-διήγημα-
Οι κύνες έχουσι τους ιδικούς των κανόνες.
Φιλικόν - ως επί το πλείστον- είδος και
προστατευτικόν προς τον άνθρωπον, ενίοτε
όμως εμφανίζει και τον λύκον εντός του.
Επιθέσεις έτι έναντι των ανθρώπων υφ'
αδεσπότων αγελών γίγνονται, αρκεταί
εξ' αυτών μάλιστα θανάσιμαι. Μα εκεί
οπού εξαντλούν την σκληρότητάν των,
είναι έναντι του ιδίου του είδους των.
Δεν επέρασαν πολλαί ημέραι, όπου υπήρξα
μάρτυς μίας σοκαριστικής σκηνής εις
έναν απρόσμενον σκυλοκαυγάν...
Ήτο εις οίστρον μία σκύλα μαύρη και
αγριώδης. Εσκόρπα ημέρας εις τον αγέρα
αυτήν την ιδιαιτέρα οσμήν όπου οσμίζονται
μόνον οι άρρενες κύνες και εκφεύγουν
τας φρένας των. Την ηκολούθουν λοιπόν
όπου επήγαινε ως να ήτο πριγκιπέσσα.
Εξηπλούντο τριγύρω της όταν εξηπλούτο,
εγείροντο ότε εγείρετο, την ωσμίζοντο,
ηγρίευον μεταξύ των οι κύνες και πολλάκις
επεδείκνυον απειλητικά τους οδόντας.
Άλλες έδακνον κιόλας διά το ποίος θα
αναρριχηθή εις τα κάπουλά της. Και ήσαν
όλοι σωματώδεις, τρανά τσοπανόσκυλα.
Όμως εκείνην την μεσημβρίαν ενεφανίσθη
εις την ομήγυρην των μνηστήρων άρρεν
κύων καφετής, μικρόσωμος, μακρυμούρης,
με κοντούς πόδας. Ολίγον έλειπε από το
να ωμοιάζη με ερπετό, αφού η κοιλία του
σχεδόν ακουμβούσε το έδαφος. Θα πρέπει
να ήτο νεανίας, διότι ακολουθών αφειδώς
το ένστικτον δεν εσκέφθη σε ποία εισήλθε
παρέα. Διεξεδίκει επί ίσοις όροις την
πριγκιπέσσα ανάμεσα εις τα λοιπά θηριώδη
τσοπανόσκυλα, δεικνύων τελείαν άγνοια
του κινδύνου. Οι κύνες εις την αρχή τον
ηγνόησαν ως μη ικανόν αντίζηλον, μα
εκείνος ήτο τόσο αδέκαστος εις την
διεκδίκησιν, οπού συντόμως ήρχισαν οι
πρώτοι εναντίον του προειδοποιητικοί
γρυλισμοί. Όμως δεν επτοείτο. Είχεν τόσο
μεθύσει εκ του πάθους, όπου αγνοών τους
θηριώδεις αντιζήλους, εστριμώχνετο να
ωσμισθή και να αναρριχηθή εις την σκύλαν
και ας ήτο ήμισυς αύτης...
Ήμην εις την βεράνταν του οίκου μου και
παρηκολούθουν με ενδιαφέρον την εξέλιξιν
της υποθέσεως εις την οδόν, ιδιαιτέρως
όμως την τύχην του επιδόξου μικρόνοος
μνηστήρος, εν μέσω των υπολοίπων θηρίων.
Δεν ήργησε να συμβή το κακόν. Το σύνθημα
έδωσε η ιδία σκύλα, όπου αιφνιδίως
εστράφη γρυλίζουσα και επιδεικνύουσα
τους οδόντας ίνα απώθηση τον μικρόσωμον
κύνα, όπου προσεπάθει να αναρριχηθή εις
τα κάπουλά της. Αμέσως του επετέθησαν
οι άλλοι. Δύο εξ αυτών τον ήρπαξαν -ο εις
εκ της ράχης του λαιμού και ο έτερος εκ
των οποσθίων ποδών- και τον ετράβουν
προκρούστεια προς αντιθέτους κατευθύνσεις.
Ο ατυχής κύων ήρχισε να ουρλιάζη γοερώς.
Ωμοίαζε ως έν κουρέλιον εις τους οδόντας
των θηρίων. Ήτο ζήτημα δευτερολέπτων
να τον ξεσχίσουν. Ήρχισα να φωνάζω και
να καταβαίνω την κλίμακα του οίκου μου
κατευθυνόμενος προς την σύρραξιν, διά
να σώσω τον ανόητον κύνα οπού την είχε
πολύ άσχημα. Τα θηρία όμως δεν επτοούντο
μήτε από τας ιδικάς μου φωνάς, μήτε από
τα γοερά ουρλιαχτά του. Εσυνέχιζον να
τον τραβούν προς αντιθέτους κατευθύνσεις
άνευ οίκτου. Μόνον όταν έφθασα σιμά τον
παρήτησαν και απεμακρύνθησαν ομού με
την σκύλαν με αργόν αξιοπρεπή βηματισμό
και εστάθησαν ολίγον πιο πέρα. Ο ατυχής
κύων έσκασεν εις το έδαφος και απέμεινε
ολίγα δευτερόλεπτα εκεί, σπαρταρών ως
ιχθύς. Ενόμισα ότι παρέδιδε πνεύμα μα
εκείνος συνήλθε κάπως και ότε με ένιωσε
σιμά -φοβηθείς εκ της παρουσίας μου-
εσηκώθη και ήρχισε να τρέχει ταχέως
μακράν. Είχεν μίαν βαθείαν πληγήν υψηλά
εις τον αριστερό πόδα, μα ευτυχώς ήτο
ζων. Τελικώς επέζησε.
Τας επομένας ημέρας τον ματαείδα να
ακολουθή χωλός, εξ αποστάσεως την ομήγυρη
των κυνών, μην αποφασίζων να πλησιάση
πολύ, μα μήτε δυνάμενος και να απομακρυνθή
εντελώς του κύκλου της μαγικής οσμής
οπού εσκόρπιζε εις τον αγέρα η σκύλα,
τάζουσα εις τους άρρενας μυστηριώδη
θαύματα και υποσχέσεις...
(Φιλολ.
επιμέλεια: Κυριάκος Γεωργιάδης)
