-Εν αρχή να θολώσεις τη λίμνη του Νάρκισσου
να δεχθείς πως το φως είν' αλλού
σε ξένα λόγια και έργα...-
σ’ αυτή τη σπηλιά, ανάμεσα σε νοτισμένες επιστολές
αποκρυπτογραφώντας ίχνη παλαιού καιρού
παράξενη σκιά που μηρυκάζει μελάνι...
αποκρυπτογραφώντας ίχνη παλαιού καιρού
παράξενη σκιά που μηρυκάζει μελάνι...
Προσπαθείς να στήσεις ξανά τα χαλάσματα
σκουντώντας με τη ζέση σου τη γαλήνη των άφαντων
σκουντώντας με τη ζέση σου τη γαλήνη των άφαντων
πίσω αφήνεις τον κόσμο των ζωντανών
σαν ένας Οδυσσέας παράφορος που κατεβαίνει στον Άδη
δωρίζοντας στους εκεί... εωθινές ευωδιές
λαβαίνοντας αστραπές θύμησης
σαν ένας Οδυσσέας παράφορος που κατεβαίνει στον Άδη
δωρίζοντας στους εκεί... εωθινές ευωδιές
λαβαίνοντας αστραπές θύμησης
(που όμως σε αλλάζουν...
ώσπου στο τέλος δεν είσαι ο ίδιος
ώσπου στο τέλος δεν είσαι ο ίδιος
μα της φυλής σου η μνήμη)
ανάμεσα σε δυο κόσμους
χωρίς να ανήκεις ολότελα
πουθενά
πόσο θα αντέξεις να προσπαθείς να δικαιώσεις
μπαρουτοκαπνισμένους πολεμιστές
χήρες, ορφανά κι αδικημένους
ή τον άλλον που για γρόσια μόλις εκατό
τον πέταξαν σ’ ένα πηγάδι...
τον πέταξαν σ’ ένα πηγάδι...
δεν έχει ελπίδα ο άνθρωπος
και τα αγάλματα που φέρνεις αγκομαχώντας απάνω στη γη
μέσα στο φως σκουριάζουν ρημαγμένα...
στους ιστορικούς ερευνητές-
