Translate

Sunday, January 18, 2026

Ο οίστρος της σκύλας

 



-διήγημα-

   Οι κύνες έχουσι τους ιδικούς των κανόνες. Φιλικόν - ως επί το πλείστον- είδος και προστατευτικόν προς τον άνθρωπον, ενίοτε όμως εμφανίζει και τον λύκον εντός του. Επιθέσεις έτι έναντι των ανθρώπων υφ' αδεσπότων αγελών γίγνονται, αρκεταί εξ' αυτών μάλιστα θανάσιμαι. Μα εκεί οπού εξαντλούν την σκληρότητάν των, είναι έναντι του ιδίου είδους των. Δεν επέρασαν πολλαί ημέραι, όπου υπήρξα μάρτυς μίας σοκαριστικής σκηνής εις έναν απρόσμενον σκυλοκαυγάν...
Ήτο εις οίστρον μία σκύλα μαύρη και αγριώδης. Εσκόρπα ημέρας εις τον αγέρα αυτήν την ιδιαιτέρα οσμήν όπου οσμίζονται μόνον οι άρρενες κύνες και εκφεύγουν τας φρένας των. Την ηκολούθουν λοιπόν όπου επήγαινε ως να ήτο πριγκιπέσσα. Εξηπλούντο τριγύρω της όταν εξηπλούτο, εγείροντο ότε εγείρετο, την ωσμίζοντο, ηγρίευον μεταξύ των οι κύνες και πολλάκις επεδείκνυον απειλητικά τους οδόντας. Άλλες έδακνον κιόλας διά το ποίος θα αναρριχηθή εις τα κάπουλά της. Και ήσαν όλοι σωματώδεις, τρανά τσοπανόσκυλα.
   Όμως εκείνην την μεσημβρίαν ενεφανίσθη εις την ομήγυρην των μνηστήρων άρρεν κύων καφετής, μικρόσωμος, μακρυμούρης, με κοντούς πόδας. Ολίγον έλειπε από το να ωμοιάζη με ερπετό, αφού η κοιλία του σχεδόν ακουμβούσε το έδαφος. Θα πρέπει να ήτο νεανίας, διότι ακολουθών αφειδώς το ένστικτον δεν εσκέφθη σε ποία εισήλθε παρέα. Διεξεδίκει επί ίσοις όροις την πριγκιπέσσα ανάμεσα εις τα λοιπά θηριώδη τσοπανόσκυλα, δεικνύων τελείαν άγνοια του κινδύνου. Οι κύνες εις την αρχή τον ηγνόησαν ως μη ικανόν αντίζηλον, μα εκείνος ήτο τόσο αδέκαστος εις την διεκδίκησιν, οπού συντόμως ήρχισαν οι πρώτοι εναντίον του προειδοποιητικοί γρυλισμοί. Όμως δεν επτοείτο. Είχεν τόσο μεθύσει εκ του πάθους, όπου αγνοών τους θηριώδεις αντιζήλους, εστριμώχνετο να ωσμισθή και να αναρριχηθή εις την σκύλαν και ας ήτο ήμισυς αύτης...
   Ήμην εις την βεράνταν του οίκου μου και παρηκολούθουν με ενδιαφέρον την εξέλιξιν της υποθέσεως εις την οδόν, ιδιαιτέρως όμως την τύχην του επιδόξου μικρόνοος μνηστήρος, εν μέσω των υπολοίπων θηρίων. Δεν ήργησε να συμβή το κακόν. Το σύνθημα έδωσε η ιδία σκύλα, όπου αιφνιδίως εστράφη γρυλίζουσα επιδεικνύουσα τους οδόντας ίνα απωθήση τον μικρόσωμον κύνα, όπου προσεπάθει να αναρριχηθή εις τα κάπουλά της. Αμέσως του επετέθησαν οι άλλοι. Δύο εξ αυτών τον ήρπαξαν -ο εις εκ της ράχης του λαιμού και ο έτερος εκ των οποσθίων ποδών- και τον ετράβουν προκρούστεια προς αντιθέτους κατευθύνσεις. Ο ατυχής κύων ήρχισε να ουρλιάζη γοερώς. Ωμοίαζε ως έν κουρέλιον εις τους οδόντας των θηρίων. Ήτο ζήτημα δευτερολέπτων να τον ξεσχίσουν. Ήρχισα να φωνάζω και να καταβαίνω την κλίμακα του οίκου μου κατευθυνόμενος προς την σύρραξιν, διά να σώσω τον ανόητον κύνα οπού την είχε πολύ άσχημα. Τα θηρία όμως δεν επτοούντο μήτε από τας ιδικάς μου φωνάς, μήτε από τα γοερά ουρλιαχτά του. Εσυνέχιζον να τον τραβούν προς αντιθέτους κατευθύνσεις άνευ οίκτου. Μόνον όταν έφθασα σιμά τον παρήτησαν και απεμακρύνθησαν ομού με την σκύλαν με αργόν αξιοπρεπή βηματισμό και εστάθησαν ολίγον πιο πέρα. Ο ατυχής κύων έσκασεν εις το έδαφος και απέμεινε ολίγα δευτερόλεπτα εκεί, σπαρταρών ως ιχθύς. Ενόμισα ότι παρέδιδε πνεύμα μα εκείνος συνήλθε κάπως και ότε με ένιωσε σιμά -φοβηθείς εκ της παρουσίας μου- εσηκώθη και ήρχισε να τρέχει ταχέως μακράν. Είχεν μίαν βαθείαν πληγήν υψηλά εις τον αριστερό πόδα, μα ευτυχώς ήτο ζων. Τελικώς επέζησε.
   Τας επομένας ημέρας τον ματαείδα να ακολουθή χωλός, εξ αποστάσεως την ομήγυρη των κυνών, μην αποφασίζων να πλησιάση πολύ, μα μήτε δυνάμενος και να απομακρυνθή εντελώς του κύκλου της μαγικής οσμής οπού εσκόρπιζε εις τον αγέρα η σκύλα, τάζουσα εις τους άρρενας μυστηριώδη θαύματα και υποσχέσεις...


(Φιλολ. επιμέλεια: Κυριάκος Γεωργιάδης)

Μετάφραση στα αγγλικά από το ΑI:

The Bitch’s Estrus

A Short Story

Canines have their own laws. A species friendly—for the most part—and protective toward man, yet at times revealing the wolf within. Attacks by stray packs upon humans do occur, several of them proving fatal. But where they exhaust their utmost cruelty is against their own kind. Not many days have passed since I stood witness to a shocking scene during an unexpected canine fray...

There was a black and savage bitch in heat. For days she had been scattering into the air that particular scent which only the male hounds perceive, and which drives their senses to distraction. They followed her wherever she went, as if she were a princess. They would sprawl around her when she lay down, rise when she rose, scenting her, turning fierce toward one another, often baring their teeth in menace. Others even bit, contesting who would mount her haunches. And they were all of massive build, great shepherd dogs.

Yet, on that midday, there appeared among the circle of suitors a brown male, small-bodied, long-muzzled, with short legs. He bordered on the reptilian, for his belly almost brushed the earth. He must have been a youth, for, following his instinct unsparingly, he did not consider into what company he had entered. He claimed the princess on equal terms among the other monstrous shepherd dogs, showing a total ignorance of danger. At first, the hounds ignored him as an unworthy rival, but he was so relentless in his pursuit that soon the first warning growls began against him. Yet he was undeterred. He was so intoxicated by passion that, ignoring his formidable rivals, he crowded in to scent and mount the bitch, though he was but half her size...

I was on the veranda of my house, watching with interest the unfolding of the affair in the street, particularly the fate of that aspiring, small-minded suitor amidst the other beasts. It did not take long for disaster to strike. The signal was given by the bitch herself, who suddenly turned snarling, baring her teeth to repel the small-bodied dog as he attempted to mount her. Instantly, the others fell upon him. Two of them seized him—one by the scruff of the neck and the other by the hind legs—pulling him Procrustean-style in opposite directions. The wretched dog began to howl piteously. He resembled a mere rag in the teeth of the beasts. It was a matter of seconds before they tore him asunder. I began to shout and descend the stairs of my house, heading toward the fray to save the foolish dog who was in dire straits. The beasts, however, were deterred neither by my cries nor by his woeful shrieking. They continued to pull him in opposite directions without mercy. Only when I reached their side did they abandon him and move away together with the bitch, with a slow, dignified pace, standing a little further off. The unfortunate dog slumped to the ground and remained there for a few seconds, gasping like a fish. I thought he was giving up the ghost, but he recovered somewhat, and sensing me near—fearing my presence—he rose and began to run swiftly away. He had a deep wound high on his left leg, but fortunately, he was alive. In the end, he survived.

In the days that followed, I saw him again, limping, following the assembly of hounds from a distance; not daring to draw near, yet unable to wander entirely away from the circle of that magical scent which the bitch scattered into the air, promising to the males mysterious wonders and vows...


George Pyrgaris