Translate

Saturday, February 7, 2026

Το μαύρο πλοίο

 

                                    


Ένας αέρας κίτρινος, επίμονος, τραχύς φυσάει σ' αυτήν την πόλη φέρνοντας μαζί του που και που κόκκινες σταγόνες μιας παράξενης βροχής που δε λέει όμως κανονικά να στάξει. Χρόνια τώρα. Η πόλη μου το περισσότερο σιωπηλή. Ειδικά τις μέρες όπως αυτές που ακολουθούν το φευγιό του μαύρου πλοίου. Το λιμάνι όταν φεύγει αυτό το καταραμένο καράβι είναι σχεδόν άδειο, γιατί ποιος αντέχει τέτοιες σκηνές. Οι νέοι σπρώχνονται αλυσοδεμένοι μες στο καράβι από σπαθιά και δόρατα χάλκινων στρατιωτών κάτω από γοερά κλάματα και λιποθυμίες γονιών και αδερφών. Είναι μια σκληρή σκηνή. Θα έλεγε κανείς όμως, πως όλη αυτή η σκληρότητα είναι σοφή, αφού η μοίρα τους είναι αμετάκλειτη. Τους προετοιμάζει. Προορίζονται για τροφή του Μινώταυρου και τούτος ο αποχωρισμός είναι μια πρώτη γεύση. Δεν λογαριάζονται για άνθρωποι πια, πρέπει να συνηθίσουν. Τα είδα όλα κρυμένος πίσω από έναν βράχο και είμαι άρρωστος από τότε. Κάθομαι μερόνυχτα ξαπλωμένος σ' αυτό το κρεβάτι, μη μπορώντας να κάνω τίποτα πια. Δεν έπρεπε να πάω. Εξ' άλλου ο νόμος απαγορεύει να βρίσκεται κανείς στο λιμάνι όταν φεύγουν οι νέοι του Μινώταυρου. Μονάχα πρώτου βαθμού συγγενείς. Εγώ όμως ήθελα επιτέλους να δω ακόμη και με κίνδυνο της ζωής μου, γι' αυτό πήγα...

Πάνε χρόνια που υπογράψαμε με τον Μίνωα αυτή την συνθήκη. Να δίνουμε κάθε χρόνο εφτά αγόρια και εφτά κορίτσια για να μπορούμε να διαβιούμε οι λοιποί εν ειρήνη. Είναι μια συνθήκη όχι μόνο ντροπής αλλά τραγική. Χειρότερα κι από τραγική. Η πόλη μου είναι μια πόλη καταραμένη. Δεν βρέχει πια, μόνο φυσά. Ένας ξερός αέρας κίτρινος, που φέρνει που και που λίγες σταγόνες κόκκινες σαν αίμα.

Καμία ευτυχία. Καμία προοπτική. Μονάχα κλάμα και οδυρμός. Σκοτεινιά. Ένα μίσος που απλώνεται από τα μαυροφορεμένα σπίτια των άτυχων νέων που κάθε χρόνο γίνονται περισσότερα, ένα μίσος που το μυρίζεις στους δρόμους και τα σοκάκια, στα καφενεία και τα τεχνουργεία, στους ναούς και τις συνάξεις, μπαίνει μέσα στις ψυχές και τις δηλητηριάζει και φτάνει μέχρι τα ανάκτορα, όπου ο βασιλιάς μερόνυχτα άυπνος με κόκκινα μάτια, αναρωτιέται αν είναι καλύτερα να πέσει με δύναμη πάνω στο ξίφος του για να γλιτώσει μια και καλή. Γιατί ποιος θέλει να διοικεί μια τέτοια πόλη; Πώς μπορεί ένας βασιλιάς να περπατήσει ελεύθερα στους δρόμους, ανάμεσα στους χαροκαμένους γονιούς, πώς μπορεί να αναπνεύσει αυτόν τον άτιμο αέρα που φέρνει στα ρουθούνια την μυρωδιά από αίμα αθώο και νωπό; Ποιος μπορεί να κυκλοφορήσει τη νύχτα όταν αυτός ο άνεμος δυναμώνει εφιαλτικά παρασύροντας μαζί του, φωνές, ουρλιαχτά και χιλιάδες γιατί που πονάν σαν μαχαίρια; Οι πόρτες κλειδαμπαρώνουν και τα λυχνάρια με το σουρούπωμα σβήνουν. Η πόλη της Αθήνας την νύχτα είναι μια πόλη νεκρή!

Και η ημέρα δεν είναι καλύτερη. Οι περισσότεροι σιωπούν. Και όλοι έχουν βλέμματα ενοχής...

''Εμείς και τα παιδιά μας γλιτώσαμε φέτος μα ποιος ξέρει τι θ' απογίνουμε του χρόνου... ο Μινώταυρος θα θέλει πάλι καινούρια τροφή...''

Μια πόλη καταραμένη. Όπου δε μπορεί τίποτα να στεριώσει, γιατί σε μερικούς μήνες πρέπει να προετοιμάσει την καινούρια θυσία, πρέπει να διαλέξει τους επόμενους νέους που θα σταλούν στον λαβύρινθο, θα χτυπήσουν πάλι οι στρατιώτες τις άτυχες πόρτες να πάρουν τους νέους που κληρώθηκαν για την μεγάλη θυσία, να φαγωθούν από το σκοτεινό τέρας, έτσι ώστε να συνεχίσει για ακόμη έναν χρόνο, αυτή η καταραμένη πόλη να ζει.

Εδώ είναι κόλαση. Όπου δεν ανθίζουν πια τα λουλούδια παρά μόνο η ενοχή. Τι κάναμε και φτάσαμε ως εδώ; Ποιος φταίει; Εμείς ή οι άρχοντες; Ή και οι δυο. Πόσο μισούμε τον βασιλιά και τους άρχοντες που κάθονται άπρακτοι χωρίς να κάνουν τίποτα! Πίκρα. Πίκρα παντού. Πίκρα που στάζει ακόμη κι απ' τον ήλιο. Πίκρα που κρύβεται ακόμα και στο μέλι. Πώς να ζήσεις μέσα σε τόσο τραγική υποταγή...

Είναι βέβαια και οι άλλοι. Που δεν βλέπουν τριγύρω παρά μονάχα την δουλίτσα τους. Που κλείνουν τα μάτια στις κραυγές και στο λιμάνι. ''Καλά είμαστε κι έτσι. Φταίμε και πρέπει να πληρώσουμε. Τουλάχιστον στέλνοντας εκείνους στον λαβύρινθο, σωνόμαστε εμείς. Ας δοξάζουμε λοιπόν τους Θεούς που έχουμε ακόμη δουλειά, που δεν πείραξε ακόμη κανείς το δικό μας σπίτι, που στέλνουμε ακόμη εμπορεύματα σε άλλα λιμάνια και μας δίνουν φλουριά. Μην είμαστε και πλεονέκτες. Ακόμη και πάνω στο αίμα, μπορούμε να προκόψουμε. Μην κουνηθεί κανείς λοιπόν ουτοπιστής! Δεν τα βάζει κανείς με το θηρίο τον Μίνωα. Κατώτεροι είμαστε και το έχουμε αποδείξει. Δε μας πρέπει φως παρά μαστίγιο. Γι' αυτό σκυμμένα κεφάλια και σιωπή!''

Οι περισσότεροι όμως από μας -ξέρω καλά- πως δεν αντέχουν αυτήν την τραγωδία. Ο κλήρος είναι τυφλό δρεπάνι. Δεν ξέρεις πού αύριο θα σφυρίξει. Γι' αυτό πολλοί αποφασισμένοι εδώ, ακονίζουν κρυφά μαχαίρια και ετοιμάζουν την τελική αναμέτρηση. Δεν αποδέχονται αυτήν την βρωμερή συνθήκη. Να στηρίζεται μια ολόκληρη πόλη πάνω στο αίμα. Το σύνθημα είναι ή σωνόμαστε όλοι ή κανείς. Κανένα παιδί μας στον Μινώταυρο. Τσεκούρι και φωτιά στο μαύρο πλοίο...