με velvet χαρτί και mat εξώφυλλο
με barcode επίσημα και σμόκιν.
Μην τα βλέπεις έτσι σταθερά
ακίνητα, στερεοποιημένα.
Δεν έχουν τόση αυτοπεποίθηση.
Κατά βάθος είναι ρευστά
δεν είχα μάτια να δω τα κοντινά/ παρ' αποσύρθηκα με τη ματιά του αθάνατου/ στ' ανθρώπινο μελίσσι/ να δώσω αλήθεια κι ομορφιά (Habui oculis videre propinquo Secessit etiam per oculos immortalis Alveus umano Dare veri pulchritudinem)
Μη νομίζεις.
Aυτά τα νταραβέρια
του Κ με τον Ξ, οι σίελοι
τα άρθρα αμοιβαίου
θαυμασμού σ’ εφημερίδες
δεν ήταν δα κι αθώα.
Μη νομίζεις πως κατάπληξε
-κεραυνοβόλως- το έργο
του ενός, τον άλλον.
Τρίχες!
Ο Ξ έναν πρέσβη ήθελε
να ξανοιχτούν τα έργα του
στις Κάτω Πόλεις.
Κι ο Κ μια κερκόπορτα
ν' αλώσει τα ενταύθα.
Αλισβερίσι δηλαδή!
(Άλλο αν άξιζαν σαφώς
και οι δυο την καθιέρωση.
Κι εδώ κι εκεί και εις
Μπαρμπαριά και Τούνεζι.
Αλλ' έτερον εκάτερον!)
Εἰμὶ θάλος πολυπενθές,
ὑπ᾽ ἀνδρῶν βλαστὸς ἀρίστων,
οἵτινες ἀντ᾽ ἀρετῆς ἔργων
ὀδυνήρᾳς συμφορὰς ἔπαθον.
τὸν γὰρ πάππον ἑλὼν
ἀνηλεῶς ἐφόνευσεν ὁ τύραννος,
οὐ βίᾳ ἀλλὰ δόλῳ,
φαρμάκοις λυγραῖς χρώμενος·
τὸν δὲ γεννήτορα,
τὸν ἐν πολέμοις ἀδάμαστον,
ἐχθροὶ ἀπὸ πύργου
μεγάλου κρημνίσαντες ἀπέκτειναν.
μήτηρ δ᾽ ἐπὶ Παρνασσοῦ,
ἐν σπήεσσι με ἔτεκεν,
ἔνθαδε δωδεκαετῆ
κλαῦσεν ἀποφθιμένον.
και η μετάφραση:
Είμαι ένα πολύ θλιμμένο βλαστάρι, απόγονος αρίστων ανδρών, οι οποίοι εξαιτίας της αρετής τους υπέφεραν βαριά δεινά. Τον παππού μου ο τύραννος, αφού τον συνέλαβε, τον σκότωσε ανελέητα, όχι με τη βία αλλά με δόλο, δίνοντάς του φαρμάκι ολέθριο. Τον πατέρα μου, τον ακατάβλητο στους πολέμους, εχθροί τον γκρέμισαν από ψηλό πύργο. Η μητέρα μου με γέννησε σε σπηλιές του Παρνασσού, και εδώ θρήνησε εμένα, που πέθανα σε ηλικία δώδεκα ετών.