Translate

Tuesday, January 31, 2012

Διακοσμητικός



Είναι βέβαια κι αυτοί
που θέλουνε τον ποιητή
ένα παιδί απόμακρο, χλωμό
παράταιρο...

με τα πανέρια και τ’ ανθάκια του
εύθραυστη μορφή στην άκρη
κυκλωμένον τον θέλουν
από ουτοπίες...

Ναι, είναι κι αυτοί που θέλουνε τον ποιητή
μιαν άσπιλην εικόνα
απ' το κακό του κόσμου
να ξεκουράζουνε καμιά φορά
τα μάτια τους...


2011

Wednesday, August 10, 2011

Κίρκη


Στην αμμουδιά -που μερεμέτιζαν οι σύντροφοι
το πλοίο της φυγής- καθόλου δεν εφάνη
μα ούτε στα παλάτια της
μονάχος του τις ερημιές, αγρίμι αναμετρούσε
και τα καλέσματά της -για δείπνα, μουσικές
και τελευταίες αγκαλιές- με πείσμα απωθούσε...

-Κι αν είναι εδώ η Ιθάκη μου;
κι αν είναι η Κίρκη μια νέα Πηνελόπη;
Να, στα σκοτάδια κιόλας, ένας αγέννητος Τηλέμαχος
με λύπη με κοιτά και να τον αναστήσω
καρπίζοντας τα σπλάχνα της, με αγωνία περιμένει...
Μήπως να μείνω εδώ;
Μήπως να δω κι εγώ έναν Τηλέμαχο
από μικρό να μεγαλώνει;
Μήπως για πάντα να ξεχάσω
το εξοντωτικό κι αμφίβολο ταξίδι;

..................................

Αύγουστο όμως, αποχαιρέτησε την Κίρκη
ενέδωσε στης Πηνελόπης το κάλεσμα το μακρινό
και στην οδυνηρή, του πρώτου Τηλεμάχου νοσταλγία
(έτσι κι αλλιώς το ήξερε... και μέσα στη δική της αγκαλιά
στη μαγική της λήθη, χαμένος στα χρυσαφένια της μαλλιά
στης ηδονής το ξέσπασμα και στα γλυκά
σαν σύκα ώριμα φιλιά -το ήξερε-
η Ιθάκη θάχε τον τελευταίο λόγο
σε τούτο το ταξίδι...)

Τώρα στη πλώρη στέκεται μισός
όχι, δεν είναι εύκολο να παρατάς μια μάγισσα
μια Κίρκη...
μια Καλυψώ...
ας είναι και μια άσημη Μαρία...



-Αύγουστος 2011-

Friday, September 24, 2010

Ο φόβος του μαιτρ




-Φρύδια θυσανωτά και βλέμμα μαύρο
μορφή σκαμμένη απ’ τον καιρό κι από τη σκέψη
κορμί γυρτό, δοσμένο στα χαρτιά και το λυχνάρι
βαρύ το στήθος στη νυχτιά, παιάνες
τραγούδια ανατολίτικα, φωτιά και γύφτοι
σμίλη η πένα, δωδεκάλογους λαξεύει...-

 Ο Παλαμάς στο εργαστήρι του σφυρηλατεί
σε μάρμαρο Πεντελικό, τη νέα Ελλάδα!
Τέχνη στιλπνή, λεπτομερής, δίχως ψεγάδι
στο θρόνο τον ανέβασε –δικαίως- του Παρνασσού
(νάνοι εμπρός του οι Δροσίνηδες
δε τον αμφισβητούν, ούτε τόνε τρομάζουν)

Μα τελευταία
κάτι γραπτά λειψά από την Αλεξάνδρεια
που φτάνουνε ανάρια στην Αθήνα
(Έλληνος ποιητού και καθώς λένε αμφιβόλου ηθικής)
σφόδρα τον μαιτρ, έχουν ανησυχήσει…

-Πώς γίνεται σε ύφος ακατάδεχτο
απλό και καταφρονημένο
μια άλλη ποίηση
πρωτόφαντη και απειλητική
τόσο μεγαλόπρεπα να πνέει;

-Πώς ένας άγνωστος (και αμφιβόλου ηθικής)
με σιγουριά και χαλαρότητα, κρυμμένη ειρωνεία
την τέχνη την Παλαμική, τολμά ν΄αμφισβητήσει;


2010

Tuesday, January 19, 2010

Ο εργώδης ποιητής


-Μήπως έχουμε
περισσότερα τραγούδια
απ' όσα μπορούμε ν' αντέξουμε;-


Ο εργώδης ποιητής, την εικοστή του συλλογή
''από δυσμάς'' πυρετωδώς εδούλευε
ξάφνου σταμάτησε, μια φράση εμπρός του
αφήνοντας μισή. Θάλεγες, πως έτσι ωραία
αγωνιζόταν νάβρει, του στίχου μια μετατροπή
Μα όχι! Ιδέα απ΄το μυαλό του πέρασε
άκρως μοιραία και βασανιστική...

''Τι άλλαξε στον κόσμο, μετά από τόσες
συλλογές, μετά από τόση ποίηση;
Ουδέν! Μονάχα εκείνος μπόρεσε
στους κύκλους τους στενούς
στους κύκλους τους αμφίβολους
 -πολλάκις έρποντας- να αναρριχηθεί.
Ας είναι. Να... σώσει κανείς τον εαυτό του
μέσα σ’ αυτόν τον χαλασμό, δεν είναι δα κακό
ας κάνει ο καθείς ό, τι μπορεί
για τη δική του τη ζωή''

Αυτό εσκέφθη.
Και ήσυχος επέστρεψε στη... θαυμαστή
μα μισοτελειωμένη, εικοστή του συλλογή...




Ιανουάριος 2010

Thursday, April 9, 2009

Αποκαθήλωση





Αυτή η αποκαθήλωση δεν ήταν ιερή
ούτε το ρίγος είχε που αρμόζει
απρόσεχτα απ' τις παλάμες τραβηχτήκαν τα καρφιά
βαρύ σακί το λείψανο, σωριάστηκε στο χώμα

Καμιά γλυκιά μητέρα, κανένας φίλος
καμιά Μαγδαληνή, δε βρέθηκε εκεί να τονε πλύνει
ούτε σταγόνα μύρο και πουθενά λευκό σεντόνι
-μάλλον πολλοί χαρήκανε για τούτην την κατάντια-

Κόκκινος ορίζοντας σαν αίμα...

Στου μαρτυρίου το βουνό δε στάζει δάκρυ
ο κάποτε περήφανος, άδειο κουφάρι στην κορφή
και πάνωθέ του κρώζουνε κοράκια

Κι όμως...
και κείνος κάποτε την Ιερουσαλήμ
είχε γοητεύσει...




2006

Friday, June 6, 2008

Έφηβη


Πόσο τέλεια επουλώθηκαν οι πληγές
απ’ τα κομμένα φτερά σου
σχηματίζοντας δύο ανάλα
φρους ανθρώπινους ώμους

η φωνή σου μαχαίρι
κόβει στα δύο τη γη
τις φέτες αφήνοντας να στριφογυρίζουν 
στο τραπέζι του χάους
που γέμισε αστραφτερά κουκούτσια

Θα σου πήγαινε το όνομα ΄΄Νοσταλγία΄΄
δε με γελάς
κουβαλάς μαζί σου αιώνες
κι ας φαίνεσαι δεκάξι

Φτάνει στο δάχτυλό σου απ’ αγκάθι
κι η πιο μικρή πληγή, φτάνει
να λευτερώσει νύχτες καλοκαιριού
κουβεντολόγια στις αυλές
βερίκοκα, σταφύλια
κι ένα βατράχι που βαρύ πηδά
προς τη δροσιά της βρύσης

γιατί αναγκαίο δεν είναι να θυμάσαι
και τυλιγμένη στη λήθη
νοσταλγία σκορπίζεις...



1999
Από την συλλογή "Ωραιοδίνη"

Monday, March 24, 2008

Οι πολιτείες το πρωί


Οι πολιτείες το πρωί αθώες μοιάζουν.
Ο ήλιος κατεβαίνει σα πραματευτής
ανοίγει τα μπαγάζια του στις γειτονιές
λαλώντας τη πραμάτεια...

Κυράδες έρχονται με τσάντες πλαστικές για να γεμίσουν
-μες στα κεφάλια τους σφυρίζουνε οι έγνοιες
όπως οι σφήκες γύρω απ’ τη φωλιά-

Φτάνουν με τα τραπέζια τους οι γέροι
ρουφώντας καφέδες αχνιστούς
-γάτος ο θάνατος στα πόδια
που όλο να φύγει τον σκουντούν
μ’ αυτός σα χάδι απαλός και παιχνιδιάρης
στα πόδια που τον διώχνουν επιστρέφει-

Κορνάρουν αυτοκίνητα στους δρόμους να προφτάσουν
πλευρίζουν τραίνα τους σταθμούς να ξεφορτώσουνε
παραγγελιές, φορτία

Για λίγα ψίχουλα φωτός πεσμένα κάτω
-που δε τα καταδέχτηκε κανείς-
ένα μυρμήγκι ασθμαίνοντας, τρέχει να φέρει τ’ άλλα

Χιλιάδες μέλισσες κινούν
Χιλιάδες πεταλούδες
Μπαίνουν τα δέντρα στη σειρά
κάνουν σημειωτόν και περιμένουν...

Τραβούν κουπί λουλουδικά μέσα σε γλάστρες
κι ένα παιδί
τη μπάλα βαστώντας τρυφερά
-σα να κρατάει πλανήτη-
το βήμα ζυγιάζει για άλμα ζηλευτό
σε ουράνιο καλάθι...

Τα λεωφορεία της γραμμής φέρνουν απίθανα πουλιά
που φτερουγίζουν στις χειρολαβές και τα καθίσματα
σαύρες, βατράχια λιάζονται στην οροφή
και ένας αλιγάτορας
τρέχει βαριά στο δρόμο...

Κι ο πράος ο ηλιματευτής με τη τραγιάσκα του στραβά
καπνίζοντας ένα χρυσόσκονης τσιγάρο
τυλίγει σε χάρτινα το φως
και το ζυγίζει...

Χορεύουν σε πλήκτρα δάχτυλα, πηδούν
της μοιρασιάς της ξέφρενης προβάλλοντας
τον ισολογισμό.

Οι πολιτείες το πρωί αθώες
κι αφελείς ομοιάζουν...


(1997)
Από την συλλογή "μαθητεία"


Saturday, February 23, 2008

Καναρίνια


Γεννημένοι στου Θεού το δίλημμα
που τις αστραφτερές λεπίδες φοβερίζει να λυγίσει
εκεί που ο πίδακας ολοένα ανεβαίνει
του ενθουσιασμού
σαλεύει η όρεξη του αρχαίου φονικού
κι ο δυνατός το φρύδι υψώνει
γεννημένοι εκεί...

Το παρελθόν
που σα καράβι βούλιαξε
με μύρια κόκαλα στ' αμπάρια
οι σκουριασμένες λόγχες
οι περικεφαλαίες με τις τρύπες
απ' τ' ακόντια του καιρού

κι αυτά που μπρος μας λαμπυρίζουν ζωντανά
τα μπερδεμένα, τα χρωματιστά
τα διαπνέοντα τάξη μυστική
και ανταπόδοσης δικαιοσύνη
όλα περάσαν απ' τη πύλη της παλιάς πληγής
και χύθηκαν φωνάζοντας στο είναι...

Τώρα να ξεχωρίσουμε τα σωθικά μας απ' το κόσμο
ακατόρθωτο...
κι αυτή η βροχή
που απ' το πρωί πέφτει λοξή
σα να χωρίζει απ' του μυαλού τα σύννεφα
και μέσα μας να γίνονται ποτάμια
ποτάμια αφριστά
σε σωθικά καναρινιών
που σε κλουβί πετούν
τεσσάρων εποχών...

Και σάμπως μάθαμε ποτέ τι καρτερούμε
χώμα εμείς, ζωντανό, λαχανιασμένο
χρόνια ακούνητοι
σε δρόμων Λερναίων την αρχή
με την ευθύνη απλωμένη πάνω μας σα λάδι
να κυνηγήσουμε αυτό που αιώνες μας ξεφεύγει
να στοχαστούμε το μέσα μας ακριβοσυναγμένο φως
εμείς τα περιγράμματα
που ανήλεα παλεύουμε
ουσία
το απροσμέτρητο κενό μας
να γεμίσουμε...

(1997)
Από την συλλογή "μαθητεία"

Wednesday, January 16, 2008

Μινώταυρος




Ο Θησέας στον σκοτεινό λαβύρινθο
βρήκε τον Μινώταυρο μα δε τον σκότωσε
αντίθετα, ο γιος του Αιγαία έπεσε απ΄ το τέρας
που ακολουθώντας το κουβάρι
έξω στο κόσμο βγήκε με του Θησέα τη μορφή...

Από τότε, στον άδειο θρόνο κάθεται ο Μινώταυρος 
κι όψεις αλλάζοντας, τη δόλια Αθήνα κυβερνά...
Τη μέρα -φορώντας το στέμμα και τα μπιχλιμπίδια του-
για έργα, νόμους, για πρόοδο μιλά
και το καλό των πολιτών...
Μα σαν η νύχτα πέσει, τον πνίγει η μάσκα
παλιές συνήθειες τον τραβούν...
Την πρωινή αμφίεση με ανακούφιση πετά
(ως δικαιούχος νόμιμος
τις μίζες του ηδονικά μετρά)
κι αίμα μυρίζει πάλι νέων
που ανύποπτοι κοιμούνται στα στενά...



(1997)