Translate

Saturday, March 7, 2026

Το έκτο

 


Το έκτο!

(διήγημα)

 

   Όλοι στο χωριό θυμούνται εκείνη την ημέρα του Ιούνη, που ο Κώστας ο Σιάπας ανακάλυψε κάτι συγκλονιστικό. Δεν ήταν πολύς καιρός που είχε βγει στη σύνταξη και απολάμβανε το πρώτο του ελεύθερο καλοκαίρι, μετά από μια δύσκολη ζωή γεμάτη δουλειά και απίστευτη κούραση. Ούτε ο ίδιος φανταζόταν λοιπόν όταν ξύπνησε εκείνο το χάραμα, πως η μέρα που ξημέρωνε θα ήταν τόσο διαφορετική για τον ίδιο και θα του επιφύλασσε μια τεράστια όσο και παράξενη έκπληξη…

   Είχε ξυπνήσει με μια όμορφη διάθεση, είχε πιει τον καφέ του κάτω από την κληματαριά παρατηρώντας τα χελιδόνια που πετούσαν τριγύρω και σαν σηκώθηκε λίγο ο ήλιος, άρχισε να ποτίζει τα λουλούδια του κήπου. Ο ουρανός ήταν καταγάλανος, η μέρα προμηνυόταν ζεστή και κείνος είχε τόσο καλή διάθεση, που έκανε ξαφνικά το αδιανόητο. Έκοψε ένα ολοκόκκινο τριαντάφυλλο, μπήκε στο σπίτι, στάθηκε μπροστά στη γυναίκα του και της το πρόσφερε! Η κυρά Μαρία είχε αποτελειώσει τον καφέ της στην κουζίνα και σκεφτόταν να αρχίσει τις ετοιμασίες για το φαγητό της ημέρας. Τον είδε ξαφνικά μπροστά της, χαμογελαστό με απλωμένο το χέρι να της τείνει το τριαντάφυλλο. Απόμεινε να τον κοιτάζει σα να έβλεπε φάντασμα. Τάχασε. Πάνω από σαράντα χρόνια παντρεμένοι, ποτέ στην κοινή τους ζωή, ο άντρας της είχε κάνει κάτι τέτοιο. Τι τον έπιασε; Αφού πέρασε η πρώτη έκπληξη, η κυρά Μαρία κοκκίνισε. Και όταν κατάλαβε ότι κοκκίνισε, θύμωσε. Για να κρύψει την έκπληξη και τον θυμό της μάλιστα, αντέδρασε σπασμωδικά. Μουρμούρισε κάτι μέσα από τα δόντια της, πήρε το τριαντάφυλλο και το πέταξε επιδεικτικά πάνω στο τραπέζι. Μετά του γύρισε την πλάτη και έσκυψε στον νεροχύτη. Καθόλου δεν πτόησε όμως τον κυρ Κώστα η άρνησή της συζύγου του να δεχθεί το τριαντάφυλλο. Χωρίς να χάσει το κέφι και το χαμόγελό του, έκανε μεταβολή, βγήκε από το σπίτι και συνέχισε το πότισμα των λουλουδιών. Η ζωή τελικά ήταν υπέροχη!

   Κατά τις δέκα, μιας και η μέρα είχε αρχίσει να ζεσταίνει για τα καλά, θέλησε να πλύνει τα πόδια του. Πήγε στη βρύση, έβγαλε τα καλοκαιρινά του πέδιλα και άπλωσε το αριστερό πόδι στην πέτρινη γούρνα που ήταν τοποθετημένη εκεί προ αμνημονεύτων ετών. Απολάμβανε την επαφή του ποδιού με το νερό μα περισσότερο απολάμβανε τη σκέψη πως είχε μπροστά του όχι μόνο ένα ελεύθερο καλοκαίρι μα κι ένα ελεύθερο φθινόπωρο. Και χειμώνα. Και άνοιξη. Και άλλο καλοκαίρι. Ελεύθερα όλα! Μια ολόκληρη ζωή! Είχε μπροστά του επιτέλους όσα χρόνια του απόμεναν, να τα κάνει ό, τι θέλει! Τέρμα τα πρωινά ξυπνήματα στο κρύο και τ΄ ανεμοβρόχι, τέρμα τα χαλινά και ο κάματος! Πώς να μην είναι όμορφη πια η ζωή; Πώς να μην είναι χαρούμενος ο ίδιος; Πώς να μη χαρίσει και ένα και δύο και τρία και εκατό τριαντάφυλλα στη γυναίκα του; Μόνο να τον έχει καλά ο Θεός. Να παραμείνει γερός και δυνατός, για ν΄ απολαύσει όσο περισσότερο μπορεί, αυτήν την παραδείσια προοπτική.

   Με τέτοια θαυμάσια διάθεση και ενώ έπαιζε ακόμη με το νερό ηδονιζόμενος από τη δροσιά του, άρχισε έτσι χωρίς λόγο να μετράει τα δάχτυλα του ποδιού του…

-Ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε… έξι!

   Έξι; Μπα, κάποιο λάθος θάκανε. Πάλι απ΄ την αρχή…

-Ένα, δύο τρία, τέσσερα, πέντε… έξι!

   Δεν είναι δυνατόν! Ο κυρ Κώστας αλαφιάστηκε για τα καλά. Ξανά μέτρημα…

-Ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε, έξι!

   Μα καλά, γιατί έχει έξι δάκτυλα το αριστερό του πόδι; Άλλο και τούτο! Άλλαξε πόδι και άρχισε να μετρά τα δάκτυλα του δεξιού ποδιού…

-Ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε!

   Αυτό μάλιστα! Μα το άλλο; Πώς φύτρωσε στο αριστερό του πόδι ένα παραπανίσιο δάκτυλο; Ο κυρ Κώστας πέρασε ένα ολόκληρο τέταρτο, μετρώντας τα δάκτυλα των ποδιών του. Μα όσο κι αν μετρούσε, όσο κι αν τα συνέκρινε, τα ίδια έβρισκε. Έξι δάκτυλα στο αριστερό, πέντε στο δεξί! Ήταν απίστευτο! Το αριστερό του πόδι είχε έξι δάκτυλα!

 

   Η κυρά Μαρία καθόταν στο τραπέζι της κουζίνας. Είχε αποφασίσει να φτιάξει ντομάτες γεμιστές και είχε τελειώσει μόλις το κούφωμα. Ετοιμαζόταν να τις γεμίσει με ρύζι μα το μυαλό της αλλού έτρεχε. Στην πράξη του άντρα της να της χαρίσει ένα τριαντάφυλλο. Μα τι τον είχε πιάσει ξαφνικά; Μήπως κουζουλάθηκε; Ήταν κάτι ξένο γι΄ αυτόν τέτοιου είδους τρυφεράδα. Άνθρωπος της ουσίας ο κυρ Κώστας και όχι των εντυπώσεων. Πώς του ήρθε ξαφνικά, να της χαρίσει λουλούδι; Όχι ότι δεν ήταν καλός και τρυφερός. Το αντίθετο. Πάντα την πρόσεχε και πάντα την αγαπούσε. Ζούσε γι΄ αυτήν και τα παιδιά τους, η οικογένειά του ήταν η μοναδική του έγνοια. Πέρασαν βέβαια δυσκολίες, μα ποιος δεν περνά; Όλες όμως τις ξεπέρασε η αγάπη τους. Και είχαν φτάσει τώρα στο κατώφλι του γήρατος, να χαίρονται όσα έχτισαν. Όχι πλούτη και τα τοιαύτα. Μα την απλή και γαλήνια ζωή τους. Τόσο πολύτιμη όμως, γιατί ποτέ δεν είναι δεδομένη η απλή και γαλήνια ζωή. Και τούτο το εκτιμούσαν και οι δύο. Όμως πώς του ήρθε ξαφνικά να της χαρίσει τριαντάφυλλο; Κόντευαν τα εβδομήντα και τούτο έμοιαζε παράξενο. Ήταν η ηλικία τους για τέτοια; Κολακεύτηκε βέβαια, όχι ότι δεν κολακεύτηκε. Μα είχε βρεθεί ξαφνικά, σε μια θέση που δεν είχε βρεθεί ποτέ ξανά στη ζωή της. Πιάστηκε εντελώς ανέτοιμη να τη διαχειριστεί και τώρα είχε θυμώσει με τον εαυτό της. Μήπως δεν έκανε καλά που πέταξε τόσο επιδεικτικά πάνω στο τραπέζι, το μοναδικό τριαντάφυλλο που της χάρισε σε όλη του τη ζωή ο άντρας της; Για να απαλύνει λοιπόν αυτήν τη μικρή ενοχή η κυρά Μαρία, πήρε το τριαντάφυλλο που έστεκε παραπεταμένο τόση ώρα σε μια γωνιά του τραπεζιού και το έβαλε σε ένα βάζο που βρισκόταν πάνω στο ψυγείο. Μετά πιο ήσυχη, επέστρεψε στη δουλειά της…

-Δε μου λες, πόσα δάκτυλα είχα εγώ χθες, στο αριστερό μου πόδι;

   Η κυρά Μαρία σήκωσε το κεφάλι από το ταψί που είχε τοποθετήσει στη σειρά τις κουφωμένες ντομάτες. Στο χέρι κρατούσε ένα κουτάλι γεμάτο ρύζι και τριμμένη ντομάτα. Αντίκρισε τον άντρα της ιδρωμένο και ταραγμένο, να στέκεται στην πόρτα. Ήταν ξυπόλητος και κρατούσε τα πέδιλα στο χέρι. Η κυρά Μαρία βρήκε τόσο ανόητη την ερώτηση του άντρα της, που στην αρχή της ήρθε να βάλει τα γέλια. Μετά φοβήθηκε μήπως έκοψε κάποιο δάχτυλο. Μα όχι, μια χαρά φαίνονταν τα πόδια του, ούτε αίματα, ούτε κάτι ανησυχητικό. Τα δάχτυλα, όλα στη θέση τους. Εκείνος όμως έδειχνε πολύ χλωμός. Έμοιαζε με ναυαγό, ίσως με έναν Οδυσσέα που ειχε παλέψει ώρες με τα κύματα και τώρα παρέμενε κουρασμένος και απελπισμένος μπροστά στη Ναυσικά του…

-Τι είναι αυτά που λες χριστιανέ μου;

   Εκείνος τράβηξε με θόρυβο μια καρέκλα μπροστά της. Μετά, έβαλε το αριστερό του πόδι πάνω.

-Μέτρα!... της είπε.

   Εκείνη τον κοίταξε δύσπιστα στην αρχή μα ο κυρ Κώστα έδειχνε τόσο απροστάτευτος και αβοήθητος, συνάμα όμως τόσο επιτακτικός και αποφασισμένος, που θέλοντας και μη η κυρά Μαρία, άρχισε να μετρά…

-Ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε… έξι!

   Χριστός κι Απόστολος! Ήταν η σειρά της τώρα να ταραχτεί. Ξαναμέτρησε, τα ίδια. Η γυναίκα σταυροκοπήθηκε.

-Έξι!... είπε ξέπνοα.

-Αμ τι σου λέω! Κόντεψα να τρελαθώ μόνος εκεί έξω! Κάτι διαβολικό συμβαίνει εδώ!

 

   Το ίδιο απόγευμα, στο σπίτι του κυρ Κώστα, λάμβανε χώρα μια παράξενη σύναξη. Εκείνος καθόταν ξαπλωμένος σε μια πολυθρόνα στο σαλόνι με απλωμένο και γυμνό το αριστερό του πόδι, πάνω σε ένα σκαμνί. Γύρω από το πόδι η γυναίκα του, η κόρη τους Ελένη με τον σύζυγο και τα παιδιά τους, ο γιός τους ο Γιώργος με τη γυναίκα και τα δικά τους παιδιά, όλοι μαζεμένοι στο πατρικό σαλόνι, για να λύσουν το μέγα μυστήριο. Πώς βρέθηκε ξαφνικά ο κυρ Κώστας, με έξι δάχτυλα στο αριστερό του πόδι; Οι υποθέσεις έδιναν κι έπαιρναν. Από τις πιο σοβαρές, μέχρι τις πιο ανόητες. Άλλοι τον ρωτούσαν αν είχε αισθανθεί κάτι τελευταία, έναν πόνο ή κάτι άλλο, αν είχε καταλάβει πως φύτρωνε σιγά σιγά κάποιο εξόγκωμα τέλος πάντων που συνεχώς μεγάλωνε και κατέληξε να γίνει ένα τέλειο δάχτυλο. Γιατί όντως ήταν τέλεια όλα τα δάχτυλα στο πόδι του κυρ Κώστα. Και τα έξι! Δεν περίσσευε κάποιο δεξιά ή αριστερά, πάνω ή κάτω από τις γραμμές του ποδιού. Έδειχναν όλα κανονικά. Αρμονικά, παράλληλα, όμορφα, το ένα δίπλα στο άλλο, με τις αρθρώσεις, με τα νύχια τους με τα όλα τους. Με μια πρώτη ματιά, δεν φαινόταν τίποτα παράξενο πάνω τους. Μόνο που ήταν έξι!  Τα μικρά εγγόνια του κυρ Κώστα πήγαιναν κοντά στο πόδι, το κοιτούσαν και κείνα περίεργα όπως οι γονείς τους μα ακόμη κι αν δεν ήξεραν να μετρούν, παρέμεναν παρ΄ όλα αυτά ήσυχα και αμίλητα, γιατί αντιλαμβάνονταν από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, πως κάτι πολύ σοβαρό συνέβαινε με το πόδι του παππού τους. Όσες υποθέσεις κι αν έκαναν όμως οι μεγάλοι, άκρη με το περίεργο αυτό φαινόμενο δεν έβρισκαν. Δεν υπήρχε καμιά σαφή απάντηση, για το πώς μπορεί να φύτρωσε έτσι ξαφνικά ένα παραπανίσιο δάχτυλο στο αριστερό πόδι του κυρ Κώστα. Μονάχα αφού πέρασαν ώρες χωρίς αποτέλεσμα, ο γιος του ο Γιώργος που βημάτιζε μέχρι τότε πέρα δώθε στο σαλόνι, κοιτώντας σιωπηλός μια τον πατέρα του μια το πόδι, κάθισε επιτέλους σε μια καρέκλα απέναντί του και τον ρώτησε…

-Ρε πατέρα, είχες μετρήσει ποτέ ξανά, τα δάχτυλα του ποδιού σου;

Ο κυρ Κώστας απόμεινε να κοιτάζει με ανοιχτό στόμα τον γιο του…

-Όοοχι… απ΄όσο θυμάμαι, όχι… κατόρθωσε να ψελλίσει στο τέλος.

-Σε ενοχλεί; Σε πονάει;;;… συνέχισε απτόητος ο Γιώργος.

-Όχι καθόλου, μια χαρά όλα….

-Ε τότε τι το τυραννάμε… τι πέντε τι έξι! Έτσι γεννήθηκες και δεν το είχε καταλάβει! Πάμε να φύγουμε!... είπε ο Γιώργος, κάνοντας νόημα στη γυναίκα και τα παιδιά του να σηκωθούν.

 

   Εκείνη τη νύχτα ο κυρ Κώστας, δεν μπόρεσε να κλείσει μάτι φέρνοντας τα λόγια του γιου του συνεχώς στο μυαλό του. Μόνο στριφογύριζε σα σβούρα στο κρεβάτι. Μήπως είχε δίκιο ο γιος του; Μα είναι δυνατόν να πέρασε μια ολόκληρη ζωή, χωρίς να ξέρει ότι έχει έξι δάχτυλα στο αριστερό του πόδι; Ένιωθε μπερδεμένος. Σαν να ήταν ψεύτικη μέχρι σήμερα η ζωή του. Αργά τη νύχτα σηκώθηκε, έφτιαξε έναν καφέ και βγήκε στην αυλή. Ζέστη και τα τριζόνια με τα τζιτζίκια συνέχιζαν το τραγούδι τους στη σιγαλιά της νύχτας. Λίγα μέτρα μπροστά του, διέκρινε τη βαριά σκιά ενός βάτραχου να πηδά προς τη δροσιά της βρύσης. Αναθεματισμένη βρύση! Αν δεν είχε βάλει το πρωί τα πόδια του στη γούρνα, μπορεί να μη μετρούσε ποτέ τα δάχτυλα των ποδιών του. Καλύτερα έτσι. Ακόμη κι αν είχε γεννηθεί με έξι δάχτυλα, καλύτερα να μην το μάθαινε ποτέ! Ας πέθαινε νομίζοντας ότι είναι κανονικός. Γιατί αυτό τον έτρωγε τώρα. Είχε περάσει μια ολόκληρη ζωή σα να ήταν κανονικός. Ένας άντρας που είχε ζήσει στη σκιά του πλήθους. Δεν είχε πετύχει τίποτα το σπουδαίο και σημαντικό, δεν είχε ξεχωρίσει. Όμως ήρθε ξαφνικά αυτό το άτιμο παραπανίσιο δάχτυλο για να του πει πως δεν ήταν κανονικός μα κάτι άλλο. Καλό, κακό δεν είχε σημασία, πάντως ήταν κάτι άλλο. Ίσως αν ήξερε από την αρχή πως είχε έξι δάχτυλα, να είχε πάρει αλλιώς τη ζωή του. Να είχε σταθεί πιο τολμηρός. Να είχε κάνει βήματα παραπέρα. Να είχε ανακαλύψει ένα ταλέντο πάνω του, που τώρα το αγνοούσε. Μισός κι ανολοκλήρωτος. Έτσι ένιωθε τώρα. Σαν να είχε στη τσέπη του ένα λαχείο, που δεν είχε εξαργυρώσει ποτέ…

   Μα πάλι ήταν δυνατόν να πέρασε απαρατήρητο μια ολόκληρη ζωή ένα παραπανίσιο δάχτυλο στο πόδι του; Δάχτυλο ήταν, δεν ήταν τρίχα! Δεν ήταν μια μικρή ελιά στην πλάτη! Πώς κατόρθωσε το άτιμο να ξεφύγει από τόσες απανωτές συμπληγάδες και να φανερωθεί αίφνης μπροστά του τώρα στα γεροντάματα, βγάζοντάς του τη γλώσσα; Και καλά η μάνα του. Αυτή πέθανε στη γέννα. Μα ο πατέρας του; Η γιαγιά του; Οι θείες του; Τ΄ αδέρφια του; Ούτε ένας δεν έχασε τον χρόνο του να μετρήσει τα δάχτυλα του ποδιού του;

   Ο κυρ Κώστας άναψε κι άλλο τσιγάρο, σκεπτόμενος με πίκρα τα παιδικά του χρόνια. Φτώχεια, πείνα και ξυπολησιά. Ο θάνατος της μάνας στη δική του γέννα, θα πρέπει να έριξε βαριά τη σκιά του στο σπιτικό. Εφτά αδέρφια όλα αρσενικά, έμειναν ορφανά στα χέρια του πατέρα. Με μόνη βοήθεια τη σχεδόν τυφλή γιαγιά. Από το πρωί μέχρι το βράδυ, έτρεχε να τους εξασφαλίσει τα απαραίτητα ο πατέρας. Πού καιρός να μετρήσει τα δάχτυλα των παιδιών του... Λεπτομέρειες! Ίσως εκείνον μάλιστα, να τον θεωρούσε και υπεύθυνο για τον θάνατο της γυναίκας του. Ποτέ δε θυμόταν ένα χάδι, μια τρυφερή κουβέντα από δαύτον. Όμως έτσι ήταν με όλα τα παιδιά. Απόμακρος, σιωπηλός, αυστηρός. Μέχρι που πέθανε. Οπότε πάει αυτός. Από τη γιαγιά δεν είχε απαιτήσεις. Σχεδόν τυφλή κι ανήμπορη, ίσα που μπορούσε να κάνει κάποιες δουλειές, να φτιάξει φαγητό για να χορτάσει τόσα στόματα. Κι όποτε τους έπλενε με ζεστό νερό, εκείνος με τ΄αδέρφια του έπαιζαν σαν βατράχια μέσα στη σκάφη, πού να βρει μέσα σε όλον αυτόν τον πανικό η τυφλή γριά το παραπανίσιο δάχτυλο στο πόδι του μικρότερου παιδιού. Πέρασε λοιπόν κι απ΄αυτές τις συμπληγάδες το πονηρό αυτό δάχτυλο. Τ΄αδέρφια του όμως; Να το μεγάλο ερώτημα! Πώς τόσα μάτια, τόσες μέρες, τόσους μήνες, τόσα χρόνια, δεν πρόσεξαν αυτήν την οφθαλμοφανή και σημαντική λεπτομέρεια; Ή μήπως την πρόσεξαν αλλά τη θεώρησαν φυσιολογική, ανάξια σημασίας και λόγου; Και μετά οι φίλοι του. Ούτε αυτοί κατάλαβαν κάτι μέσα στα τόσα παιχνίδια; Και μάλιστα σε ατέλειωτα χρόνια ξυπολησιάς στους δρόμους του χωριού και στο ποτάμι; Στον στρατό; Πώς ξέφυγε ακόμη κι απ΄ τους γιατρούς του στρατού, αυτή η ανώδυνη αναπηρία; Η γυναίκα του; Τα παιδιά του; Οι συνάδελφοι στη δουλειά; Τους ζεστούς μήνες οδηγούσε όλα αυτά τα χωματουργικά μηχανήματα σχεδόν ξυπόλητος, φορώντας μόνο σαγιονάρες. Δεν εντόπισε ποτέ κάποιος, το περιττό αυτό δάχτυλο;

   Ξαφνικά ο κυρ Κώστας, μέσα στη γαλήνη της θερινής νύχτας, ένιωσε πολύ μόνος. Σαν αυτό το δάχτυλο που υπήρχε από γεννησιμιού στο αριστερό του πόδι, να μην ήταν απλά ένα παραπανίσιο δάχτυλο, μα η μεγαλύτερη απόδειξη πως όχι μόνο δεν είχε ανακαλύψει ποτέ κάποιο ιδιαίτερο κομμάτι του εαυτού του, μα πως δεν είχε αγαπηθεί. Κανείς δεν τον ήξερε τελικά. Κανείς δεν είχε σκύψει πραγματικά πάνω του. Ούτε ο ίδιος του ο εαυτός, αφού πάνω απ΄ όλους, μονάχα εκείνος ήταν ολοκληρωτικά υπεύθυνος γι΄ αυτήν την παράλογη άγνοια…


Γ. Π. 


Μετάφραση στα αγγλικά από Al...

The Sixth One!


(Short Story)


Everyone in the village remembers that day in June, when Kostas Siapas discovered something shocking. It hadn't been long since he retired and was enjoying his first free summer, after a difficult life full of work and incredible fatigue. So, he never imagined when he woke up at dawn that day, that the day breaking would be so different for him and would hold such a huge and strange surprise...
He had woken up in a beautiful mood, had drunk his coffee under the vine watching the swallows flying around, and as the sun rose a little, he began to water the flowers in his garden. The sky was clear blue, the day promised to be hot, and he was in such a good mood that he suddenly did the unthinkable. He cut a bright red rose, went into the house, stood in front of his wife and offered it to her! Kyra Maria had finished her coffee in the kitchen and was thinking of starting preparations for the day's meal. She suddenly saw him in front of her, smiling with his hand outstretched offering her the rose. She remained staring at him as if she had seen a ghost. She was stunned. Over forty years married, never in their common life had her husband done such a thing. What had gotten into him? After the initial surprise passed, Kyra Maria blushed. And when she realized she had blushed, she got angry. To hide her surprise and anger, she reacted spasmodically. She mumbled something through her teeth, took the rose and demonstratively threw it on the table. Then she turned her back on him and bent over the sink. However, Kyra Maria's refusal to accept the rose did not deter Kyr Kostas at all. Without losing his cheerfulness and smile, he turned around, left the house and continued watering the flowers. Life was wonderful after all!
Around ten o'clock, as the day had started to get really hot, he wanted to wash his feet. He went to the tap, took off his summer sandals and stretched his left foot into the stone trough that had been placed there since time immemorial. He enjoyed the contact of his foot with the water, but more than that, he enjoyed the thought that he had ahead of him not only a free summer but also a free autumn. And winter. And spring. And another summer. All free! A whole life! He finally had all the years left to him, to do whatever he wanted! No more early morning awakenings in the cold and stormy weather, no more hardships and toil! How could life not be beautiful now? How could he not be happy? How could he not give one, two, three, and a hundred roses to his wife? Only if God kept him well. To remain healthy and strong, to enjoy this paradisiacal prospect as much as possible.
With such a wonderful mood and while still playing with the water, reveling in its coolness, he suddenly began to count the toes on his foot...
-One, two, three, four, five... six!
Six? No, he must have made a mistake. Again from the beginning...
-One, two, three, four, five... six!
It's not possible! Kyr Kostas was thoroughly startled. Counting again...
-One, two, three, four, five, six!
But why did his left foot have six toes? This was something else! He switched feet and began to count the toes on his right foot...
-One, two, three, four, five!
That's more like it! But the other one? How did an extra toe sprout on his left foot? Kyr Kostas spent a whole quarter of an hour counting the toes on his feet. But no matter how much he counted, no matter how much he compared them, he found the same thing. Six toes on the left, five on the right! It was unbelievable! His left foot had six toes!
Kyra Maria was sitting at the kitchen table. She had decided to make stuffed tomatoes and had just finished hollowing them out. She was preparing to fill them with rice, but her mind was elsewhere. On her husband's act of giving her a rose. But what had suddenly gotten into him? Had he gone crazy? Such tenderness was alien to him. Kyr Kostas was a man of substance, not impressions. How did it suddenly occur to him to give her a flower? Not that he wasn't good and tender. On the contrary. He always took care of her and always loved her. He lived for her and their children, his family was his only concern. Of course, they went through difficulties, but who doesn't? But their love overcame them all. And now they had reached the threshold of old age, enjoying what they had built. Not riches and such. But their simple and serene life. So precious, however, because a simple and serene life is never a given. And they both appreciated this. But how did it suddenly occur to him to give her a rose? They were almost seventy and this seemed strange. Was this their age for such things? She was flattered, of course, not that she wasn't flattered. But she had suddenly found herself in a position she had never been in before in her life. She was completely unprepared to handle it and now she was angry with herself. Had she not done well to throw the only rose her husband had given her in his entire life so demonstratively on the table? So, to alleviate this small guilt, Kyra Maria took the rose that had been lying neglected on a corner of the table for so long and put it in a vase on the refrigerator. Then, more calmly, she returned to her work...
-Tell me, how many toes did I have on my left foot yesterday?
Kyra Maria raised her head from the pan where she had arranged the hollowed-out tomatoes. In her hand she held a spoon full of rice and grated tomato. She saw her husband, sweaty and agitated, standing at the door. He was barefoot and holding his sandals in his hand. Kyra Maria found her husband's question so foolish that at first she felt like laughing. Then she was afraid he might have cut a toe. But no, his feet looked fine, no blood, nothing alarming. The toes, all in their place. But he looked very pale. He looked like a shipwrecked man, perhaps a Ulysses who had fought for hours with the waves and now remained tired and desperate before his Nausicaa...
-What are you saying, my Christian man?
He noisily pulled a chair in front of her. Then, he placed his left foot on it.
-Count!... he told her.
She looked at him incredulously at first, but Kyr Kostas looked so unprotected and helpless, yet so imperative and determined, that Kyra Maria, whether she wanted to or not, began to count...
-One, two, three, four, five... six!
Christ and Apostle! It was her turn to be agitated now. She counted again, the same. The woman crossed herself.
-Six!... she said breathlessly.
-See what I mean! I almost went crazy out there alone! Something devilish is happening here!
That same afternoon, at Kyr Kostas's house, a strange gathering was taking place. He was lying in an armchair in the living room with his left foot outstretched and bare, on a stool. Around his foot were his wife, their daughter Eleni with her husband and children, their son Giorgos with his wife and their children, all gathered in the parental living room, to solve the great mystery. How did Kyr Kostas suddenly end up with six toes on his left foot? Hypotheses were flying around. From the most serious to the most foolish. Some asked him if he had felt anything lately, a pain or something else, if he had noticed a lump slowly growing and eventually becoming a perfect toe. Because indeed all the toes on Kyr Kostas's foot were perfect. All six! None were extra to the right or left, above or below the lines of the foot. They all looked normal. Harmonious, parallel, beautiful, one next to the other, with their joints, with their nails, with everything. At first glance, nothing strange appeared on them. Except that there were six! Kyr Kostas's young grandchildren went near the foot, looked at it curiously like their parents, but even if they didn't know how to count, they remained quiet and silent nonetheless, because they sensed from the surrounding atmosphere that something very serious was happening with their grandfather's foot. However, no matter how many hypotheses the adults made, they couldn't find a solution to this strange phenomenon. There was no clear answer as to how an extra toe could have suddenly sprouted on Kyr Kostas's left foot. Only after hours passed without result, his son Giorgos, who had been pacing back and forth in the living room until then, silently looking first at his father and then at his foot, finally sat down in a chair opposite him and asked him...
-Dad, had you ever counted the toes on your foot before?
Kyr Kostas remained staring at his son with an open mouth...
-No... as far as I remember, no... he managed to stammer in the end.
-Does it bother you? Does it hurt?... Giorgos continued undeterred.
-No, not at all, everything's fine....
-Well then, why are we tormenting ourselves... what's five, what's six! You were born like that and hadn't realized it! Let's go!... said Giorgos, motioning to his wife and children to get up.
That night, Kyr Kostas couldn't close his eyes, constantly replaying his son's words in his mind. He just tossed and turned in bed like a top. Was his son right? But is it possible to have lived a whole life without knowing he had six toes on his left foot? He felt confused. As if his life until today had been fake. Late at night he got up, made some coffee and went out into the yard. It was hot and the crickets and cicadas continued their song in the stillness of the night. A few meters in front of him, he discerned the heavy shadow of a frog jumping towards the coolness of the tap. Damned tap! If he hadn't put his feet in the trough that morning, he might never have counted the toes on his feet. Better this way. Even if he had been born with six toes, it was better never to know! Let him die believing he was normal. Because that's what was bothering him now. He had lived a whole life as if he were normal. A man who had lived in the shadow of the crowd. He hadn't achieved anything great and important, he hadn't stood out. But suddenly this wretched extra toe came to tell him that he wasn't normal but something else. Good, bad, it didn't matter, but he was something else. Perhaps if he had known from the beginning that he had six toes, he would have lived his life differently. He would have been bolder. He would have taken further steps. He would have discovered a talent within him that he now ignored. Half and incomplete. That's how he felt now. As if he had a lottery ticket in his pocket that he had never cashed in...
But then again, was it possible for an extra toe on his foot to go unnoticed for a whole life? It was a toe, not a hair! It wasn't a small mole on his back! How did the wretched thing manage to escape so many successive trials and suddenly appear before him now in his old age, sticking its tongue out at him? And his mother, well. She died in childbirth. But his father? His grandmother? His aunts? His siblings? Not one of them took the time to count the toes on his foot?
Kyr Kostas lit another cigarette, thinking bitterly about his childhood. Poverty, hunger, and bare feet. His mother's death during his own birth must have cast a heavy shadow over the household. Seven brothers, all male, were left orphans in their father's hands. With only the help of their almost blind grandmother. From morning till night, their father ran to provide for them. Who had time to count his children's toes... Details! Perhaps he even considered him responsible for his wife's death. He never remembered a caress, a tender word from him. But it was like that with all the children. Distant, silent, strict. Until he died. So, he's gone. He had no demands from his grandmother. Almost blind and helpless, she could barely do some chores, cook to feed so many mouths. And whenever she washed them with warm water, he and his siblings played like frogs in the tub, how could the blind old woman find the extra toe on the youngest child's foot amidst all that panic. So, this cunning toe passed through those trials too. But his siblings? That's the big question! How did so many eyes, so many days, so many months, so many years, not notice this obvious and important detail? Or did they notice it but considered it normal, unworthy of importance and mention? And then his friends. Didn't they notice anything during all those games? And especially during endless years of bare feet on the village roads and by the river? In the army? How did this painless disability escape even the army doctors? His wife? His children? His colleagues at work? During the warm months, he drove all those earthmoving machines almost barefoot, wearing only flip-flops. Did no one ever spot this superfluous toe?
Suddenly, Kyr Kostas, in the tranquility of the summer night, felt very alone. As if this toe, which had been on his left foot since birth, was not just an extra toe, but the greatest proof that he had not only never discovered any special part of himself, but that he had not been loved. No one really knew him after all. No one had truly bent over him. Not even himself, since above all, only he was entirely responsible for this absurd ignorance...

George Pyrgaris


Σπίτια μικρά και χαμηλά σαν την ψυχή μας




Ένα σπιτάκι μικρό και χαμηλό σαν την ψυχή μου
εκεί στην άκρη του βουνού έχω ζηλέψει.
Πέτρινο. Σιγά σιγά να τόχω χτίσει 
με τα χέρια μου.
Και μια μαντρούλα γύρω 
φράχτη στις πλάνες.
Ελιά, μουριά και πέντε κότες.
Ένα σπιτάκι μικρό και χαμηλό σαν την ψυχή μου
εκεί στην άκρη του βουνού έχω ζηλέψει...


Friday, March 6, 2026

Σημείωμα στον εαυτό μου

 


Πριν φύγω απ΄αυτήν τη ζωή
μην ξεχάσω να γράψω
την ιστορία εκείνου
που δε συναντήθηκε 
ποτέ με τους ανθρώπους.

Ξόδεψε μία ζωή
για να μάθει να γράφει
και όταν το κατάφερε
εκείνοι είχαν ξεχάσει
να διαβάζουν...

6/3/2026, ώρα:6.27΄ 

Saturday, February 7, 2026

Το μαύρο πλοίο

 

                                    


   Ένας αέρας κίτρινος, επίμονος, τραχύς φυσάει σ' αυτήν την πόλη, φέρνοντας μαζί του που και που κόκκινες σταγόνες μιας παράξενης αραιής βροχής, που δε λέει όμως κανονικά να στάξει. Χρόνια τώρα. Η πόλη, το περισσότερο σιωπηλή. Ειδικά τις ημέρες όπως αυτές που ακολουθούν το φευγιό του μαύρου πλοίου. Το λιμάνι κάθε τέτοια μέρα, σχεδόν άδειο... Ποιος αντέχει τέτοιες σκηνές. Οι νέοι σπρώχνονται αλυσοδεμένοι στο καράβι απ' τα σπαθιά και τα δόρατα των χάλκινων, κάτω από γοερά κλάματα και λιποθυμίες γονιών και αδερφών. Σκληρή σκηνή. Θα έλεγε κανείς όμως, πως όλη αυτή η σκληρότητα είναι σοφή, αφού η μοίρα των νέων θανατερή... αμετάκλειτη. Τους προετοιμάζει για το αναπόφευκτο. Δεν λογαριάζονται για άνθρωποι πια... πρέπει να συνηθίσουν. Τα είδα όλα κάποτε κρυμμένος πίσω από έναν βράχο και είμαι άρρωστος από τότε. Κάθομαι μερόνυχτα ξαπλωμένος σ' αυτό το κρεβάτι, μη μπορώντας να κάνω τίποτα πια. Δεν έπρεπε να πάω. Εξ' άλλου ο νόμος απαγορεύει να βρίσκεται κανείς στο λιμάνι όταν φεύγουν οι νέοι για τον Μινώταυρο. Μονάχα πρώτου βαθμού συγγενείς. Εγώ όμως ήθελα επιτέλους να δω την αλήθεια ακόμη και με κίνδυνο της ζωής μου...

   Πάνε χρόνια που υπόγραψαν με τον Μίνωα αυτήν τη συνθήκη. Να δίνουμε κάθε χρόνο εφτά αγόρια και εφτά κορίτσια για να μπορούμε να διαβιούμε οι λοιποί εν ειρήνη. Συνθήκη ντροπής, τραγική. Κι η πόλη καταραμένη. Δεν βρέχει πια, μόνο φυσά. Ένας ξερός αέρας κίτρινος, που φέρνει που και που λίγες σταγόνες αραιές... κόκκινες σαν αίμα.

   Καμμιά ευτυχία. Μήτε προοπτική. Μονάχα κλάμα και οδυρμός. Σκοτεινιά. Ένα μίσος θανάτου που απλώνεται από τα μαυροφορεμένα σπίτια των άτυχων νέων, όπου κάθε χρόνο γίνονται περισσότερα. Ένα μίσος που το μυρίζεις στους δρόμους και τα σοκάκια, στα καφενεία και τα τεχνουργεία, στους ναούς και τις συνάξεις. Μπαίνει μέσα στις ψυχές και τις δηλητηριάζει και φτάνει μέχρι τα ανάκτορα, όπου ο βασιλιάς μερόνυχτα άυπνος με κόκκινα μάτια, αναρωτιέται αν είναι καλύτερα να πέσει με δύναμη πάνω στο ξίφος του για να γλιτώσει μια και καλή. Ποιος θέλει να διοικεί μια πόλη καταραμένη; Δε βγαίνει πια, έχουμε χρόνια να τον ιδούμε. Πώς μπορεί ένας βασιλιάς να περπατήσει ελεύθερα στους δρόμους, ανάμεσα στους χαροκαμένους γονιούς, πώς μπορεί να αναπνεύσει αυτόν τον άτιμο αέρα που φέρνει στα ρουθούνια τη μυρωδιά από αίμα νωπό και αθώο; Πώς μπορεί να σεργιανίσει στην πόλη του, όταν αυτός ο άνεμος δυναμώνει εφιαλτικά παρασύροντας μαζί του, φωνές, ουρλιαχτά και χιλιάδες γιατί που πονάν σαν μαχαίρια; Οι πόρτες κλειδαμπαρώνουν και τα λυχνάρια με το σουρούπωμα σβήνουν. Η πόλη της Αθήνας την νύχτα, είναι μια πόλη νεκρή!

   Μα και η ημέρα δεν είναι καλύτερη. Οι περισσότεροι σιωπούν. Και όλοι έχουν βλέμματα ενοχής... ''Εμείς και τα παιδιά μας γλιτώσαμε φέτος μα ποιος ξέρει τι θ' απογίνουμε του χρόνου... ο Μινώταυρος απαιτεί πάλι καινούρια τροφή...''

   Μια πόλη καταραμένη. Όπου δε μπορεί τίποτα να στεριώσει, γιατί σε μερικούς μήνες πρέπει να προετοιμάσει την καινούρια θυσία, πρέπει να ριφθούν ξανά οι μαύροι κλήροι και του χρόνου θα χτυπήσουν πάλι οι στρατιώτες τις άτυχες πόρτες να πάρουν τους ανύποπτους σήμερα νέους, έτσι ώστε να συνεχίσει για ακόμη έναν χρόνο, αυτή η καταραμένη πόλη να ζει.

   Είναι μια κόλαση. Όπου δεν ανθίζουν πια τα λουλούδια.. Τι κάναμε και φτάσαμε ως εδώ; Ποιος φταίει; Εμείς, ο βασιλιάς ή οι άρχοντες; Ή μήπως όλοι μαζί; Πόσο μισούμε τον βασιλιά και τους άρχοντες που κάθονται άπρακτοι χωρίς να κάνουν τίποτα! Πίκρα. Πίκρα παντού. Πίκρα που στάζει ακόμη κι απ' τον ήλιο. Πίκρα που κρύβεται ακόμα και στο μέλι. Πώς να ζήσεις μέσα σε τόσο τραγική υποταγή...

 Είναι βέβαια και οι άλλοι. Που δεν βλέπουν τριγύρω παρά μονάχα τη δουλίτσα τους. Που κλείνουν τα μάτια στις κραυγές και στο λιμάνι. ''Καλά είμαστε κι έτσι. Φταίμε και πρέπει να πληρώσουμε. Τουλάχιστον στέλνοντας εκείνους στον λαβύρινθο, σωνόμαστε εμείς. Ας δοξάζουμε λοιπόν τους Θεούς που έχουμε ακόμη δουλειά, που δεν πείραξε ακόμη κανείς το δικό μας σπίτι, που στέλνουμε ακόμη εμπορεύματα σε άλλα λιμάνια και μας δίνουν φλουριά. Μην είμαστε και πλεονέκτες. Ακόμη και πάνω στο αίμα, μπορούμε να προκόψουμε. Μην κουνηθεί κανείς λοιπόν ουτοπιστής! Δεν τα βάζει κανείς με το θηρίο τον Μίνωα. Κατώτεροι είμαστε και το έχουμε αποδείξει. Δε μας πρέπει φως παρά μονάχα μαστίγιο. Γι' αυτό σκυμμένα τα κεφάλια και σιωπή!''

   Οι περισσότεροι όμως από μας -ξέρω καλά- πως δεν αντέχουν αυτήν την τραγωδία. Ο κλήρος είναι τυφλό δρεπάνι. Δεν ξέρεις σε ποια κεφάλια αύριο θα σφυρίξει. Γι' αυτό πολλοί αποφασισμένοι εδώ, ακονίζουν κρυφά μαχαίρια και ετοιμάζουν την τελική αναμέτρηση. Δεν αποδέχονται αυτήν την βρωμερή συνθήκη. Να στηρίζεται μια ολόκληρη πόλη πάνω στο αίμα των παιδιών της. Το σύνθημα είναι ή σωνόμαστε όλοι ή κανείς. Ούτε ένα παιδί μας στον Μινώταυρο. Τσεκούρι και φωτιά στο μαύρο πλοίο, τσεκούρι και φωτιά στους σκυμμένους...





Sunday, January 18, 2026

Ο οίστρος της σκύλας

 



-διήγημα-

   Οι κύνες έχουσι τους ιδικούς των κανόνες. Φιλικόν - ως επί το πλείστον- είδος και προστατευτικόν προς τον άνθρωπον, ενίοτε όμως εμφανίζει και τον λύκον εντός του. Επιθέσεις έτι έναντι των ανθρώπων υφ' αδεσπότων αγελών γίγνονται, αρκεταί εξ' αυτών μάλιστα θανάσιμαι. Μα εκεί οπού εξαντλούν την σκληρότητάν των, είναι έναντι του ιδίου είδους των. Δεν επέρασαν πολλαί ημέραι, όπου υπήρξα μάρτυς μίας σοκαριστικής σκηνής εις έναν απρόσμενον σκυλοκαυγάν...
Ήτο εις οίστρον μία σκύλα μαύρη και αγριώδης. Εσκόρπα ημέρας εις τον αγέρα αυτήν την ιδιαιτέρα οσμήν όπου οσμίζονται μόνον οι άρρενες κύνες και εκφεύγουν τας φρένας των. Την ηκολούθουν λοιπόν όπου επήγαινε ως να ήτο πριγκιπέσσα. Εξηπλούντο τριγύρω της όταν εξηπλούτο, εγείροντο ότε εγείρετο, την ωσμίζοντο, ηγρίευον μεταξύ των οι κύνες και πολλάκις επεδείκνυον απειλητικά τους οδόντας. Άλλες έδακνον κιόλας διά το ποίος θα αναρριχηθή εις τα κάπουλά της. Και ήσαν όλοι σωματώδεις, τρανά τσοπανόσκυλα.
   Όμως εκείνην την μεσημβρίαν ενεφανίσθη εις την ομήγυρην των μνηστήρων άρρεν κύων καφετής, μικρόσωμος, μακρυμούρης, με κοντούς πόδας. Ολίγον έλειπε από το να ωμοιάζη με ερπετό, αφού η κοιλία του σχεδόν ακουμβούσε το έδαφος. Θα πρέπει να ήτο νεανίας, διότι ακολουθών αφειδώς το ένστικτον δεν εσκέφθη σε ποία εισήλθε παρέα. Διεξεδίκει επί ίσοις όροις την πριγκιπέσσα ανάμεσα εις τα λοιπά θηριώδη τσοπανόσκυλα, δεικνύων τελείαν άγνοια του κινδύνου. Οι κύνες εις την αρχή τον ηγνόησαν ως μη ικανόν αντίζηλον, μα εκείνος ήτο τόσο αδέκαστος εις την διεκδίκησιν, οπού συντόμως ήρχισαν οι πρώτοι εναντίον του προειδοποιητικοί γρυλισμοί. Όμως δεν επτοείτο. Είχεν τόσο μεθύσει εκ του πάθους, όπου αγνοών τους θηριώδεις αντιζήλους, εστριμώχνετο να ωσμισθή και να αναρριχηθή εις την σκύλαν και ας ήτο ήμισυς αύτης...
   Ήμην εις την βεράνταν του οίκου μου και παρηκολούθουν με ενδιαφέρον την εξέλιξιν της υποθέσεως εις την οδόν, ιδιαιτέρως όμως την τύχην του επιδόξου μικρόνοος μνηστήρος, εν μέσω των υπολοίπων θηρίων. Δεν ήργησε να συμβή το κακόν. Το σύνθημα έδωσε η ιδία σκύλα, όπου αιφνιδίως εστράφη γρυλίζουσα επιδεικνύουσα τους οδόντας ίνα απωθήση τον μικρόσωμον κύνα, όπου προσεπάθει να αναρριχηθή εις τα κάπουλά της. Αμέσως του επετέθησαν οι άλλοι. Δύο εξ αυτών τον ήρπαξαν -ο εις εκ της ράχης του λαιμού και ο έτερος εκ των οποσθίων ποδών- και τον ετράβουν προκρούστεια προς αντιθέτους κατευθύνσεις. Ο ατυχής κύων ήρχισε να ουρλιάζη γοερώς. Ωμοίαζε ως έν κουρέλιον εις τους οδόντας των θηρίων. Ήτο ζήτημα δευτερολέπτων να τον ξεσχίσουν. Ήρχισα να φωνάζω και να καταβαίνω την κλίμακα του οίκου μου κατευθυνόμενος προς την σύρραξιν, διά να σώσω τον ανόητον κύνα οπού την είχε πολύ άσχημα. Τα θηρία όμως δεν επτοούντο μήτε από τας ιδικάς μου φωνάς, μήτε από τα γοερά ουρλιαχτά του. Εσυνέχιζον να τον τραβούν προς αντιθέτους κατευθύνσεις άνευ οίκτου. Μόνον όταν έφθασα σιμά τον παρήτησαν και απεμακρύνθησαν ομού με την σκύλαν με αργόν αξιοπρεπή βηματισμό και εστάθησαν ολίγον πιο πέρα. Ο ατυχής κύων έσκασεν εις το έδαφος και απέμεινε ολίγα δευτερόλεπτα εκεί, σπαρταρών ως ιχθύς. Ενόμισα ότι παρέδιδε πνεύμα μα εκείνος συνήλθε κάπως και ότε με ένιωσε σιμά -φοβηθείς εκ της παρουσίας μου- εσηκώθη και ήρχισε να τρέχει ταχέως μακράν. Είχεν μίαν βαθείαν πληγήν υψηλά εις τον αριστερό πόδα, μα ευτυχώς ήτο ζων. Τελικώς επέζησε.
   Τας επομένας ημέρας τον ματαείδα να ακολουθή χωλός, εξ αποστάσεως την ομήγυρη των κυνών, μην αποφασίζων να πλησιάση πολύ, μα μήτε δυνάμενος και να απομακρυνθή εντελώς του κύκλου της μαγικής οσμής οπού εσκόρπιζε εις τον αγέρα η σκύλα, τάζουσα εις τους άρρενας μυστηριώδη θαύματα και υποσχέσεις...


(Φιλολ. επιμέλεια: Κυριάκος Γεωργιάδης)

Μετάφραση στα αγγλικά από το ΑI:

The Bitch’s Estrus

A Short Story

Canines have their own laws. A species friendly—for the most part—and protective toward man, yet at times revealing the wolf within. Attacks by stray packs upon humans do occur, several of them proving fatal. But where they exhaust their utmost cruelty is against their own kind. Not many days have passed since I stood witness to a shocking scene during an unexpected canine fray...

There was a black and savage bitch in heat. For days she had been scattering into the air that particular scent which only the male hounds perceive, and which drives their senses to distraction. They followed her wherever she went, as if she were a princess. They would sprawl around her when she lay down, rise when she rose, scenting her, turning fierce toward one another, often baring their teeth in menace. Others even bit, contesting who would mount her haunches. And they were all of massive build, great shepherd dogs.

Yet, on that midday, there appeared among the circle of suitors a brown male, small-bodied, long-muzzled, with short legs. He bordered on the reptilian, for his belly almost brushed the earth. He must have been a youth, for, following his instinct unsparingly, he did not consider into what company he had entered. He claimed the princess on equal terms among the other monstrous shepherd dogs, showing a total ignorance of danger. At first, the hounds ignored him as an unworthy rival, but he was so relentless in his pursuit that soon the first warning growls began against him. Yet he was undeterred. He was so intoxicated by passion that, ignoring his formidable rivals, he crowded in to scent and mount the bitch, though he was but half her size...

I was on the veranda of my house, watching with interest the unfolding of the affair in the street, particularly the fate of that aspiring, small-minded suitor amidst the other beasts. It did not take long for disaster to strike. The signal was given by the bitch herself, who suddenly turned snarling, baring her teeth to repel the small-bodied dog as he attempted to mount her. Instantly, the others fell upon him. Two of them seized him—one by the scruff of the neck and the other by the hind legs—pulling him Procrustean-style in opposite directions. The wretched dog began to howl piteously. He resembled a mere rag in the teeth of the beasts. It was a matter of seconds before they tore him asunder. I began to shout and descend the stairs of my house, heading toward the fray to save the foolish dog who was in dire straits. The beasts, however, were deterred neither by my cries nor by his woeful shrieking. They continued to pull him in opposite directions without mercy. Only when I reached their side did they abandon him and move away together with the bitch, with a slow, dignified pace, standing a little further off. The unfortunate dog slumped to the ground and remained there for a few seconds, gasping like a fish. I thought he was giving up the ghost, but he recovered somewhat, and sensing me near—fearing my presence—he rose and began to run swiftly away. He had a deep wound high on his left leg, but fortunately, he was alive. In the end, he survived.

In the days that followed, I saw him again, limping, following the assembly of hounds from a distance; not daring to draw near, yet unable to wander entirely away from the circle of that magical scent which the bitch scattered into the air, promising to the males mysterious wonders and vows...


George Pyrgaris





Monday, January 5, 2026

Μίνα


Φλόγα το σώμα σου, φάρος στον δρόμο μου
με ανυψώνεις
ανέμελα φυσάς κατ' ιερό στον ώμο μου
και με πληγώνεις

που δε γεννήθηκα Θεός να σε σηκώσω
σε άλλους τόπους
φωτεινούς, για να σε σώσω
απ' τους ανθρώπους...