Λίγο πιο πέρα, στενάζεις ανακουφισμένος.
Γ. Π.
Δεν είχα μάτια να δω τα κοντινά/ παρ' αποσύρθηκα με τη ματιά του αθάνατου/ στ' ανθρώπινο μελίσσι/ να δώσω αλήθεια κι ομορφιά (Habui oculis videre propinquo Secessit etiam per oculos immortalis Alveus umano Dare veri pulchritudinem)
Λίγο πιο πέρα, στενάζεις ανακουφισμένος.
Γ. Π.
Ήταν ατρόμητος. Το πιο σπουδαίο νούμερο όταν
ανέβαινε πάνω στο σχοινί, τριάντα μέτρα ψηλά και έπρεπε να το διασχίσει από τη
μία στην άλλη με τις μύτες των ποδιών του. Κάτω το χάος. Δεν έβαλε ποτέ δίχτυ
ασφαλείας. Αν έπεφτε θα γκρεμοτσακιζόταν μπροστά στα μάτια χιλιάδων θεατών,
όπου κάποιοι -κρυφοί μα υπήρχαν- διψούσαν για αίμα. Περίμεναν αυτό το μοιραίο
στραβοπάτημα, μα εκείνος τόσα χρόνια απολάμβανε να τους απογοητεύει. Και να
γοητεύει τους υπόλοιπους που τον αγαπούσαν. Που κρατούσαν την ανάσα τους όταν
τον έβλεπαν στο σχοινί. Ένιωθε μέσα του αυτήν την αγωνία αγάπης. Τα βλέμματά
τους επάνω του τα ένιωθε σα στηρίγματα κι ήταν λες αυτά... να τον συγκρατούσαν
για να μην πέσει. Ήταν σε όλα τέλειος! Περπατούσε στο σχοινί σαν κύκνος που
κολυμπά γαλήνια μέσα σε μια λιμνούλα και φτάνει απέναντι. Τότε ελευθερώνονταν
οι ανάσες. Ανακούφιση! Χειροκροτήματα! Ιαχές. Και το μυστικό βλέμμα της
απογοήτευσης εκείνων των ολίγων που περίμεναν το μοιραίο...
Όχι, ποτέ τόσα χρόνια δε δείλιασε. Ποτέ του δεν ένιωσε να χάνει την
αυτοπεποίθηση και τον έλεγχο. Μονάχα τελευταία. Όπου μια σκέψη γυρίζει συχνά
στο μυαλό του. Να παρατήσει το σχοινί. Να κατέβει στο έδαφος. Να αναλάβει τα
άλογα ή να γίνει κλόουν. Ναι, ωραία θα είναι κλόουν. Κρυμμένος πίσω από αυτήν
την όμορφη και κωμική μάσκα. Οτιδήποτε, φτάνει να πατάει σε στέρεα γη. Βαρέθηκε
το σχοινί. Κι έπειτα δεν ξέρεις πότε θα τον μισήσουν όλοι, ώστε να έρθει το
γλίστρημα το μοιραίο...
Μη νομίζεις.
Aυτά τα νταραβέρια
του Κ με τον Ξ, οι σίελοι
τα άρθρα αμοιβαίου
θαυμασμού σ’ εφημερίδες
δεν ήταν δα κι αθώα.
Μη νομίζεις πως κατάπληξε
-κεραυνοβόλως- το έργο
του ενός, τον άλλον.
Τρίχες!
Ο Ξ έναν πρέσβη ήθελε
να ξανοιχτούν τα έργα του
στις Κάτω Πόλεις.
Κι ο Κ μια κερκόπορτα
ν' αλώσει τα ενταύθα.
Αλισβερίσι δηλαδή!
(Άλλο αν άξιζαν σαφώς
και οι δυο την καθιέρωση.
Κι εδώ κι εκεί και εις
Μπαρμπαριά και Τούνεζι.
Αλλ' έτερον εκάτερον!)
Γ. Π.
Εἰμὶ θάλος πολυπενθές,
ὑπ᾽ ἀνδρῶν βλαστὸς ἀρίστων,
οἵτινες ἀντ᾽ ἀρετῆς ἔργων
ὀδυνήρᾳς συμφορὰς ἔπαθον.
τὸν γὰρ πάππον ἑλὼν
ἀνηλεῶς ἐφόνευσεν ὁ τύραννος,
οὐ βίᾳ ἀλλὰ δόλῳ,
φαρμάκοις λυγραῖς χρώμενος·
τὸν δὲ γεννήτορα,
τὸν ἐν πολέμοις ἀδάμαστον,
ἐχθροὶ ἀπὸ πύργου
μεγάλου κρημνίσαντες ἀπέκτειναν.
μήτηρ δ᾽ ἐπὶ Παρνασσοῦ,
ἐν σπήεσσι με ἔτεκεν,
ἔνθαδε δωδεκαετῆ
κλαῦσεν ἀποφθιμένον.
και η μετάφραση:
Είμαι ένα πολύ θλιμμένο βλαστάρι, απόγονος αρίστων ανδρών, οι οποίοι εξαιτίας της αρετής τους υπέφεραν βαριά δεινά. Τον παππού μου ο τύραννος, αφού τον συνέλαβε, τον σκότωσε ανελέητα, όχι με τη βία αλλά με δόλο, δίνοντάς του φαρμάκι ολέθριο. Τον πατέρα μου, τον ακατάβλητο στους πολέμους, εχθροί τον γκρέμισαν από ψηλό πύργο. Η μητέρα μου με γέννησε σε σπηλιές του Παρνασσού, και εδώ θρήνησε εμένα, που πέθανα σε ηλικία δώδεκα ετών.