Translate

Saturday, March 7, 2026

Το έκτο

 


Το έκτο!

(διήγημα)

 

   Όλοι στο χωριό θυμούνται εκείνη την ημέρα του Ιούνη, που ο Κώστας ο Σιάπας ανακάλυψε κάτι συγκλονιστικό. Δεν ήταν πολύς καιρός που είχε βγει στη σύνταξη και απολάμβανε το πρώτο του ελεύθερο καλοκαίρι, μετά από μια δύσκολη ζωή γεμάτη δουλειά και απίστευτη κούραση. Ούτε ο ίδιος δεν φανταζόταν λοιπόν όταν ξύπνησε εκείνο το χάραμα, πως η μέρα που ξημέρωνε θα ήταν τόσο διαφορετική για τον ίδιο και θα του επιφύλασσε μια τεράστια όσο και παράξενη έκπληξη…

   Είχε ξυπνήσει με μια όμορφη διάθεση, είχε πιει τον καφέ του κάτω από την κληματαριά παρατηρώντας τα χελιδόνια που πετούσαν τριγύρω και σαν σηκώθηκε λίγο ο ήλιος, άρχισε να ποτίζει τα λουλούδια του κήπου. Ο ουρανός ήταν καταγάλανος, η μέρα προμηνυόταν ζεστή και κείνος είχε τόσο καλή διάθεση, που έκανε ξαφνικά το αδιανόητο. Έκοψε ένα ολοκόκκινο τριαντάφυλλο, μπήκε στο σπίτι, στάθηκε μπροστά στη γυναίκα του και της το πρόσφερε! Η κυρά Μαρία είχε αποτελειώσει τον καφέ της στην κουζίνα και σκεφτόταν να αρχίσει τις ετοιμασίες για το φαγητό της ημέρας. Τον είδε ξαφνικά μπροστά της, χαμογελαστό με απλωμένο το χέρι να της τείνει το τριαντάφυλλο. Απόμεινε να τον κοιτάζει σα να έβλεπε φάντασμα. Τάχασε. Πάνω από σαράντα χρόνια παντρεμένοι, ποτέ στην κοινή τους ζωή, ο άντρας της είχε κάνει κάτι τέτοιο. Τι τον έπιασε; Αφού πέρασε η πρώτη έκπληξη, η κυρά Μαρία κοκκίνισε. Και όταν κατάλαβε ότι κοκκίνισε θύμωσε. Για να κρύψει την έκπληξη και τον θυμό της μάλιστα, αντέδρασε σπασμωδικά. Μουρμούρισε κάτι μέσα από τα δόντια της, πήρε το τριαντάφυλλο και το πέταξε επιδεικτικά πάνω στο τραπέζι. Μετά του γύρισε την πλάτη και έσκυψε στον νεροχύτη. Καθόλου δεν πτόησε όμως τον κυρ Κώστα η άρνησή της συζύγου του να δεχθεί το τριαντάφυλλο. Χωρίς να χάσει το κέφι και το χαμόγελό του, έκανε μεταβολή, βγήκε από το σπίτι και συνέχισε το πότισμα των λουλουδιών. Η ζωή τελικά ήταν υπέροχη!

   Κατά τις δέκα, μιας και η μέρα είχε αρχίσει να ζεσταίνει για τα καλά, θέλησε να πλύνει τα πόδια του. Πήγε στη βρύση, έβγαλε τα καλοκαιρινά του πέδιλα και άπλωσε το αριστερό πόδι στην πέτρινη γούρνα που ήταν τοποθετημένη εκεί προ αμνημονεύτων ετών. Απολάμβανε την επαφή του ποδιού με το νερό μα περισσότερο απολάμβανε τη σκέψη πως είχε μπροστά του όχι μόνο ένα ελεύθερο καλοκαίρι μα κι ένα ελεύθερο φθινόπωρο. Και χειμώνα. Και άνοιξη. Και άλλο καλοκαίρι. Ελεύθερα όλα! Μια ολόκληρη ζωή! Είχε μπροστά του επιτέλους όσα χρόνια του απόμεναν, να τα κάνει ό, τι θέλει! Τέρμα τα πρωινά ξυπνήματα στο κρύο και τ΄ ανεμοβρόχι, τέρμα τα χαλινά και ο κάματος! Πώς να μην είναι όμορφη πια η ζωή; Πώς να μην είναι χαρούμενος ο ίδιος; Πώς να μη χαρίσει και ένα και δύο και τρία και εκατό τριαντάφυλλα στη γυναίκα του; Μόνο να τον έχει καλά ο Θεός. Να παραμείνει γερός και δυνατός, για ν΄ απολαύσει όσο περισσότερο μπορεί, αυτήν την παραδείσια προοπτική.

   Με τέτοια θαυμάσια διάθεση και ενώ έπαιζε ακόμη με το νερό ηδονιζόμενος από τη δροσιά του, άρχισε έτσι χωρίς λόγο να μετράει τα δάχτυλα του ποδιού του…

-Ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε… έξι!

   Έξι; Μπα, κάποιο λάθος θάκανε. Πάλι απ΄ την αρχή…

-Ένα, δύο τρία, τέσσερα, πέντε… έξι!

   Δεν είναι δυνατόν! Ο κυρ Κώστας αλαφιάστηκε για τα καλά. Ξανά μέτρημα…

-Ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε, έξι!

   Μα καλά, γιατί έχει έξι δάκτυλα το αριστερό του πόδι; Άλλο και τούτο! Άλλαξε πόδι και άρχισε να μετρά τα δάκτυλα του δεξιού ποδιού…

-Ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε!

   Αυτό μάλιστα! Μα το άλλο; Πώς φύτρωσε στο αριστερό του πόδι ένα παραπανίσιο δάκτυλο; Ο κυρ Κώστας πέρασε ένα ολόκληρο τέταρτο, μετρώντας τα δάκτυλα των ποδιών του. Μα όσο κι αν μετρούσε, όσο κι αν τα συνέκρινε, τα ίδια έβρισκε. Έξι δάκτυλα στο αριστερό, πέντε στο δεξί! Ήταν απίστευτο! Το αριστερό του πόδι είχε έξι δάκτυλα!

 

   Η κυρά Μαρία καθόταν στο τραπέζι της κουζίνας. Είχε αποφασίσει να φτιάξει ντομάτες γεμιστές και είχε τελειώσει μόλις το κούφωμα. Ετοιμαζόταν να τις γεμίσει με ρύζι μα το μυαλό της αλλού έτρεχε. Στην πράξη του άντρα της να της χαρίσει ένα τριαντάφυλλο. Μα τι τον είχε πιάσει ξαφνικά; Μήπως κουζουλάθηκε; Ήταν κάτι ξένο γι΄ αυτόν τέτοιου είδους τρυφεράδα. Άνθρωπος της ουσίας ο κυρ Κώστας και όχι των εντυπώσεων. Πώς του ήρθε ξαφνικά, να της χαρίσει λουλούδι; Όχι ότι δεν ήταν καλός και τρυφερός. Το αντίθετο. Πάντα την πρόσεχε και πάντα την αγαπούσε. Ζούσε γι΄ αυτήν και τα παιδιά τους, η οικογένειά του ήταν η μοναδική του έγνοια. Πέρασαν βέβαια δυσκολίες, μα ποιος δεν περνά; Όλες όμως τις ξεπέρασε η αγάπη τους. Και είχαν φτάσει τώρα στο κατώφλι του γήρατος, να χαίρονται όσα έχτισαν. Όχι πλούτη και τα τοιαύτα. Μα την απλή και γαλήνια ζωή τους. Τόσο πολύτιμη όμως, γιατί ποτέ δεν είναι δεδομένη η απλή και γαλήνια ζωή. Και τούτο το εκτιμούσαν και οι δύο. Όμως πώς του ήρθε ξαφνικά να της χαρίσει τριαντάφυλλο; Κόντευαν τα εβδομήντα και τούτο έμοιαζε παράξενο. Ήταν η ηλικία τους για τέτοια; Κολακεύτηκε βέβαια, όχι ότι δεν κολακεύτηκε. Μα είχε βρεθεί ξαφνικά, σε μια θέση που δεν είχε βρεθεί ποτέ ξανά στη ζωή της. Πιάστηκε εντελώς ανέτοιμη να τη διαχειριστεί και τώρα είχε θυμώσει με τον εαυτό της. Μήπως δεν έκανε καλά που πέταξε τόσο επιδεικτικά πάνω στο τραπέζι, το μοναδικό τριαντάφυλλο που της χάρισε σε όλη του τη ζωή ο άντρας της; Για να απαλύνει λοιπόν αυτήν τη μικρή ενοχή η κυρά Μαρία, πήρε το τριαντάφυλλο που έστεκε παραπεταμένο τόση ώρα σε μια γωνιά του τραπεζιού και το έβαλε σε ένα βάζο που βρισκόταν πάνω στο ψυγείο. Μετά πιο ήσυχη, επέστρεψε στη δουλειά της…

-Δε μου λες, πόσα δάκτυλα είχα εγώ χθες, στο αριστερό μου πόδι;

   Η κυρά Μαρία σήκωσε το κεφάλι από το ταψί που είχε τοποθετήσει στη σειρά τις κουφωμένες ντομάτες. Στο χέρι κρατούσε ένα κουτάλι γεμάτο ρύζι και τριμμένη ντομάτα. Αντίκρισε τον άντρα της ιδρωμένο και ταραγμένο, να στέκεται στην πόρτα. Ήταν ξυπόλητος και κρατούσε τα πέδιλα στο χέρι. Η κυρά Μαρία βρήκε τόσο ανόητη την ερώτηση του άντρα της, που στην αρχή της ήρθε να βάλει τα γέλια. Μετά φοβήθηκε μήπως έκοψε κάποιο δάχτυλο. Μα όχι, μια χαρά φαίνονταν τα πόδια του, ούτε αίματα, ούτε κάτι ανησυχητικό. Τα δάχτυλα, όλα στη θέση τους. Εκείνος όμως έδειχνε πολύ χλωμός. Έμοιαζε με ναυαγό, ίσως με έναν Οδυσσέα που ειχε παλέψει ώρες με τα κύματα και τώρα παρέμενε κουρασμένος και απελπισμένος μπροστά στη Ναυσικά του…

-Τι είναι αυτά που λες χριστιανέ μου;

   Εκείνος τράβηξε με θόρυβο μια καρέκλα μπροστά της. Μετά, έβαλε το αριστερό του πόδι πάνω.

-Μέτρα!... της είπε.

   Εκείνη τον κοίταξε δύσπιστα στην αρχή μα ο κυρ Κώστα έδειχνε τόσο απροστάτευτος και αβοήθητος, συνάμα όμως τόσο επιτακτικός και αποφασισμένος, που θέλοντας και μη η κυρά Μαρία, άρχισε να μετρά…

-Ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε… έξι!

   Χριστός κι Απόστολος! Ήταν η σειρά της τώρα να ταραχτεί. Ξαναμέτρησε, τα ίδια. Η γυναίκα σταυροκοπήθηκε.

-Έξι!... είπε ξέπνοα.

-Αμ τι σου λέω! Κόντεψα να τρελαθώ μόνος εκεί έξω! Κάτι διαβολικό συμβαίνει εδώ!

 

   Το ίδιο απόγευμα, στο σπίτι του κυρ Κώστα, λάμβανε χώρα μια παράξενη σύναξη. Εκείνος καθόταν ξαπλωμένος σε μια πολυθρόνα στο σαλόνι με απλωμένο και γυμνό το αριστερό του πόδι, πάνω σε ένα σκαμνί. Γύρω από το πόδι η γυναίκα του, η κόρη τους Ελένη με τον σύζυγο και τα παιδιά τους, ο γιός τους ο Γιώργος με τη γυναίκα και τα δικά τους παιδιά, όλοι μαζεμένοι στο πατρικό σαλόνι, για να λύσουν το αναπάντεχο μυστήριο. Πώς βρέθηκε ξαφνικά ο κυρ Κώστας, με έξι δάχτυλα στο αριστερό του πόδι; Οι υποθέσεις έδιναν κι έπαιρναν. Από τις πιο σοβαρές, μέχρι τις ανόητες. Άλλοι τον ρωτούσαν αν είχε αισθανθεί κάτι τελευταία, έναν πόνο ή κάτι άλλο, αν είχε καταλάβει πως φύτρωνε σιγά σιγά κάποιο εξόγκωμα τέλος πάντων που συνεχώς μεγάλωνε και κατέληξε να γίνει ένα τέλειο δάχτυλο. Γιατί όντως ήταν τέλεια όλα τα δάχτυλα στο πόδι του κυρ Κώστα. Και τα έξι! Δεν περίσσευε κάποιο δεξιά ή αριστερά, πάνω ή κάτω από τις γραμμές του ποδιού. Έδειχναν όλα κανονικά. Αρμονικά, παράλληλα, όμορφα, το ένα δίπλα στο άλλο, με τις αρθρώσεις, με τα νύχια με τα όλα τους. Με μια πρώτη ματιά, δεν φαινόταν τίποτα παράξενο πάνω τους. Μόνο που ήταν έξι!  Τα μικρά εγγόνια του κυρ Κώστα πήγαιναν κοντά στο πόδι, το κοιτούσαν και κείνα περίεργα όπως οι γονείς τους μα ακόμη κι αν δεν ήξεραν να μετρούν, παρέμεναν παρ΄ όλα αυτά ήσυχα και αμίλητα, γιατί αντιλαμβάνονταν από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, πως κάτι πολύ σοβαρό συνέβαινε με το πόδι του παππού τους. Όσες υποθέσεις κι αν έκαναν όμως οι μεγάλοι, άκρη με το περίεργο αυτό συμβάν δεν έβρισκαν. Δεν υπήρχε καμιά σαφή απάντηση, για το πώς μπορεί να φύτρωσε έτσι ξαφνικά ένα παραπανίσιο δάχτυλο στο αριστερό πόδι του κυρ Κώστα. Μονάχα αφού πέρασαν ώρες χωρίς αποτέλεσμα, ο γιος του ο Γιώργος που βημάτιζε μέχρι τότε πέρα δώθε στο σαλόνι, κοιτώντας σιωπηλός μια τον πατέρα του μια το πόδι, κάθισε επιτέλους σε μια καρέκλα απέναντί του και τον ρώτησε…

-Ρε πατέρα, είχες μετρήσει ποτέ ξανά, τα δάχτυλα του ποδιού σου;

Ο κυρ Κώστας απόμεινε να κοιτάζει με ανοιχτό στόμα τον γιο του…

-Όοοχι… απ΄όσο θυμάμαι, όχι… κατόρθωσε να ψελλίσει στο τέλος.

-Σε ενοχλεί; Σε πονάει;;;… συνέχισε απτόητος ο Γιώργος.

-Όχι καθόλου, μια χαρά όλα….

-Ε τότε τι το τυραννάμε… τι πέντε τι έξι! Έτσι γεννήθηκες και δεν το είχε καταλάβει! Πάμε να φύγουμε!... είπε ο Γιώργος, κάνοντας νόημα στη γυναίκα και τα παιδιά του να σηκωθούν.

 

   Φέρνοντας αυτά τα λόγια του γιου του συνεχώς στο μυαλό του ο κυρ Κώστας, δεν μπορούσε να κλείσει μάτι εκείνη τη νύχτα. Συνεχώς στριφογύριζε στο κρεβάτι. Μήπως είχε δίκιο ο γιος του; Μα είναι δυνατόν να πέρασε μια ολόκληρη ζωή, χωρίς να ξέρει ότι έχει έξι δάχτυλα στο αριστερό του πόδι; Ένιωθε μπερδεμένος. Σαν να ήταν ψεύτικη μέχρι σήμερα η ζωή του. Αργά τη νύχτα σηκώθηκε, έφτιαξε έναν καφέ και βγήκε στην αυλή. Ζέστη και τα τριζόνια με τα τζιτζίκια συνέχιζαν το τραγούδι τους στη σιγαλιά της νύχτας. Λίγα μέτρα μπροστά του, διέκρινε τη βαριά σκιά ενός βατράχου να πηδά προς τη βρύση. Αναθεματισμένη βρύση! Αν δεν είχε βάλει το πρωί τα πόδια του στη γούρνα, μπορεί να μη μετρούσε ποτέ τα δάχτυλα των ποδιών του. Καλύτερα. Ακόμη κι αν είχε γεννηθεί με έξι δάχτυλα, καλύτερα να μην το μάθαινε ποτέ! Ας πέθαινε νομίζοντας ότι είναι κανονικός. Γιατί αυτό τον έτρωγε τώρα. Είχε περάσει μια ολόκληρη ζωή σα να ήταν κανονικός. Ένας άντρας που είχε ζήσει στη σκιά του πλήθους. Δεν είχε πετύχει τίποτα το σπουδαίο και σημαντικό, δεν είχε ξεχωρίσει. Όμως ήρθε ξαφνικά αυτό το άτιμο παραπανίσιο δάχτυλο για να του πει πως δεν ήταν κανονικός μα κάτι άλλο. Καλό, κακό δεν είχε σημασία, πάντως ήταν κάτι άλλο. Ίσως αν ήξερε από την αρχή πως είχε έξι δάχτυλα, να είχε πάρει αλλιώς τη ζωή του. Να είχε σταθεί πιο τολμηρός. Να είχε κάνει βήματα παραπέρα. Μισός κι ανολοκλήρωτος. Έτσι ένιωθε τώρα. Σαν να είχε στη τσέπη του ένα λαχείο, που δεν είχε εξαργυρώσει ποτέ…

   Μα πάλι ήταν δυνατόν να πέρασε απαρατήρητο μια ολόκληρη ζωή ένα παραπανίσιο δάχτυλο στο πόδι του; Δάχτυλο ήταν, δεν ήταν τρίχα! Δεν ήταν μια μικρή ελιά στην πλάτη! Πώς κατόρθωσε το άτιμο να ξεφύγει από τόσες απανωτές συμπληγάδες και να φανερωθεί αίφνης μπροστά του, βγάζοντάς του τη γλώσσα; Και καλά η μάνα του. Αυτή πέθανε στη γέννα. Μα ο πατέρας του; Η γιαγιά του; Οι θείες του; Τ΄ αδέρφια του; Ούτε ένας δεν έχασε τον χρόνο του να μετρήσει τα δάχτυλα του ποδιού του;

   Ο κυρ Κώστας άναψε κι άλλο τσιγάρο, σκεπτόμενος με πίκρα τα παιδικά του χρόνια. Φτώχεια, πείνα και ξυπολησιά. Ο θάνατος της μάνας στη δική του γέννα, θα πρέπει να έριξε βαριά τη σκιά του στο σπιτικό. Εφτά αδέρφια όλα αρσενικά, έμειναν ορφανά στα χέρια του πατέρα. Με μόνη βοήθεια τη σχεδόν τυφλή γιαγιά. Από το πρωί μέχρι το βράδυ, έτρεχε να τους εξασφαλίσει τα απαραίτητα. Πού καιρός να μετρήσει ο πατέρας τα δάχτυλα των παιδιών του. Λεπτομέρειες! Ίσως τον ίδιο κιόλας, να τον θεωρούσε και υπεύθυνο για τον θάνατο της γυναίκας του. Ποτέ δε θυμόταν ένα χάδι, μια τρυφερή κουβέντα. Όμως έτσι ήταν με όλα τα παιδιά του ο πατέρας του κυρ Κώστα. Απόμακρος, σιωπηλός, αυστηρός. Μέχρι που πέθανε. Οπότε πάει αυτός. Από τη γιαγιά δεν είχε απαιτήσεις. Σχεδόν τυφλή κι ανήμπορη, ίσα που μπορούσε να κάνει κάποιες δουλειές, να φτιάξει φαγητό για να χορτάσει τόσα στόματα. Κι όποτε τους έπλενε με ζεστό νερό, εκείνος με τ΄αδέρφια του έπαιζαν σαν βατράχια μέσα στη σκάφη, πού να βρει μέσα σε όλον αυτόν τον πανικό η τυφλή γριά το παραπανίσιο δάχτυλο στο πόδι του μικρότερου παιδιού. Πέρασε λοιπόν κι απ΄αυτές τις συμπληγάδες το πονηρό αυτό δάχτυλο. Τ΄αδέρφια του όμως; Να το μεγάλο ερώτημα! Πώς τόσα μάτια, τόσες μέρες, τόσους μήνες, τόσα χρόνια, δεν πρόσεξαν αυτήν την οφθαλμοφανή και σημαντική λεπτομέρεια; Ή μήπως την πρόσεξαν αλλά τη θεώρησαν φυσιολογική, ανάξια σημασίας και λόγου; Και μετά οι φίλοι του. Ούτε αυτοί κατάλαβαν κάτι μέσα στα τόσα παιχνίδια; Και μάλιστα σε ατέλειωτα χρόνια ξυπολησιάς στους δρόμους του χωριού και στο ποτάμι; Στον στρατό; Πώς ξέφυγε ακόμη κι απ΄ τους γιατρούς του στρατού, αυτή η ανώδυνη αναπηρία; Η γυναίκα του; Τα παιδιά του; Οι συνάδελφοι στη δουλειά; Τους ζεστούς μήνες οδηγούσε όλα αυτά τα χωματουργικά μηχανήματα σχεδόν ξυπόλητος, φορώντας μόνο σαγιονάρες. Δεν εντόπισε ποτέ κάποιος το περιττό αυτό δάχτυλο;

   Ξαφνικά ο κυρ Κώστας, μέσα στη γαλήνη της θερινής νύχτας, ένιωσε πολύ μόνος. Σαν αυτό το δάχτυλο που υπήρχε από γεννησιμιού στο αριστερό του πόδι, να μην ήταν απλά ένα παραπανίσιο δάχτυλο, μα η μεγαλύτερη απόδειξη πως όχι μόνο δεν είχε ανακαλύψει ποτέ κάποιο ιδιαίτερο κομμάτι του εαυτού του, μα πως δεν είχε αγαπηθεί. Κανείς δεν τον ήξερε τελικά. Κανείς δεν είχε σκύψει πραγματικά πάνω του. Ούτε ο ίδιος του ο εαυτός, αφού πάνω απ΄ όλους μονάχα εκείνος ήταν ολοκληρωτικά υπεύθυνος, γι΄ αυτήν την παράλογη άγνοια…


Γ. Π.