο. 
 -Αυτοί μοιάζουν με Ευρωπαίους, δε μοιάζουν με Τούρκους... είπεν η Ανδρονίκη. 
 Ο σύζυγος χαμογέλασε.
 -Έλληνες είναι, αλλά δεν το ξέρουν!...
 Εκείνη τον εκοίταξε με απορίαν.
 -Τι εννοείς; 
 -Εννοώ, πως μετά την ήττα του αυτοκράτορα Ρωμανού στο Ματζικέρτ... το χίλια εβδομήντα ένα, οι Σελτζούκοι Τούρκοι, άρχισαν να εξισλαμίζουν σιγά σιγά, τον ελληνικό πληθυσμό, της Μικράς Ασίας. Όχι μόνο στα παράλια, αλλά και βαθύτερα. Όπου υπήρχαν αρχαίες ελληνικές πόλεις. Και χωριά. Άλλοτε εξισλάμιζαν με τη βία, άλλοτε με το καλό. Κράτησε αιώνες αυτή η δουλειά. Οι Τούρκοι ξέρουν να περιμένουν. Γενεά τη γενεά, αυτοί οι Έλληνες ξέχασαν την πραγματική καταγωγή τους. Νομίζουν πως είναι Τούρκοι, αλλά σίγουρα τους περιμένει μια μεγάλη έκπληξη αν κάνουν τεστ dna...
 Η Ανδρονίκη παρηκολούθη με μεγίστη προσοχή. Ήπιεν μία γουλιά εκ της μπύρας της.
-Ενδιαφέρον!... απήντησε. 
-Γι' αυτό μοιάζουν με μας...
 Ήλθεν ο κύριος του καταστήματος με τον δίσκον. Πρώτα εναπετέθη εις την τράπεζαν η τσιπούρα. Τριγύρω ροδέλαι τομάτας και άνωθεν του ιχθύος, ολίγα φύλλα μαϊντανού. Ωραία εφαίνετο. Όταν όμως ηκούμπησεν έμπροσθεν της Ανδρονίκης το πινάκιον με τις αγκινάρες, ο σύζυγος εσκίρτησε εντός του...
 "Τώρα, θα γελάσουμε!" εσκέφθη, μα δεν το έδειξεν. 
 Ήτο ένα πτωχότατον πινάκιον, με έξι επτά νερόβραστας μικράς αγκινάρας. Τίποτε άλλο! Μήτε πατάται, μήτε καρότα, μήτε μελωμέναι σάλτσαι και κρέμαι. Ουδεμίαν σχέσιν με... Α λα πολίτα! Μάλλον το είχον μόνον διά σαλατικόν. Ο σύζυγος εκοίταξεν αστραπιαίως την συζυγόν του. Εκείνη είχεν απομείνει ενεά με την στεγνότητα του εδέσματος, μα πάλιν... δεν ήθελεν να το δείξει. Ήπιεν μίαν γουλιάν μπύρα. Ευρίσκετο εις κατάστασιν σοκ...
 Ο σύζυγος πάλι, ως να μην έτρεχεν τίποτα. Εχώρισε το κεφάλι της τσιπούρας και ήρχισε να τρώγει αργά αργά κάθε τεμάχιον. Τας παρειάς του ιχθύος, τους οφθαλμούς... έγλειφεν και ρουφούσε το παραμικρό οστό, παρακολουθώντας συνάμα διακριτικώς και την συζυγόν του. Μετά τόσας ήττας, είχεν αποφασίσει να την αφήσει δι' ολίγον... να βράσει εις τον ζωμόν της. 
 Η Ανδρονίκη εδοκίμασε εν αγκιναράκι. Μάλλον δεν ενθουσιάσθη διόλου, διότι ξεροκατάπιεν και κατόπιν, επήρε ένα κομμάτι τηγανόψωμο και ήρχισε να το τρώγει αναφανδόν, κοιτώντας επιμόνως τον σύζυγόν της. Έτσι έκαμε πάντα, ότε ευρίσκετο εις υπερέντασιν. Τον εκοίτα επιμόνως σιωπηλή, έως εκείνος καταλάβει διατί εβασανίζετο. Εσυνέχιζε λοιπόν να τρώγει μόνον τηγανόψωμον, περιφρονών πλήρως τας αγκινάρας.
 Ο σύζυγος όμως έκαμε τον χαζόν. Είχεν τελειώσει με το κεφάλι του ιχθύος και ετράβα τώρα τους ραχιαίους άκανθας, διά να το χωρίσει. Η Ανδρονίκη έβραζεν. Πήρε και άλλο κομμάτι τηγανόψωμο και εσυνέχιζε να τρώγει κοιτώντας επιμόνως τον συζυγόν της...
 "Δεν μπορεί να μην καταλαβαίνει, ότι δεν μ' αρέσουν αυτές οι αγκινάρες... Κάτι θα πρέπει να κάνει και δεν το κάνει!" ... εσκέπτετο. Ημπορούσε βέβαια να παραγγείλει κάτι άλλο, αλλά αυτό θα ήτο παραδοχή ήττας! Εσυνέχιζε λοιπόν να τρώγει τηγανόψωμο -εκόντευε να το τελειώσει- να πίνει πότε πότε ολίγην μπύρα και να κοιτάζει επιμόνως τον σύζυγο...
 Εκείνος πάλι... αργά τα ζα. Είχεν χωρίσει την τσιπούραν, είχεν αφαιρέσει το κεντρικόν οστούν και έριχνε λεμόνι. Βέβαια εντός του, ήτο έτοιμος να ξεσπάσει εις γέλωτα. Με κόπον εκρατείτο.  Του ήρχετο να τρέξει εις το λιμάνι -βαθέως εις το μνημείον της Έλλης, όπου ήτο σκότος σχεδόν και δεν ήσαν άνθρωποι τέτοιαν ώρα- και να αφήσει τον εαυτόν του ελεύθερον να ξεσπάσει. Εκρατείτο όμως... Έβλεπεν την σύζυγο να είναι υπό έκρηξιν, την ήξευρε με κλειστούς οφθαλμούς. Ακόμη και την παραμικρά της κίνησιν, το κάθε βλέμμα, την ανάσα. Τώρα ήτο πράγματι, έτοιμη να εκραγεί. Είχεν χάσει το χρώμα της. Εάν την άφηνε ολίγον ακόμη, θα έβγαζε καπνούς εκ των ώτων. 
 Ο σύζυγος επήρε το εγχειρίδιον με τη δεξιάν, το πηρούνιον με την αριστεράν και τα έθεσε πάνω από την τσιπούραν, δίδων την εντύπωσιν, πως ήτο έτοιμος να την καταβροχθίσει. Η Ανδρονίκη δεν άνθεξε...
 -Θες να δοκιμάσεις μία αγκινάρα;... του είπεν με απαστράπτοντας οφθαλμούς, εκ του θυμού...
 Αφού δεν είχεν αντιληφθεί ο ανόητος, τι ετράβα εκείνη τόσην ώρα, ας δοκίμαζε μίαν αγκινάρα, να καταλάβει, με τι απαίσιον πράγμα επάλευε...
 Εκείνος συνέχιζε να κάμει τον χαζόν...
 -Ααααα αγκινάρα; Ναι, θα δοκιμάσω!.. απήντησε και ετσίμπησε μίαν με το πηρούνιον. Ήτο πράγματι απαισία. Δεν ήτο απλώς νερόβραστος... Ήτο μισόβραστος. Και εντελώς άγευστος. Ο σύζυγος δεν εκράτησε διόλου τα προσχήματα. Επήρε μίαν χειροπετσέταν και έπτυσεν εντός της, την αγκινάρα...
 -Τι αηδία είναι αυτή! 
 Και με τούτην την φράσιν, έπαιρνε εκδίκησιν, δι' όλας τας γευστικάς ήττας, οπού είχεν υποστεί από την συζυγόν του. Είτα, επήρε την ημισείαν τσιπούραν και την έθεσε εις το πινακιόν της...
 -Μετά θα πάμε στο Μεσκλιέ για Τηνιακό γλυκό!... της είπεν και την είδε να ξεθυμαίνει και να ροδίζει σιγά σιγά, πάλιν το χρώμα εις το όμορφον πρόσωπό της...





  Μεσημβρία του Σταυρού. Θερμή και ηλιόλουστος. Ο σύζυγος εκάθητο εις την πρύμνην του πλοίου οπού απεμακρύνετο εκ της Τήνου. Η επιστροφή εις τα ίδια, η αδιόρατη του θέρους φυγή, η υποψία του αφεύκτου χειμώνος οπού δεν εφαίνετο ακόμη μα ήρχετο, τον είχον γεμίσει μελαγχολίαν. Εκοίταζεν την Χώρα καθώς απεμακρύνετο και προσεπάθη να συγκρατήσει εντός του, κάθε εικόνα, κάθε ευωδία, κάθε γεύσιν, κάθε ανάμνησιν της νήσου, οπού δι' ολίγας ημέρας, εστάλαξε εντός του... τόσην γαλήνη και ομορφιά. Το υψηλό κωδωνοστάσιον του ναού της Παναγίας, εξεχώριζεν, καθώς το πλοίο απεμακρύνετο περισσότερον εκ της Χώρας.




  Την πρωίαν είχον υπάγη, διά τον ύστατο χαιρετισμόν εις την Μεγαλόχαρη. Ήτο σημαντική εορτή και υπήρχεν μέγας συνωστισμός. Ή... αριστερή του σύζυγος όμως, δεν απέφυγε να στηθεί εις την μακριάν ουρά, οπού ανέμενεν ώρας εις τον ήλιον... να ανέβει αργά, πολύ αργά τας κλίμακας του ναού, ανάμεσο εκατοντάδων στριμωγμένων πιστών και κορεσμένου χώρου ... ωσότου φθάσει δύο, δυόμισι ώρας ύστερα, έμπροσθεν της ξακουστής εικόνος, ίνα απωθέσει επάνω... το σέβας εις την ανεξάντλητην θηλυκήν δύναμη της ζωής, το ευχαριστώ εις το αιώνιο μητρικόν σύμβολο της στοργής, τον ασπασμό της ευγνωμοσύνης διά την σκέπη, της αφθάρτου ημών Μητέρας της ιερής...


Γιώργος Πύργαρης
Φιλολογική επιμέλεια: Κυριάκος Γεωργιάδης