Translate

Saturday, July 25, 2026

Εις μνήμην Καρυωτάκη - Πνευματικό οδοιπορικό

 



Εις μνήμην Καρυωτάκη
Πνευματικό οδοιπορικό

  Ένα Σάββατο στις 21 Ιουλίου 1928 πριν ενενήντα οκτώ ακριβώς χρόνια γύρω στις 4.30’ το απόγευμα, ένας άντρας τριάντα ενός ετών και οκτώ μηνών, ξαπλώνει κάτω από έναν ευκάλυπτο κοντά στο παραλιακό καφενείο ‘’Ο Ουράνιος κήπος’’ στη θέση Βαθύ Μαργαρώνας στην Πρέβεζα. Αφού κοιτάζει συγκινημένος για λίγο την ερημιά τριγύρω, από την τσέπη του σακακιού του βγάζει ένα πλακέ μικρό πιστόλι Pieper Bayard 9 χιλιοστών και σημαδεύει την καρδιά του. Ο πυροβολισμός που ακολούθησε, σημάδεψε για πάντα την ελληνική λογοτεχνία και ο αντίλαλός του αντηχεί μέχρι σήμερα.
    Ο άντρας ήταν ο ποιητής Κώστας Καρυωτάκης.


   Eίναι από τους ποιητές που ενενήντα οκτώ χρόνια μετά την αυτοκτονία του διαβάζεται, εμπνέει, μελοποιείται, εγείρει ακόμη συζητήσεις, καινούριες έρευνες και διαφωνίες. Για πολλά χρόνια δεχόταν πυρά από παντού. Και από τη δεξιά και από την αριστερά, για τους δικούς της λόγους η κάθε πλευρά. Όμως εκείνος παρά τα χτυπήματα στάθηκε ορθός, στηριζόμενος μόνο στην αξία του λογοτεχνικού του έργου και ίσως στην ύστατη πράξη που επισφράγισε την ειλικρίνεια αυτού του έργου.
   Για πολλά χρόνια κάποιοι τον ήθελαν ψυχικά άρρωστο. Καταθλιπτικό, ασθενή, θανατόφιλο, ακόμη και πεισιθάνατο. Θέλησαν να απομακρύνουν το έργο του από την επιρροή που ασκούσε ιδιαίτερα στις νέες γενιές. Τελευταία τον θέλουν κοινωνικό επαναστάτη, μονάχα θύμα πολιτικών ραδιουργιών, θύμα του υπουργού Κύρκου και της Βενιζελικής παράταξης. Ποια όμως είναι η αλήθεια;
    Ας επιχειρήσουμε ένα μικρό πνευματικό οδοιπορικό, μέρα που είναι.



Περίοδος πρώτη
Ο πόνος του ανθρώπου και των πραμάτων (1919)

  

   Δεν πρέπει να ξεχνάμε πώς μας συστήθηκε ο ίδιος στην πρώτη κιόλας συλλογή του ‘’Ο πόνος του ανθρώπου και των πραμάτω’’:

‘’Εἶναι ἄνθρωποι ποὺ τὴν κακὴν ὥρα
τὴν ἔχουν μέσα τους.’’

   Πρόκειται για το μότο του πρώτου ποιήματος  της συλλογής. Αυτά είναι τα λόγια με τα οποία συστήθηκε στο κοινό. Και το πρώτο ποίημα φέρει τον τίτλο ‘’Θάνατοι’’. Είναι ακόμη πολύ νέος βέβαια. Δεν τον κυνηγά τότε κανένας Κύρκος, δεν έχει ιδέα για την.. ωχρά σπειροχαίτη. Και στο δεύτερο ποίημα ‘’Gala’’ τα ίδια. Δε σε αφήνει να πάρεις ανάσα. Gala σημαίνει γιορτή, αλλά εδώ δεν πρόκειται για κάποια χαρούμενη γιορτή, αλλά για ένα παράξενο κάλεσμα σύναξης σε… κηδεία.

 ‘’… Μαυροντυμένοι ἀπόψε, φίλοι ὠχροί,
ἐλᾶτε στὸ δικό μου περιβόλι…’’

   Φαίνεται να έχει πέσει από τότε ένα πέπλο στα μάτια του που διαθλά και μεταμορφώνει την πραγματικότητα. Δε χαίρεται τη ζωή. Ακόμη και πίσω από ωραίες εικόνες και ήχους όπως τα δέντρα ή το κελάρυσμα μιας βρύσης, εκείνος βλέπει οδύνη και θάνατο…

‘’… Ὁ κόσμος τῶ δεντρῶνε ρέβει ὀρθός.
Κλαίει παρακάτου ἡ βρύση…’’

   Ακόμη και στα ποιήματα ‘’Χαμόγελο’’ και ‘’Ζωές’’ υποβόσκει μια επικίνδυνη μελαγχολία. Στο δε ποίημα ‘’Άνοιξη’’ που θάλεγε κανείς πως… ναι τώρα θα γράψει κάτι αισιόδοξο, δε συμβαίνει. Εκείνος βλέπει τα λουλούδια νεκρά και σαν φέρετρα ακόμη και τις γλάστρες των λουλουδιών…

 ‘’Όπου τα ρόδα είναι νεκρά και κάσα η κάθε γάστρα…’’

Άνθρωποι, ζώα, δέντρα, φυτά δε δηλώνουν ζωή και δεν είναι παρά μια ‘’…πένθιμη πομπή…’’

   Στο ποίημα ‘’Νύχτα’’ το ίδιο μοτίβο. Ακόμη και η χαρά της σεξουαλικής πράξης μολύνεται από θάνατο: ‘’… Σαρκάζει τὸ κρεβάτι τὴ χαρά τους/κι αὐτοὶ λὲν πὼς ἔτριξε·/δὲ λὲν πὼς τὸ κρεβάτι ὁραματίζεται/μελλοντικοὺς θανάτους…’’

   Μόνο ένα μότο στο ποίημα ‘’Μυγδαλιά’’ και το ποίημα ’’Αγάπη’’  αυτής της πρώτης συλλογής φαίνονται κάπως παράταιρα. Ένας έρωτας του δίνει μια πρόσκαιρη χαρά, αλλά πάλι ακόμη και εκεί δεν ξεχνάει τον πόνο:

''ἀκόμα δὲν μπόρεσα νὰ καταλάβω
πῶς μπορεῖ νὰ πεθάνει μία γυναῖκα
ποὺ ἀγαπιέται.''
και:
''Κι ἤμουν στὸ σκοτάδι. Κι ἤμουν τὸ σκοτάδι.
Καὶ μὲ εἶδε μία ἀχτίδα…''

…Σάμπως τὰ μάτια της νὰ μοῦ εἶπαν ὅτι
δὲν εἶμαι πλέον ὁ ναυαγὸς κι ὁ μόνος,
κι ἐλύγισα σὰν ἀπὸ τρυφερότη,
ἐγὼ ποὺ μ᾿ εἶχε πέτρα κάνει ὁ πόνος.’’

     Πέτρα τον είχε κάνει ο πόνος. Γιατί; Είναι τόσο νέος ακόμη...
    Ποιο είναι το γενικό κλίμα των ετών 1915-19 που προφανώς γράφτηκαν τα ποιήματα της συλλογής; Η Ελλάδα έχει μπει στο πλευρό των συμμάχων (Αγγλογάλλων) στον Α παγκόσμιο, η χώρα έχει μεγαλώσει από το 1912-13 κιόλας με την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης και των Ιωαννίνων, έχει μεσολαβήσει από τον Μάιο του 1918 η μάχη του Σκρα που αποσόβησε και τον Βουλγαρικό κίνδυνο, υπάρχει μια γενική ευφορία, θεωρητικά δεν υπάρχει πια εθνικός διχασμός αφού ο βασιλιάς είναι εξόριστος, ο Βενιζέλος οδηγεί την Ελλάδα από νίκη σε νίκη και σε λίγο (τον Μάιο του 1919) τα ελληνικά στρατεύματα θα εισέλθουν στη Σμύρνη. Το γενικό κλίμα λοιπόν, δε δικαιολογεί μια τέτοια απαισιοδοξία, οπότε πρέπει να ψάξουμε αλλού την αιτία της. Και επιμένω σε τούτο, διότι κάποιοι στο παρελθόν, προσπάθησαν να συνδέσουν την ποίηση του Καρυωτάκη ακόμη και με την Μικρασιατική καταστροφή και το κλίμα της ήττας και της αποτυχίας που αυτή έφερε, πράγμα το οποίο δεν ισχύει φυσικά. Ο Καρυωτάκης μοιάζει να έρχεται από άλλο δρόμο. Φαινομενικά σα να μην τον αγγίζουν ούτε οι νίκες, ούτε οι ήττες αργότερα. Σα να ακολουθεί απερίσπαστος τη δική του πορεία που έχει χαραχτεί μέσα του από νωρίς για αδιευκρίνιστους λόγους. Είναι όμως έτσι;
    Το 1919 ο Καρυωτάκης είναι 23 ετών. Είναι η περίοδος που ο ναρκισσισμός και η αίσθηση αθανασίας της νεότητας (οι ορμόνες βράζουν μέσα στο σώμα) συγκρούεται με τη λογική και την επίγνωση του θανάτου. Είναι η ηλικία όπου η αίσθηση της προσωπικής αθανασίας, χαρακτηριστική σχεδόν κάθε νέου ανθρώπου, συγκρούεται για πρώτη φορά με τη λογική και την επίγνωση του θανάτου. Ο θάνατος σε αυτήν την ηλικία μοιάζει παράλογος. Σε ιδιαίτερες προσωπικότητες μάλιστα όπως εκείνος, αυτή η σύγκρουση μπορεί να πάρει απρόβλεπτες διαστάσεις. Ο Καρυωτάκης ως νέος ξεσηκώνεται ενάντια στο παράλογο του θανάτου. Εμφανίζεται ως ήρωας που στέκεται μονάχος απέναντι στο ανίκητο. Με τα ποιήματά του όμως πετυχαίνει από την πρώτη κιόλας συλλογή, κάτι πρωτόγνωρο. Να ηρωοποιήσει ταυτόχρονα και όλους τους ανθρώπους μόνο και μόνο επειδή νομοτελειακά θα εξοντωθούν κάποτε από τον θάνατο! Ετούτος είναι μάλλον ο λόγος που τα λυπητερά του ποιήματα ασκούν τόση γοητεία σε όλους μας. Γιατί αγγίζουν τους πιο βαθιούς φόβους του καθενός και τανύζουν χορδές που υπάρχουν αλλά βρίσκονται στο σκοτάδι. Ίσως εδώ να βρίσκεται και ένας από τους λόγους της διαχρονικής απήχησης του Καρυωτάκη. Διαβάζοντάς τον, ο αναγνώστης αισθάνεται ότι ο ποιητής δεν θρηνεί μόνο τον δικό του θάνατο αλλά τον κοινό ανθρώπινο προορισμό. Έτσι, ακόμη και ο πιο αφανής αποκτά μια παράξενη ηρωική διάσταση. Ήρωας όχι επειδή νικά, αλλά επειδή συνεχίζει να ζει γνωρίζοντας ότι θα πεθάνει. Οι άνθρωποι είναι ήρωες ακριβώς επειδή θα πεθάνουν και το γνωρίζουν! Γιατί μονάχα ήρωες αντέχουν αυτήν την τραγική επίγνωση.
  Όμως κάποιοι θα μπορούσαν να πουν το 1919, πως αυτή η πρώτη καθοριστική συλλογή προσανατολισμού, δεν ήταν κάτι παράξενο αφού πιθανόν να τη δικαιολογούσε ο λανθάνων ρομαντισμός της νεότητας και πως στις επόμενες ο Καρυωτάκης θα ήταν διαφορετικός. Θα αποδεχόταν επιτέλους τον κόσμο όπως ήταν και πως θα ωρίμαζε μέσα του η ιδέα και η αποδοχή της έννοιας του θανάτου. Η αλήθεια είναι πως έκανε μεγάλη προσπάθεια προς αυτήν την κατεύθυνση, όπως θα δούμε στη συνέχεια.
   Αυτή η πρώτη συλλογή του Καρυωτάκη, δέχτηκε μια σχεδόν αθόρυβη κριτική. Ο Όμηρος Μπεκές (λόγιος, ποιητής και καθηγητής Γαλλικών εκ Κων/πολης) την ξεχωρίζει από τα ‘’λογοτεχνικά πυροτεχνήματα’’ της εποχής, διακρίνει μια ‘’ανησυχία για το ανώτερο και το τελειότερο΄΄ καταλήγοντας πως ο ποιητής Καρυωτάκης υπόσχεται πολλά για το μέλλον. Όμως μια κατοπινή δήλωση του Βασίλη Ρώτα, δείχνει πως η συλλογή είχε προσεχτεί και από εκείνον κι ας μην έγραψε τίποτα την εποχή που εκδόθηκε… «Μελαγχολικό παιδί ο Καρυωτάκης, μα τον είχα συμπαθήσει από την πρώτη φορά που παρουσιάστηκε με τον Πόνο του Ανθρώπου και των Πραμάτων».


   Εδώ βέβαια θα πρέπει να μιλήσουμε για τα δύο πρόσωπα του ποιητή. Από τη μια έχουμε την έκδοση αυτής της ζοφερής ποιητικής συλλογής, από την άλλη έχουμε την έκδοση του χιουμοριστικού, σκωπτικού και καυστικού περιοδικού ‘’Η γάμπα’’ που εξέδωσε εκείνη την εποχή μαζί με τον φίλο του Άγη Λεβέντη. Πρόκειται για ένα περιοδικό που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1919 από τον Καρυωτάκη (που υπέγραφε τα χιουμοριστικά κείμενα ή επιγράμματα ως Νίκος Τσαπατσούλιας ή γεροπαράξενος ή Μαρκούτσης ή συναχωμένο ποντικάκι) και τον φίλο του Άγη Λεβέντη (που υπέγραφε ως Μίμης Χλαπάτσας). Το περιοδικό γνώρισε αρκετή επιτυχία, αλλά κυκλοφόρησε μόνο για έξι εβδομαδιαία τεύχη. Μοιάζει λίγο παράξενο σήμερα, να διαβάζουμε μετά από τους θλιβερούς στίχους της πρώτης του συλλογής, στίχους όπως…

Να θυμηθώ χρόνια παλιά
κι ακόμα τόσα άλλα
γιατ’ ήμουνα στα νιάτα μου
γαμπομανής τα μάλα

   και να ξέρουμε ότι γράφτηκαν την ίδια περίοδο περίπου, από το ίδιο χέρι. 
  Η γάμπα κυκλοφόρησε μόλις για έξι μόνο τεύχη. Ο καυστικός της χαρακτήρας απέναντι σε μια πουριτανή αθηναϊκή κοινωνία, πολύ σύντομα προκάλεσε τα ήθη και την επέμβαση της αστυνομίας που την απαγόρεψε. Κάτι βέβαια που ο ίδιος ο Καρυωτάκης είχε προβλέψει στον ‘’Ύμνο της γάμπας΄΄:

Μ’ ας παύσω επιτέλους
τόσον να σε επαινώ
μη τυχόν στους διαδρόμους
των τμημάτων σεργιανώ.

Γιατί έμαθα πως ότι
μια μερίς της κοινωνίας
χάριν των χρηστών ηθών μας
μέσον της αστυνομίας
θα επέμβει να μη λέγουν
τίποτε πλέον για σένα…

   Πώς συνδυάζονται αυτά τα δύο πρόσωπα λοιπόν; Ίσως εδώ βρίσκεται και το πρώτο μεγάλο λάθος όσων προσπάθησαν να εξηγήσουν τον Καρυωτάκη μονοδιάστατα. Ο ίδιος άνθρωπος που γράφει τους "Θανάτους" σατιρίζει την αθηναϊκή κοινωνία με αστείρευτο χιούμορ. Ο άνθρωπος που βλέπει παντού τον θάνατο, διαθέτει ταυτόχρονα οξύ σαρκασμό, λεπτή ειρωνεία και σχεδόν παιγνιώδη διάθεση. Από πολύ νωρίς λοιπόν ο Καρυωτάκης εμφανίζεται ως μια προσωπικότητα αντιφατική, πολύ πιο σύνθετη από την εικόνα του "καταθλιπτικού ποιητή" που κατασκευάστηκε αργότερα. Ο ίδιος άνθρωπος που γράφει τους "Θανάτους" είναι ο ίδιος που γελά, σατιρίζει και αυτοσαρκάζεται στη "Γάμπα". Δεν πρόκειται για δύο διαφορετικούς ανθρώπους αλλά για δύο όψεις της ίδιας συνείδησης.
   Ίσως είναι ευκαιρία εδώ να πούμε πως εκείνο το διάστημα 1917-1921 ο Καρυωτάκης επισκέπτεται οίκους ανοχής, γεγονός που δεν είναι άσχετο με τη σύφιλη που εμφανίστηκε αργότερα και αποτελεί ίσως έναν από τους σοβαρούς λόγους που οδήγησαν στην ψυχολογική του κατάπτωση και στην ωρίμανση της τραγικής του συνείδησης.

 


Περίοδος δεύτερη
Νηπενθή (1921)
 
    Το 1919 ο ελληνικός στρατός μπαίνει στη Σμύρνη και ο πόλεμος συνεχίζεται προς τα βάθη της Ασίας. Το 1920 ο Βενιζέλος χάνει τις εκλογές. Επανέρχεται ο βασιλιάς (η οικογένεια του Καρυωτάκη ήταν χαρακτηρισμένη βασιλική ή τουλάχιστον αντιβενιζελική) και η εκστρατεία στην Ασία συνεχίζεται. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα το 1921 ο ποιητής εκδίδει τη συλλογή ‘’Νηπενθή’’ και είναι μάλιστα τόσο ενθουσιασμένος, που τη στέλνει ακόμη και στον Παλαμά, όπως και στον Καβάφη στην Αλεξάνδρεια. Ο Παλαμάς δεν ασχολήθηκε διόλου (δεν υπάρχει κάποια δημοσίευση ούτε βρέθηκε κάτι στα γραπτά του που να αποδεικνύει ότι ασχολήθηκε και επίσης το βιβλίο της συλλογής βρέθηκε άκοπο στο αρχείο Καβάφη, που σημαίνει ότι ούτε εκείνος  έδωσε σημασία. Για την ακρίβεια δεν τη διάβασε ποτέ).
    Στα ‘’Νηπενθή’’ ο ποιητής φαίνεται αρκετά επηρεασμένος από τους Γάλλους καταραμένους ποιητές. Στην εισαγωγή μάλιστα έχει κείμενο του Μπωντλαίρ. Τα ‘’Νηπενθή’’ όμως παρά την περιρρέουσα ατμόσφαιρα,  είναι η πιο αισιόδοξη συλλογή του Καρυωτάκη, τηρουμένων πάντα των αναλογιών. Στον ευρύ κόσμο και στους μη επαΐοντες η λέξη αφήνει μια αίσθηση… πένθους. Όμως πρόκειται για ακριβώς το αντίθετο. Νηπενθές είναι παυσίλυπο φάρμακο, ουσία εναντίον της λύπης και του πένθους. Πράγματι. Τα ποιήματα της συλλογής είναι η πιο γενναία προσπάθεια του Καρυωτάκη να απαντήσει καταφατικά στη ζωή και να απελευθερωθεί από το πεπρωμένο του. Δεν έχει εξορίσει τη λύπη από τα ποιήματά του, αλλά εδώ δε συναντάμε τον θανατόφιλο ποιητή της πρώτης συλλογής, αλλά έναν Καρυωτάκη που προσπαθεί να υμνήσει και να χαρεί τη ζωή. Στο ποίημα ‘’Γυρισμός’’ υμνεί σαν χαρούμενο παιδί τον Σαρωνικό, την Αττική και την Αθήνα:

‘’ Γέλιο τῶν θεῶν, Σαρωνικέ, πάντα μεγάλε, ποὺ δρομεῖς,
τοῦ πλοίου μας εὐλογία……..
περιστέρα ἡ Ἀθήνα, κι ἡδονεύεται ἀκὶ σὰν νυμφίον ἀκαρτερεῖ
τὸν ἥλιον ἀπὸ πέρα……….

ποτήρι καὶ ξανάστροφα τὸ κρεμεῖ ὁ Δίας γιὰ νὰ χυθεῖ
τ᾿ ὀνειροφῶς πλημμύρα.
Ἄσωτο φτάνω ἐγὼ παιδὶ πάλι σὲ σᾶς, νὰ λυγιστῶ
στὴν αὔρα σὰ λουλούδι,
χῶμα, οὐρανὲ καὶ θάλασσα τῆς Ἀττικῆς, ποὺ σᾶς χρωστῶ
τὰ πάντα, τὸ Τραγούδι!’’
   Στο ποίημα ‘’Ευγένεια’’ μοιάζει να μην τον σωριάζει ο πόνος, αλλά στέκει ορθός και αποφασίζει να μετασχηματίζει τον πόνο σε τέχνη και τραγούδι:

‘’Κάνε τὸν πόνο σου ἅρπα.
Καὶ γίνε σὰν ἀηδόνι…’’

   Στους ‘’Δον Κιχώτες’’ αναγνωρίζει και υμνεί τους ονειροπόλους των εποχών. Ένα υπέροχο ποίημα για όσους συντρίβονται ορθοί από τις αυταπάτες τους:

‘’… Τοὺς εἶδα πίσω νά ῾ρθουνε -- παράφρονες, ὡραῖοι
ρηγάδες ποὺ ἐπολέμησαν γι᾿ ἀνύπαρχτο βασίλειο --
καὶ σὰν πορφύρα νιώθοντας χλευαστικιά, πὼς ρέει,
τὴν ἀνοιχτὴ νὰ δείξουνε μάταιη πληγῆ στὸν ἥλιο!’’

   Στην ‘’Πολύμνια’’ αναγνωρίζει την πηγή της έμπνευσης όχι στην τέλεια ομορφιά αλλά και στην πίκρα και στην ασθένεια της ζωής. Μοιάζει να αποδέχεται τον πόνο και να συμβιβάζεται μαζί του. Υμνεί τους ποιητές στα υπέροχα ποιήματα ‘’Ποιητές’’ και ‘’Μπαλάντα στους άδοξους ποιητές των αιώνων’’…

‘’… Ἂν ἔζησαν οἱ Πόε δυστυχισμένοι,
καὶ ἂν οἱ Μπωντλαὶρ ἐζήσανε νεκροί,
ἡ Ἀθανασία τοὺς εἶναι χαρισμένη.
Κανένας ὅμως δὲν ἀνιστορεῖ
καὶ τὸ ἔρεβος ἐσκέπασε βαρὺ
τοὺς στιχουργοὺς ποὺ ἀνάξια στιχουργοῦνε.
Μὰ ἐγὼ σὰν προσφορὰ κάνω ἱερὴ
μπαλάντα στοὺς ποιητὲς ἄδοξοι πού ῾ναι…’’

   Θα γράψει ποιήματα νοσταλγικά (Σε παλαιό συμφοιτητή) ρομαντικά (Το φεγγαράκι απόψε, Αθήνα) θα υμνήσει ακόμη και τον πόνο και την καταδίκη των γραφιάδων (Γραφιάς), θα γράψει μελαγχολικά (Πάρε τα δώρα, Πεθαίνοντας, Μόνο, Δρόμος, Του αδερφού μου) όλα όμως σε μια ελεγχόμενη συναισθηματική κατάσταση γραμμένα με έναν εξαίσιο λυρισμό, αλλά και ρεαλισμό. Τα ‘’Νηπενθή’’ λοιπόν, είναι η ευχάριστη παρένθεση στην ποιητική (και ίσως στην ψυχοσύνθεση) του Κώστα Καρυωτάκη ακόμη και τις στιγμές που δεν μπορεί να κρύψει εντελώς την φυσική του απαισιοδοξία. Όλα εντάσσονται σε μια διαφορετική ποιητική ισορροπία και δεν κυριαρχούνται πλέον από τη νεκρική ατμόσφαιρα της πρώτης συλλογής. Επιπλέον, τίποτε εδώ δεν προμηνύει με τόση ένταση το δραματικό τέλος και τη συνέχεια. Τα "Νηπενθή" είναι η ύστατη προσπάθεια του ποιητή να συμφιλιωθεί με τη ζωή. Μια γενναία απόπειρα εξόδου προς το φως.


εκδρομή στα Κιούρκα 16 Μαϊου 1926

   Τι συνέβη όμως με τη σιωπή που ακολούθησε την έκδοση της συλλογής; Σιωπή από τον Παλαμά. Σιωπή επίσης και από τον Καβάφη που εκτιμούσε. Ίσως μια χαλαρή υποδοχή από ελάχιστες φωνές όπως ο Λύσανδρος Πράσινος (λογοκριτικός, φίλος του Όμηρου Μπεκέ, εκ Κων/πολης κι εκείνος) που από το 1920 κιόλας έχει αναφερθεί σε ορισμένα ποιήματα από τα ‘’Νηπενθή’’ που είχαν προδημοσιευθεί σε κάποια περιοδικά και εφημερίδες. Μίλησε για ‘’μέστωμα’’ του ποιητή και πως ‘’προορίζεται να ζήσει’’. Στην πραγματικότητα όμως τα ‘’Νηπενθή’’ πέρασαν σχεδόν απαρατήρητα, γεγονός που ίσως επηρέασε ως έναν βαθμό τον Καρυωτάκη που σίγουρα είχε επενδύσει από την αρχή στη λογοτεχνική του σταδιοδρομία.
   Παρά ταύτα το καλοκαίρι του 1921 και παράλληλα με την έκδοση των Νηπενθών, θα επιστρέψει πάλι στη σάτιρα και θα θυμίσει ξανά την περίοδο της Γάμπας, γράφοντας τους στίχους της επιθεώρησης Πελ-μελ ελαφρού κυρίως ερωτικού περιεχομένου. Σπαράγματα όμως αυτών των στίχων, μαρτυρούν πως δεν έχει χάσει την περιμετρική του όραση από τα παγκόσμια γεγονότα της εποχής, αν και σ’ αυτήν την περίπτωση τα πλησιάζει εντελώς χιουμοριστικά:

‘’… Κι ο Λενίν θα σ’ αγαπούσε
και ας είσαι μπουρζουάζ…’’

 


Περίοδος Τρίτη
Η ωρίμανση της τραγικής συνείδησης
Ελεγεία και Σάτιρες (1922-1928)
 
   Η περίοδος 1922-1928 υπήρξε καθοριστική πρώτον για τη συγγραφή της αριστουργηματικής συλλογής ‘’Ελεγεία και Σάτιρες’’ (αποτελεί το κύριο σώμα που είναι υπεύθυνο για την πνευματική του αθανασία) αλλά και της ωρίμανσης της τραγικής του συνείδησης, που είχε σαν αποτέλεσμα την αυτοκτονία του στην Πρέβεζα στις 21 Ιουλίου 1928.
   Το 1922 είναι το έτος της μεγάλης ανατροπής. Και για την Ελλάδα, αλλά και προσωπικά για τον Καρυωτάκη. Από τη μια έχουμε τη μικρασιατική καταστροφή. Πρόκειται για κοσμοϊστορικό γεγονός. Τρεις χιλιάδες χρόνια ελληνισμού στα παράλια της Μικράς Ασίας ξεριζώνονται και ένα τεράστιο κύμα προσφύγων εισέρχεται στον μητροπολιτικό ελλαδικό χώρο, προκαλώντας πρωτόγνωρους κλυδωνισμούς. Μια μικρή χώρα που ταλανιζόταν από δεκαετή (τουλάχιστον) πόλεμο, καλούνταν να αφομοιώσει και να στήσει εκ του μηδενός ξανά στα πόδια τους ένα εκατομμύριο ξεριζωμένους  Έλληνες της διασποράς. Η μεγάλη ιδέα καταποντίστηκε στα θολά νερά της Σμύρνης. Ένα αίσθημα θυμού και ήττας κυριαρχεί.
   Η μέχρι σήμερα κριτική θέλει τον Καρυωτάκη μάλλον αδιάφορο απέναντι στο τραγικό αυτό γεγονός, επειδή δεν ασχολήθηκε στην ποίησή του εκτενέστερα με το θέμα. Όμως το ότι ένας ποιητής δεν έχει εντάξει στην ποιητική του αμιγώς εθνικά θέματα, δε δηλώνει κατ΄ ανάγκη και προσωπική αδιαφορία. Το συμπέρασμα πως δεν επηρέασε και εκείνον η αίσθηση της γενικής ήττας είναι τουλάχιστον αφελές. Στα ‘’Ελεγεία και Σάτυρες’’ δημοσιεύει ποιήματα όπως ‘’Διάκος’’, ‘’Κανάρης’’, ‘’Byron’’ που δεικνύουν ότι δεν στεκόταν με αδιαφορία απέναντι στο εθνικό αφήγημα. Εκεί όμως που μίλησε ευθέως για τους Βαλκανικούς πολέμους και την εκστρατεία της Μικράς Ασίας, είναι σε έξι στροφές ενός ποιήματος στη θεατρική παράσταση Πελ-μελ. Εκ πρώτης όψεως οι στίχοι δε μοιάζουν καθόλου… Καρυωτακικοί, όμως εκείνος τους έγραψε. Παραθέτω ολόκληρο το ποίημα, για να αρχίσουν επιτέλους να φωτίζονται και οι αθέατες μέχρι σήμερα πλευρές του ποιητή που έχουν ακουσίως ή εκουσίως υποτιμηθεί ή αποκρυφτεί…

Τα παλιά μας τραγούδια, Πατρίδα,
δε θ’ ακούσεις αυτή τη φορά·
μακρινής τώρα δόξας η αχτίδα
των παιδιών σου δεν είν’ η χαρά.

Οι προγόνοι μας ήσαν μεγάλοι,
μα κι αντάξιοι τους είμαστ’ εμείς,
των Ελλήνων η αλκή βρήκε πάλι
τα φτερά κάποιας νέας ορμής.

Και γεμίζει, Πατρίδα, τα στήθια
σαν υπόσχεση μία ευχή,
όσα ονείρατα γίναν αλήθεια
του θριάμβου σου να ’ν’ η πηγή.

Δέκα χρόνια σωστά πολεμούμε
σε πελάγη, στεριές και βουνά,
από νίκη σε νίκη πετούμε,
από νίκη σε νίκη ξανά.

Τώρα πάλι εκεί στην Ασία
ο Τρανός Βασιλιάς οδηγεί
τους ανδρείους μας στην ελευθερία
που χαρίσαν στη σκλάβα τη γη.

Και με τον Κωνσταντίνο, με μια ελπίδα,
με μια σκέψη, με μια καρδιά,
να κινήσουμε, ναι, για την Πατρίδα
και να μπούμε στην Άγια Σοφιά.

   Έχει γραφεί φυσικά έναν χρόνο περίπου πριν τη μικρασιατική καταστροφή, αλλά αρκεί για να φωτίσει την… ‘’αδιαφορία’’ του ανδρός απέναντι στα εθνικά θέματα. Ο ποιητής όπως δείχνουν οι παραπάνω στίχοι, όχι μόνο δεν ήταν αδιάφορος αλλά (εκφράζοντας ίσως και τη συλλογική συνείδηση της εποχής) συμμεριζόταν κιόλας τη μεγάλη ιδέα, έστω κι αν υποθέσουμε πως χρησιμοποίησε επιδέξια στη συγκεκριμένη επιθεώρηση, τις κοινωνικές συμβάσεις της εποχής.
   Μέσα σ΄ αυτό το κλίμα της γενικής ήττας, του αναβαπτισμένου διχασμού που προέκυψε από τη μεγάλη καταστροφή, της συλλογικής ενοχής και αβεβαιότητας, ο Καρυωτάκης το 1922 βιώνει και μια προσωπική τραγωδία που ακούει στο όνομα… ωχρά σπειροχαίτη! Η ιατρική διάγνωση είναι αμείλικτη. Πάσχει από σύφιλη. Μια επώδυνη στην καθημερινότητα ασθένεια, μη ιάσιμη την εποχή εκείνη που αργά ή γρήγορα οδηγεί τον ασθενή στην τρέλα, ακόμη και τον θάνατο. Η διάγνωση της σύφιλης υπήρξε για τον ίδιο μια προσωπική καταδίκη που αναθέρμανε για τα καλά την όποια φυσική του κλίση προς την κατάθλιψη. Στην ιατρική πραγματικότητα της εποχής η νόσος θεωρούνταν σχεδόν ανίατη και κοινωνικά στιγματισμένη. Ο ίδιος φαίνεται πως βίωσε τη διάγνωση ως κατάρρευση κάθε σχεδίου προσωπικής ζωής. Δεν υπάρχει πια μέλλον! Δεν μπορεί να κάνει όνειρα, να παντρευτεί, δεν μπορεί να αφήσει απογόνους, δεν μπορεί να ξανακάνει έρωτα παρά μόνο με ασθενείς γυναίκες όπως ο ίδιος.  Το κεφάλαιο των Νηπενθών, της όποιας ελπίδας και του συμβιβασμού με τη ζωή, κλείνει οριστικά. Πόσο έχει μπροστά του; Πέντε; Δέκα; Δεκαπέντε οδυνηρά χρόνια; Η μεταστροφή από την περίοδο των καλών αισθημάτων των ‘’Νηπενθή’’ στην περίοδο των Ελεγείων και την επιστροφή προς το μαύρο, δίδεται από τον ίδιο στον ποίημά του ‘’Ο κήπος είμαι’’...

‘’Ὁ κῆπος εἶμαι ποὺ ἄλλοτε μὲ τ᾿ ἄνθη του εὐωδοῦσε
κι ἐγέμιζε μὲ χαρωπὸ τιτύβισμα πουλιῶν,
ποὺ μὲ κρυφομιλήματα καὶ ψίθυρο φιλιῶν,
τὴ νύχτα, στὴ σκιάδα του, ἡ ἀγάπη ἐπερπατοῦσε.

Ὁ κῆπος εἶμαι ποὺ ἔμεινε χρόνια πολλὰ στὴν ἴδια
θέση, μάταια προσμένοντας κάποιαν ἐπιστροφή,
ποὺ ἀντὶ λουλούδια τώρα πιὰ στ᾿ ἀγκάθια ἔχει ταφεῖ,
ποὺ σώπασαν τ᾿ ἀηδόνια του καὶ πνίγεται στὰ φίδια.’’

   Το παυσίλυπο πουρί που προσπαθούσε τρία χρόνια τώρα να επουλώσει και να γιάνει την ψυχή του, αρχίζει να σπάει και από μέσα να ξεπετάγονται ξανά μαύροι στίχοι. Ο ποιητής επιστρέφει στην αιώνια θλίψη του, όπως ο ίδιος μαρτυρεί στο ποίημά του ‘’Τελευταίο ταξίδι’,’ ενώ στο ποίημα ‘’Ωχρά σπειροχαίτη’’ ομολογεί την ασθένειά του:

’...Κι ἦταν ὡραία ὡς σύνολο ἡ ἀγορασμένη φίλη,
στὸ δείλι αὐτὸ τοῦ μακρινοῦ πέρα χειμῶνος, ὅταν,
γελώντας αἰνιγματικά, μᾶς ἔδινε τὰ χείλη
κι ἔβλεπε τὸ ἐνδεχόμενο, τὴν ἄβυσσο ποὺ ἐρχόταν.’’

   


   Η άβυσσος που αργά ή γρήγορα θα έρθει! Έτσι νιώθει πια. Προσωρινός. Η ψυχολογία της συλλογής ‘’Ο πόνος του ανθρώπου και των πραμάτω’’ επιστρέφει ακάθεκτη. Η γνωριμία με την Πολυδούρη από τη μια μετριάζει τον πόνο, από την άλλη είναι σαν μαχαίρι που βυθίζεται περισσότερο στην πληγή. Δεν μπορεί να κάνει καν έρωτα μαζί της, ίσως μόνο να τη φιλήσει μπορεί. Η σχέση είναι ατυχής εξαρχής. Αφού της εξομολογείται το πρόβλημά του και παρά το ότι εκείνη θέλει να συνεχίσουν έστω κι έτσι, ο Καρυωτάκης αποχωρεί. Είναι πολύ περήφανος για να παραμείνει σε μια ανάπηρη σχέση στην οποία ο ανάπηρος είναι αυτός. Εφόσον όμως δεν μπορεί να αποκτήσει δικά του παιδιά, θα γράψει στον χρόνο που του απομένει ποιήματα. Θα δημιουργήσει πνευματικά παιδιά με την ψυχολογία όμως του προσωρινού ανθρώπου. Ακόμη και με τον κυνισμό εκείνου που έχει ήδη σαλπάρει και κρίνει τον κόσμο χωρίς να τον ενδιαφέρουν οι κανόνες των συνετών.
   Έτσι, με την ψυχολογία του προσωρινού που απορρίπτει τα πρόσκαιρα θα πορευθεί και σαν ποιητής και σαν άνθρωπος από δω και μπρος. Προσπαθώντας να αναμετρηθεί με τον ίδιο τον θάνατο…

‘’Τὸ θάνατό μας χρειάζεται ἡ ἄμετρη γύρω φύση
καὶ τὸν ζητοῦν τὰ πορφυρὰ στόματα τῶν ἀνθῶν…….

Μόνο μπορεῖ νὰ μείνουνε κατόπι μας οἱ στίχοι
δέκα μονάχα στίχοι μας νὰ μείνουνε, καθὼς
τὰ περιστέρια ποὺ σκορποῦν οἱ ναυαγοὶ στὴν τύχη,
κι ὅταν φέρουν τὸ μήνυμα δὲν εἶναι πιὰ καιρός.’’

   Μόνο στίχους διαθέτει σαν όπλα απέναντι στον θάνατο και μ’ αυτούς θα πολεμήσει μέχρι το τέλος ακροβατώντας πάνω από την άβυσσο όπως στην πρώτη του συλλογή. Αυτήν τη φορά πιο ώριμος. Αριστοτέχνης. Με τον θυμό όμως εκείνου που τον χτύπησε η μοίρα λόγω μιας… μεταφυσικής ενοχής. Ίσως έχουμε κάνει κάποιο αρχαίο κακό, γι’ αυτό τιμωρούμαστε:

‘’… Εἶναι κάτι φρικτὲς ἀνταποδόσεις.
Εἶναι στὸν οὐρανὸ μία σιδερένια
μιὰ μεγάλη πυγμή, ποὺ δὲ συντρίβει
μὰ τιμωρεῖ, κι ἀδιάκοπα πιέζει.’’

   Δύο είναι οι δρόμοι. Ο πρώτος Ελεγείες. Δηλαδή θρήνοι. Ο προβολέας είναι στραμμένος στον εσώτερο εαυτό. Ο δεύτερος είναι οι σάτιρες. Η ματιά στραμμένη προς τα έξω. Πάνω σ’ αυτήν την ριψοκίνδυνη ισορροπία θα περπατήσει από δω και μπρος, σχοινοβατώντας στα πιο ακραία όρια της παραδοσιακής ποίησης και ενός ιδιαίτερου λυρισμού, διαποτισμένου όμως με ισχυρές δόσεις πραγματικότητας και ρεαλισμού. Έτσι θα δημιουργήσει μια ποίηση προσωπική, εντελώς δική του η οποία μέχρι σήμερα –εκατό χρόνια μετά- μας απασχολεί ακόμη.
   Το κύριο θέμα των Ελεγείων είναι φυσικά ο θάνατος. Ο ίδιος δε νιώθει καθόλου δυνατός πια.  Άλλοτε νιώθει…

‘’σκλάβο πουλί που ανώφελα πηγαίνω σέρνοντας φτερά
Και δε θα ιδώ τους ουρανούς που καρτερώ ποτέ μου’’
   κι άλλοτε:
‘’Εἴμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες
κιθάρες. Ὁ ἄνεμος ὅταν περνάει,
στίχους, ἤχους παράξενους ξυπνάει
στὶς χορδὲς ποὺ κρέμονται σὰν καδένες…’’  




   Η πραγματικότητα είναι οδυνηρή. Και κείνος νιώθει παράταιρος. Ξένος…

‘’Θέλω νὰ φύγω πιὰ ἀπὸ δῶ, θέλω νὰ φύγω πέρα,
σὲ κάποιο τόπο αγνώριστο καὶ νέο,
θέλω νὰ γίνω μία χρυσὴ σκόνη μὲς στὸν αἰθέρα,
ἁπλὸ στοιχεῖο, ἐλεύθερο, γενναῖο…’’
   
  Όσο όμως ανήμπορος νιώθει απέναντι στην αναπόφευκτη μοίρα και τον θάνατο γράφοντας τους θρήνους και τις Ελεγείες, τόσο σκληρή υψώνει τη φωνή του απέναντι στην κοινωνία γύρω του. Θα τα βάλει με όλα και όλους…
   Με τη μίσθια δουλειά και τη μοίρα των δημοσίων υπαλλήλων:

Οἱ ὑπάλληλοι ὅλοι λιώνουν καὶ τελειώνουν
σὰν στῆλες δυὸ δυὸ μὲς στὰ γραφεῖα.
(Ἠλεκτρολόγοι θά ῾ναι ἡ Πολιτεία
κι ὁ Θάνατος, ποὺ τοὺς ἀνανεώνουν.)

  Θα τα βάλει με τα ηχηρά ιδανικά της ελευθερίας και το άγαλμα της Αμερικής που φωτίζει τον κόσμο:

Λευτεριά, Λευτεριὰ σχίζει, δαγκάνει
τοὺς οὐρανοὺς τὸ στέμμα σου. Τὸ φῶς σου,
χωρὶς νὰ καίει, τυφλώνει τὸ λαό σου.
Πεταλοῦδες χρυσὲς οἱ Ἀμερικάνοι,
λογαριάζουν, πόσα δολάρια κάνει
σήμερα τὸ ὑπερούσιο μέταλλό σου.

   Θα σταθεί και απέναντι στην ιδιοτέλεια του λαού:

Μικράν, μικράν, κατάπτυστον
ψυχὴν ἔχουν οἱ μάζαι,
ἰδιοτελῆ καρδιάν,
καὶ παρειὰν ἀναίσθητον
εἰς τοὺς κολάφους.

   Απέναντι στις γυναίκες:

Φθονῶ τὴν τύχη σας, προνομιοῦχα
πλάσματα, κοῦκλες ἰαπωνικές
……………
Ὤ, νὰ μποροῦσε ἔτσι κανεὶς νὰ θάλλῃ,
μέγα ρόδο κάποιας ὥρας χρυσῆς,
ἢ νὰ βυθομετρούσατε καὶ σεῖς
μὲ μιὰ φουρκέτα τ᾿ ἄδειο σας κεφάλι!

   Θα σταθεί και απέναντι στο ιδανικό της στράτευσης:

Τὸ Μιχαλιὸ τὸν πήρανε στρατιώτη.
Καμαρωτὰ ξεκίνησε κι ὡραῖα
μὲ τὸ Μαρῆ καὶ μὲ τὸν Παναγιώτη.
Δὲν μπόρεσε νὰ μάθει κἂν τὸ «ἐπ᾿ ὤμου».
Ὅλο ἐμουρμούριζε: «Κὺρ Δεκανέα,
ἄσε με νὰ γυρίσω στὸ χωριό μου».
…………………………..
Κι ὁ Μιχαλιὸς ἐπέθανε στρατιώτης.
Τὸν ξεπροβόδισαν κάτι φαντάροι,
μαζί τους ὁ Μαρὴς κι ὁ Παναγιώτης.
Ἀπάνω του σκεπάστηκεν ὁ λάκκος,
μὰ τοῦ ἄφησαν ἀπέξω τὸ ποδάρι:
Ἦταν λίγο μακρὺς ὁ φουκαράκος.

Θα ειρωνευτεί τις Δελφικές εορτές του Σικελιανού:

Στοὺς Δελφοὺς ἐμετρήθηκε τὸ πνεῦμα δυὸ Ἑλλάδων.
Ὁ Αἰσχύλος πάλι ἐξύπνησε τὴν ἠχὼ τῶν Φαιδριάδων.
Lorgnons, Kodak, operateurs, στοῦ Προμηθέα τὸν πόνο
ἔδωσαν ἰδιαίτερο, γραφικότατο τόνο.

   Θα τα βάλει με το λογοτεχνικό κατεστημένο:

Ἄ! κύριε, κύριε Μαλακάση,
ποιὸς θὰ βρεθεῖ νὰ μᾶς δικάσει,
μικρὸν ἐμὲ κι ἐσᾶς μεγάλο
ἴδια τὸν ἕνα καὶ τὸν ἄλλο;
……………………….
Ἄ! κύριε, κύριε Μαλακάση,
ποιὸς τελευταῖος θὰ γελάσει;

   Θα σταθεί απέναντι σε όλα και όλους. Δεν είναι λαϊκιστής ποιητής:

Ὅταν οἱ ἄνθρωποι θέλουν νὰ πονεῖς,
μποροῦνε μὲ χίλιους τρόπους.
Ρίξε τὸ ὅπλο καὶ σωριάσου πρηνής,
ὅταν ἀκούσεις ἀνθρώπους.


Με την αδερφή του Ελένη και τον ανιψιό του

   Όλα αυτά τα χρόνια βέβαια και παρά την επιστροφή στο ζοφερό ποιητικό του περιβάλλον, εξωτερικά τα πράγματα φαίνεται να πηγαίνουν σχετικά καλά. Παρά τις συνεχείς μεταθέσεις, ανεβαίνει τις υπαλληλικές βαθμίδες, είναι ανώτερος δημόσιος υπάλληλος, σχεδιάζει εκδρομές με φίλους, ταξίδια και τον Ιανουάριο του 1928 εκλέγεται ακόμη και Γενικός Γραμματέας του Διοικητικού Συμβουλίου του Συνδέσμου Δημοσίων Υπαλλήλων Αθηνών, ενώ έχουν αρχίσει ήδη και οι πρώτες προστριβές με τους ανωτέρους του και τον Υπουργό Κύρκο. Είναι παράξενο όμως. Από τη μια πρωτοστατεί σε απεργίες, εκφράζει συνδικαλιστική δράση και φαίνεται να τον έχουν σε υπόληψη και να τον εκτιμούν οι συνάδελφοί του και από την άλλη προετοιμάζεται στα ποιήματά του για το απονενοημένο διάβημα στο ‘’Ιδανικοί αυτόχειρες’’…

‘’… Όλα τελείωσαν. Τὸ σημείωμα νά το,
σύντομο, ἁπλό, βαθύ, καθὼς ταιριάζει,
ἀδιαφορία, συγχώρηση γεμάτο
γιὰ κεῖνον ποὺ θὰ κλαίει καὶ θὰ διαβάζει.’΄
 
   Ακόμη και στο ‘’Δικαίωσις’’…

‘’… Ύστερα, καὶ τοῦ βίου μου τὴν προσπάθεια
ἀμείβοντας, τὸ φτυάρι θὰ μὲ ραίνει
ὡραῖα ὡραῖα μὲ χῶμα καὶ μὲ ἀγκάθια.΄΄
   Η συλλογή ‘’Ελεγεία και Σάτιρες’’ εκδόθηκε τον Δεκέμβριο του 1927 και σε αντίθεση με τις προηγούμενες συλλογές, έκανε αίσθηση. Τον Φεβρουάριο του 1928 και ενώ ο Καρυωτάκης βρισκόταν μετατιθέμενος στην Πάτρα, ο Βασίλης Ρώτας θα δημοσιεύσει σφοδρή κριτική εναντίον της συλλογής στα ‘’Ελληνικά γράμματα΄΄. Πρόκειται για μια πολεμική εναντίον του Καρυωτάκη βασικά που –κατά τον Ρώτα- απέτυχε να είναι ο ποιητής που πρέπει να εμψυχώνει και να εμπνέει τον λαό. Ο Ρώτας παγιδευμένος στις ιδεολογικές του εμμονές, δεν αντιλαμβάνεται ούτε την αλήθεια, ούτε την αξία, ούτε το βάθος, ούτε τη διαχρονία της συλλογής και εδώ απέτυχε οικτρά. Έχουμε να κάνουμε με τη μεγαλύτερη ίσως αποτυχία Έλληνα κριτικού του 20ου αιώνα. Πραγματικά η αποτυχία του ήταν παταγώδης και λάμπει ως παράδειγμα προς αποφυγή. Οι Ελεγείες και Σάτιρες εκθέτουν ανεπανόρθωτα τον Ρώτα μέχρι σήμερα. Και δεν είναι μόνο ο Ρώτας. Και άλλοι θα εκτεθούν στη συνέχεια, ιδιαίτερα μετά τον θάνατό του, όπως ο Καραντώνης αν και εκείνος άφησε και κάποιες ασφαλιστικές δικλείδες ώστε να μην εκτεθεί στον βαθμό που εκτέθηκε ο Ρώτας. Δεν αντιλήφθηκαν ότι ο Καρυωτάκης βρισκόταν ήδη πολύ μακριά από το πρότυπο του ιερού, του εμπνευστή ποιητή που είχε οικοδομήσει η παραδοσιακή ποίηση και ιδιαίτερα ο Παλαμάς. Πρόκειται για βαθιά ρήξη. Ο ποιητής για τον Καρυωτάκη δεν είναι ένα ιερό άγαλμα, αλλά ένα παιχνίδι και κείνος του ανέμου, των καιρών και του θανάτου -όπως όλοι οι άνθρωποι- και δεν οφείλει να υποκριθεί τον δυνατό, αλλά έχει δικαίωμα να δείξει την αδυναμία του… ‘’την μάταιη πληγή στον ήλιο’’ όπως έχει γράψει ήδη στους ‘’Δον Κιχώτες΄΄. Ο Καρυωτάκης κατεβάζει τους ποιητές από τα βάθρα τους και ως ποιητής ο ίδιος αυτοσαρκάζεται:

Ὅλοι μαζὶ κινοῦμε, συρφετός
γυρεύοντας ὁμοιοκαταληξία.
Μιὰ τόσο εὐγενικιὰ φιλοδοξία
ἔγινε τῆς ζωῆς μας ὁ σκοπός.

Ἀλλάζουμε μὲ ἤχους καὶ συλλαβὲς
τὰ αἰσθήματα στὴ χάρτινη καρδιά μας,
δημοσιεύουμε τὰ ποιήματά μας,
γιὰ νὰ τιτλοφορούμεθα ποιητές.

   Και αλλού:

Εἴμαστε κάτι διάχυτες αἰσθήσεις,
χωρὶς ἐλπίδα νὰ συγκεντρωθοῦμε.
Στὰ νεῦρα μας μπερδεύεται ὅλη ἡ φύσις.

Στὸ σῶμα, στὴν ἐνθύμηση πονοῦμε.
Μᾶς διώχνουνε τὰ πράγματα, κι ἡ ποίησις
εἶναι τὸ καταφύγιο ποὺ φθονοῦμε.

   Ο Ρώτας θα καταλήξει: «Με τον Καρυωτάκη κάποια παρεξήγηση θα συμβαίνει: έπιασε αυτή την κλάψα από το πρώτο του βιβλίο κι εξακολουθεί. Του εύχομαι, με το "Ελεγεία και Σάτιρες", να ξεθύμανε πια και ν' αλλάξει σκοπό.»


Εκδρομή με φίλους


    Ο Καρυωτάκης θα αντιδράσει από την Πάτρα. Θα στείλει επιστολή στα ελληνικά γράμματα (ας μη σταθούμε στις προσπάθειες των ανθρώπων του εντύπου να πείσουν τον Καρυωτάκη να μην επιμείνει στην έκδοση της απάντησής του) και θα απαντήσει: «Αφού προηγουμένως ευχαριστήσω τον κ. Ρώτα για την καλοσύνη που είχε ν' ασχοληθεί με τα ποιήματά μου, θα 'θελα μόνο να τον ρωτήσω αν όσα έγραψε στα Ελληνικά Γράμματα νομίζει ότι αποτελούν κριτική…….. εζήτησε απλώς να κάνει γνωστές τις ιδιαίτερες προτιμήσεις του, τα ποιητικά μοτίβα που τον ενδιαφέρουν περσότερο. Και είπε πάνω κάτω ότι η μελαγχολία δεν είνε καθόλου καλό πράγμα, ότι πρέπει να κοιτάξουμε λίγο και τον κοσμάκη, που υποφέρει όσο κ' εμείς, και να μη βυθιζόμεθα στον εαυτό μας, αν θέλουμε να δημιουργήσουμε κάτι άξιο μέσα στη ζωή. [...] Αλλά θα είχα κι' άλλες ερωτήσεις για τον κ. Ρώτα. Λ.χ. αν πιστεύει σοβαρώς ότι η δική του αισιοδοξία συμβιβάζεται με τη σημερινή πραγματικότητα περσότερο από το δικό μου πεσιμισμό…….. Ο κ. Ρώτας σε δυο ολόκληρες σελίδες δε μας είπε το στοιχειωδέστερο: είναι δηλαδή ή δεν είναι ποιήματα τα "Ελεγεία και Σάτιρες"; Αν, κατά τύχην, συμβαίνει το πρώτο, εγώ είμαι ευχαριστημένος, γιατί η κοινωνιολογική άποψις δε με αφορά.»
   Το περιοδικό θα απαντήσει στον Καρυωτάκη θυμωμένα και περιφρονητικά περίπου ως εξής: Φταίμε εμείς που ασχολούμαστε και δίνουμε αξία σε ανθρώπους που σε διαφορετική περίπτωση θα ήταν μηδενικά...
   Όμως ο ασκός έχει ανοίξει. Ένα μήνα αργότερα θα δημοσιεύσει ηπιότερη και πιο θετική κριτική ο Αιμίλιος Χουρμούζιος στην επιθεώρηση Τέχνης. Η αριστερά λόγω της συνδικαλιστικής του δράσης, θεωρεί τον Καρυωτάκη περίπου ως συνοδοιπόρο. Ακολουθεί μια θετική κριτική στις αρχές Ιουλίου 1928 και από τον Φάνη Μιχόπουλο. Υπάρχουν επίσης αδιάψευστες μαρτυρίες, πως εκείνη ακριβώς την εποχή, έχει ασχοληθεί επιτέλους με τις Ελεγείες και τον Καρυωτάκη ακόμη και ο Καβάφης. Κοντολογίς θα έλεγε κανείς, πως ο ποιητής θα έπρεπε να ήταν ευχαριστημένος. Αν και κάποιες κριτικές ήταν αρνητικές και οι υπόλοιπες δεν ήταν ακόμη ύμνοι, όμως είχε κάνει εντύπωση. Το λογοτεχνικό κατεστημένο, τον είχε προσέξει και τον έπαιρνε επιτέλους σοβαρά. Θέλω να πως, πως δε θα πρέπει να αναζητήσουμε στις τυχόν αρνητικές κριτικές ή στην τάχα αγνόηση του έργου του από το κατεστημένο τις αιτίες της αυτοκτονίας του νεότατου ακόμη Καρυωτάκη. Ήταν μόλις 32 ετών και  τα πράγματα για κείνον λογοτεχνικά, έμπαιναν επιτέλους στο αυλάκι.
   Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, τον Απρίλιο του 1928, παίρνει άδεια έναν μήνα από την υπηρεσία του και πηγαίνει στο Παρίσι. Για ιατρικούς λόγους κυρίως εξ’ αιτίας της σύφιλης που μάλλον χειροτερεύει. Ποια ήταν η ιατρική διάγνωση στη Γαλλία τον Απρίλιο του 1928; Πόσο είχε προχωρήσει η ασθένειά του; Πόσο τον επηρέαζε στην ψυχολογία του καθημερινά; Το ιατρικό απόρρητο και τα χρόνια που έχουν περάσει δεν αφήνουν πολλές ελπίδες να μάθουμε. Όμως γνωρίζουμε σήμερα πως ακόμη και μικρότερα προβλήματα υγείας -όπως είναι η ταλαιπωρία π. χ. από έναν προστάτη- οδηγούν πολλούς ασθενείς στην κατάθλιψη. Πόσο μάλλον η ανίατη σύφιλη την εποχή εκείνη. Δεν ήταν μόνο ότι βάραινε στην ψυχοσύνθεση του ασθενή το προδιαγεγραμμένο τέλος και ο κοινωνικός στιγματισμός, αλλά και η βασανιστική καθημερινότητα εξ’ αιτίας της ασθένειας.


Στο Παρίσι τον Απρίλιο του 1928

   Η θεραπεία της σύφιλης τη δεκαετία του 1920 ήταν επώδυνη και τοξική. Γίνονταν ενέσεις αρσενικού (salvarsan) και απαιτούσαν πολύπλοκη προετοιμασία. Οι παρενέργειες ήταν έντονες. Ο ασθενής ταλαιπωρούνταν από πονοκεφάλους, εμετούς και ηπατικές βλάβες. Έκαναν επίσης χρήση υδραργύρου και βισμουθίου με επάλειψη στις πληγές, κάτι που οδηγούσε συχνά σε δηλητηρίαση από υδράργυρο, απώλεια δοντιών, σιελόρροια και νεφρική ανεπάρκεια. Στο δευτεροπαθές και τριτοπαθές στάδιο, οι ασθενείς εμφάνιζαν έλκη στο δέρμα και πολλοί κατέληγαν σε νευρολογική κατάρρευση, στο tabes dorsalis (απώλεια συντονισμού στο περπάτημα), προϊούσα παράλυση και άνοια καταλήγοντας σε άσυλα. Πέρα από αυτά υπήρχε και το κοινωνικό στίγμα. Οι ασθενείς βίωναν και την ηθική καταδίκη. Η σύφιλη στην Ελλάδα της εποχής τη δεκαετία του ’20, θεωρούνταν ‘’θεία τιμωρία’’ για την ανηθικότητα.
   Σε ποια κατάσταση όμως βρισκόταν ο Καρυωτάκης την Άνοιξη του 1928 όσον αφορά την ασθένειά του, δεν μπορούμε να το γνωρίζουμε με βεβαιότητα. Το ότι επισκέφθηκε όμως ειδικούς ιατρούς στο Παρίσι και πως αυτός ήταν ο κύριος λόγος του ταξιδιού -που απλά το συνδύασε με αναψυχή και ξεκούραση- είναι βέβαιο. Το ότι πήγε όμως στο Παρίσι, σημαίνει πως η ασθένειά του προχωρούσε και πως δεν ήταν ευχαριστημένος με τους ιατρούς της Αθήνας. Οπότε θα πρέπει να υποθέσουμε πως βάραινε στην ψυχολογία και στην τυχόν κατάθλιψή του η καθημερινή ταλαιπωρία από την σύφιλη και ο φόβος της εξέλιξής της. Είχε την επίγνωση φυσικά πως το μυαλό του προς το παρόν ήταν σε εξαιρετική κατάσταση, αλλά ίσως δεν ήταν μακριά η άνοια που ίσως τον οδηγούσε στο άσυλο. Το παράδειγμα άλλωστε του προπάτορα λογοτέχνη Βιζυηνού που πέθανε στο Δρομοκαΐτειο σε ηλικία 47 ετών εξ’ αιτίας της σύφιλης, δεν ήταν πολύ μακριά. Τέτοιες αρνητικές σκέψεις θα ήταν καθημερινότητα πια για τον ποιητή. Πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπ’ όψιν λοιπόν μαζί με τους άλλους παράγοντες και την εξέλιξη της ασθένειάς του, για να κατανοήσουμε τον πυροβολισμό της Πρέβεζας.
    Με την επιστροφή από τη Γαλλία, παίρνει δυσμενή μετάθεση στην Πρέβεζα. Το ότι βρισκόταν υπό δυσμένεια και ότι είχε έρθει σε αντιπαράθεση με τους ανωτέρους του λόγω της συνδικαλιστικής του δράσης αλλά και των απαλλοτριώσεων οικοπέδων και κτημάτων για τους πρόσφυγες, είναι παραπάνω από σίγουρο. Ακόμη κι αν δε στραφούμε σε άλλες πηγές, τη σύγκρουση την έχει διασώσει ο ίδιος στα γραπτά του. Την παρακμή ακόμη και τη διαφθορά ακόμη και των ανωτέρων του την παρουσιάζει έμμεσα στο ποίημά ‘’Επρόδωσαν την Αρετή’’:

Ἐπρόδωσαν τὴν ἀρετὴ κι ἦρθαν οἱ ἔσχατοι πρῶτοι.
Μὲ χρῆμα παίρνεται ἡ καρδιὰ κι ἀποτιμᾶται ὁ φίλος.
Ἂν ἄλλοτε ἀντιφέγγιζε στὸ νοῦ, στὰ μάτια, σ᾿ ὅτι,
εἶναι ἡ ζωὴ πιὰ σκοτεινὴ κι ἀνέφικτη σὰ θρῦλος,
εἶναι πικρία στὸ χεῖλος.

Νύχτα βαθιά. Μὲ πνεῦμα ὀργῆς ἔσπρωξα τὸ κρεβάτι.
Ἄνοιξα τὶς ἀραχνιασμένες κάμαρες. Καμία
ἐλπίς.

   Αλλά εκεί που μιλάει ευθέως γι’ αυτήν τη σύγκρουση και την πολιτική παρακμή, είναι στο πεζό του ‘’Η κάθαρσις’’:
‘’… Ἀλλὰ πρῶτα πρῶτα ἔπρεπε νὰ μείνω στὴ σπεῖρα τοῦ Δέλτα. Ἐκεῖ ἡ λῃστεία γινόταν ὑπὸ λαμπρούς, διεθνεῖς οἰωνούς, μέσα σὲ πολυτελῆ γραφεῖα. Στὴν ἀρχὴ δὲν θὰ ὑπῆρχα. Κρυμμένος πίσω ἀπὸ τὸν κοντόπαχο τμηματάρχη μου, θὰ ὀσφραινόμουν. Θὰ εἶχα τρόπους λεπτούς, ἀέρινους. Θὰ ἐμάθαινα τὴ συνθηματική τους γλῶσσα. Ἡ ψαῦσις τοῦ ἀριστεροῦ μέρους τῆς χωρίστρας θὰ ἐσήμαινε: «πεντακόσιες χιλιάδες». Ἕνα ἐπίμονο τίναγμα τῆς στάχτης τοῦ πούρου θὰ ἔλεγε: «σύμφωνος». Θὰ ἐκέρδιζα τὴν ἐμπιστοσύνη ὅλων. Καί, μιὰ μέρα, ἀκουμπώντας στὸ κρύσταλλο τοῦ τραπεζιοῦ μου, θὰ ἔγραφα ἐγὼ τὴν ἀπάντηση: «Ὁ αὐτόνομος ὀργανισμός μας, κύριε Εἰσαγγελεῦ…. Έπρεπε νὰ σκύψω, νὰ σκύψω, νὰ σκύψω. Τόσο ποὺ ἡ μύτη μου νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὴ φτέρνα μου. Έτσι βολικὰ κουλουριασμένος, νὰ κυλῶ καὶ νὰ φθάσω.
Κανάγιες!
Τὸ ψωμὶ τῆς ἐξορίας μὲ τρέφει. Κουροῦνες χτυποῦν τὰ τζάμια τῆς κάμαράς μου. Καὶ σὲ βασανισμένα στήθη χωρικῶν βλέπω νὰ δυναμώνει ἡ πνοὴ ποὺ θὰ σᾶς σαρώσει…’’

 

Πρέβεζα – Η τελευταία πράξη
Το χρονικό ενός προαναγγελθέντου θανάτου 

  Στις τρεις περίπου το μεσημέρι της 18ης Ιουνίου 1928, ο Καρυωτάκης -μέσω Λευκάδας- αποβιβάζεται με ατμόπλοιο στην Πρέβεζα. Η μετάθεσή του είναι πράγματι δυσμενής. Τοποθετείται στη Νομαρχία Πρεβέζης στο γραφείο εποικισμού και αποκατάστασης προσφύγων. Ως ανώτερος υπάλληλος του υπουργείου και δικηγόρος, είχε τον έλεγχο των τίτλων κυριότητας για τα αγροτεμάχια προς τους πρόσφυγες της Μικράς Ασίας. ‘Ισως κάποιοι άλλοι να έτριβαν τα χέρια τους από χαρά και να χρησιμοποιούσαν κι αυτήν ακόμη τη δυσμενή μετάθεση για να πλουτίσουν. Η θέση ήταν καίρια και ευνοούσε κάθε μορφή συναλλαγής και προσωπικού πλουτισμού. Όχι όμως ο Καρυωτάκης.Δεν είναι μόνο το θέμα αποκατάστασης των προσφύγων. Ως γραμματέας του Συμβουλίου Δημοσίων Υπαλλήλων Αθηνών και συνδικαλιστής, έχει δημοσιεύσει από τις 8 Φεβρουαρίου 1928 πύρινο άρθρο με τίτλο ‘’Ανάγκη χρηστότητος’’ στην εφημερίδα ‘’Ελληνική’’ ασκώντας σκληρή κριτική στην Κυβέρνηση. Το άρθρο αποδεικνύει πως ο Καρυωτάκης δεν ήταν ένας ποιητής που πετούσε στα σύννεφα και βρισκόταν αποκλεισμένος στον κόσμο του, αλλά είχε πλήρη γνώση της κοινωνικής και πολιτικής κατάστασης και διέθετε τη διαύγεια να κάνει μάλιστα και καίριες προτάσεις.


Μιχαήλ Κύρκος 1893-1967

   Στο άρθρο καταγγέλλει τις κομματικές προσλήψεις, την αναξιοκρατία, τη σπατάλη του δημοσίου χρήματος, τις πελατειακές σχέσεις και την άδικη φορολογική μεταχείριση υπέρ των οικονομικά ισχυρών. Ζητεί αυστηρό έλεγχο των διορισμών, περιορισμό των δημοσίων δαπανών και μια διοίκηση που να υπηρετεί πραγματικά το δημόσιο συμφέρον. Έχουμε συνηθίσει να διαβάζουμε μόνο τα ποιήματα του Καρυωτάκη. Αξίζει όμως να δούμε μερικά αποσπάσματα και από τον πολιτικό του λόγο, δημοσιευμένου σε εφημερίδα των Αθηνών, πέντε περίπου μήνες πριν φύγει απ’ αυτήν τη ζωή. Ο αναγνώστης θα βρει πολλά κοινά στοιχεία με το σήμερα, σα να μην άλλαξε τίποτε αυτά τα εκατό χρόνια…
   Περιγράφει ένα κράτος που κινείται καθαρά με πελατειακά και κομματικά κριτήρια προσλαμβάνοντας υπαλλήλους που δεν χρειάζονται  και προτείνει:
‘’… Απόλυσις των άνευ υπηρεσιακής ανάγκης διά κομματικούς λόγους διορισθέντων τελευταίως απειραρίθμων υπαλλήλων, κατάργησις των συσταθεισών διά σκανδαλωδών νομοθετημάτων νέων θέσεων εις διάφορα υπουργεία, αυστηρός έλεγχος των νέων διορισμών υπό ειδικών επιτροπών εξ ανωτάτων δημοσίων λειτουργών…’’.
   Αναφέρει πως η Κυβέρνηση ευνοεί την άδικη φορολογία υπέρ των εύπορων:
¨…να προστατεύονται αι παραγωγικαί επιχειρήσεις και όχι διά να πλουτίζουν ορισμένοι κεφαλαιούχοι…’’.
   Το κράτος ταλανίζεται από την κατασπατάληση δημοσίου χρήματος. Σήμερα θα το λέγαμε μίζες:
‘’… Ανασύστασις της Επιτροπής Προμηθειών προς περιορισμόν της σπατάλης κατά την διενέργειαν των προμηθειών του Δημοσίου…’’.
   Κάνει λόγο για αναξιοκρατία:
‘’... Συμβαίνει δε ώστε οι χρηστότεροι ακριβώς και ικανότεροι εξ αυτών να υποσκελίζονται από τους επιτηδειότερους…’’.
    Καταδικάζει την αλαζονεία της εξουσίας:
‘’…Οι υπουργοί, αναλαμβάνοντες την αρχήν, φέρουν μεθ’ εαυτόν στρατιάν όλην αργοσχόλων, οι οποίοι εννοούν να φιλοξενηθούν εις τον δεινοπαθούντα προϋπολογισμόν. Οι μετέχοντες εις την κυβέρνησιν αρχηγοί των κομμάτων διανέμουν μεταξύ των, αναλόγως της πολιτικής των ισχύος -ωσάν να επρόκειτο περί πατρικής των κληρονομίας- όλας τας θέσεις, από τας των πρεσβευτών και των νομαρχών μέχρι των θέσεων των ιερέων του Α’ Νεκροταφείου, και τας προσφέρουν εις τους οπαδούς των εις αντάλλαγμα αμφιβόλων υπηρεσιών…’’
   Σε άλλα αποσπάσματα κάνει λόγο για εκτεταμένη διαφθορά, για νόμους περί καπνού που ευνοούν μόνο 4-5 εκατομμυριούχους και όχι μικρές επιχειρήσεις και τους απλούς καπνεργάτες. Αναφέρει και άλλα για να καταλήξει:
‘’… Έχομεν ανάγκην χρηστής διοικήσεως’’.
  Τα παραπάνω για να κατανοήσουμε τις εξωτερικές συνθήκες κάτω από τις οποίες έφτασε ο Καρυωτάκης στην Πρέβεζα. Ήταν κόκκινο πανί πια για τον Κύρκο και την Κυβέρνηση. Υπάρχουν μάλιστα πολλές ενδείξεις πως η τιμωρία για την ΄΄εξέγερσή του’’ δε θα εξαντλούνταν μόνο στη δυσμενή μετάθεση, αλλά θα είχε και συνέχεια. Εξυφαινόταν πολιτικό σχέδιο δυσφήμισης και δολοφονία χαρακτήρα του Καρυωτάκη. Προετοιμάζονταν να τον κατηγορήσουν για μαστροπεία –ενέργεια για την οποία θα πρέπει να είχε λάβει γνώση και ο ίδιος- γιατί το αναφέρει εμμέσως πλην σαφώς στα τελευταία του σημειώματα:
‘’… Τὴ χυδαία ὅμως πράξη ποὺ μοῦ ἀποδίδεται τὴ μισῶ…….. Οὔτε εἶμαι ὁ κατάλληλος ἄνθρωπος γιὰ τὸ ἐπάγγελμα ἐκεῖνο…’’

   Έχουμε μπει στην τελευταία πράξη του δράματος. Ο Καρυωτάκης φτάνοντας στην Πρέβεζα κουβαλά ήδη τον σταυρό του. Το οριζόντιο ξύλο είναι η ασθένεια, το κάθετο η σύγκρουση με τον υπουργό Κύρκο, οι απειλές και ο επερχόμενος διασυρμός του. Έχοντας στην ισχνή του πλάτη και στην προϋπάρχουσα φυσική τάση προς την απαισιοδοξία αυτόν τον βαρύ σταυρό, παίρνει τον τελευταίο μονοπάτι για τον Γολγοθά του. Του μένουν τριάντα δύο ημέρες ζωής.
   Μέχρι να καταλύσει τελικά στο σπίτι της κας Καλλιόπης Λυγκούρη στην οδό Δαρδανελίων στη γειτονιά Σεϊτάν Παζάρ (το σπίτι σώζεται μέχρι σήμερα) διαμένει προσωρινά σε ξενοδοχείο. Την επόμενη 19 Ιουνίου 1928, παρουσιάζεται στην υπηρεσία του στο διώροφο τότε κτήριο της Νομαρχίας στην οδό Σπηλιάδου 10 (δε διασώζεται σήμερα). Η σχέση του με τους συναδέλφους υπαλλήλους είναι τυπική. Η εικόνα που έχει αφήσει ο Καρυωτάκης στην Πρέβεζα είναι ενός ανθρώπου μοναχικού, λιγομίλητου και απόμακρου.
   Είχε βρεθεί ξαφνικά εντελώς μόνος σε έναν ξένο τόπο, ανάμεσα σε ολότελα ξένους ανθρώπους. Μοναδική του απόλαυση εκείνες τις ημέρες να επικοινωνεί επιστολικά με συγγενείς και φίλους, με τον γνώριμο παλιό του κόσμο. Οι επιστολές που έχουν διασωθεί προς τον ξάδελφο Θεόδωρο Καρυωτάκη και τον αδελφό του, δίνουν μια εικόνα της Πρέβεζας εκείνη την εποχή, αλλά και του εσωτερικού κλίματος της Νομαρχίας, όπου επικρατούσε μια καταθλιπτική μονοτονία. Στις μοναδικές περιπτώσεις που οι υπάλληλοι και τα γραφεία ζωντάνευαν κάπως και υπήρχε κάποιος αναβρασμός, ήταν όταν ερχόταν σημαιοστολισμένο το πλοίο. Ο σημαιοστολισμός σήμαινε πως έφερνε κάποιον επίσημο. Μα όταν τελικά ο επίσημος δεν αφορούσε εκείνους: ‘’…τότε επέσαμε πάλι στη νάρκη μας…’’ γράφει στον ξάδελφό του Θεόδωρο Δ. Καρυωτάκη, στις 22 Ιουνίου 1928. Εντύπωση κάνει πώς στην ίδια επιστολή, περιγράφει ένα κωμικοτραγικό συμβάν με τον Ειρηνοδίκη της πόλεως. Προφανώς υπήρχε συμφωνία να σιτίζεται ο εν λόγω κύριος από κάποιο εστιατόριο αλλά όταν του έφεραν το φαγητό, εκείνος βρήκε μικρή τη μερίδα: ‘’… Άλλη είδηση, η οποία ελπίζω να σ’ ενδιαφέρει εξ ίσου, είναι ότι προχθές ο κ. Ειρηνοδίκης απήγαγε την μερίδα που του έφεραν στο ξενοδοχείο, επειδή την ήβρε ελλιπή, αφού την ετύλιξε πρώτα σ’ ένα καθαρό χαρτί. Την εζύγισε στην Αστυνομία, την έφερε πάλι, την εξεδίπλωσε, την έβαλε στο πιάτο του και την έφαγε…’’ (!!!). Το ίδιο κλίμα παρακμής, δυσθυμίας και ατονίας αναδύεται και σε επιστολή προς τον αδελφό του, αλλά ακόμη κι έτσι οι επιστολές του Καρυωτάκη από την Πρέβεζα είναι σχετικά ήρεμες, σε σημεία ξεπετάγονται μέσα από τις φράσεις του αχτίδες με χιούμορ. Στον αδελφό του κάνει λόγο για πιο πρακτικά θέματα, χρήματα, ρούχα και να μεσολαβήσει εάν μπορεί για μετάθεση. Στη μητέρα και την αδελφή του γράφει πως πλήττει θανάσιμα, κάνει παράπονα για υγρασία, μοναξιά και έλλειψη βιβλίων. Όλα αυτά όμως μπορεί να δείχνουν πλήξη, μοναξιά αλλά δείχνουν συνάμα και προοπτική. Ελπίζει σε μετάθεση, περιμένει ρούχα, χρήματα, βιβλία. Τίποτα δεν προδίδει την απόφαση που μέρα με την ημέρα ωριμάζει μέσα του σαν τραγικό σύκο.
   Ο αληθινός όμως Καρυωτάκης εμφανιζόταν μόνο στα ποιήματα του. Εκείνες τις ημέρες θα σταθεί απέναντι στον εαυτό του και θα γράψει το πασίγνωστο σήμερα ποίημα ‘’Πρέβεζα’’:

Θάνατος εἶναι οἱ κάργες ποὺ χτυπιοῦνται
στοὺς μαύρους τοίχους καὶ τὰ κεραμίδια,
θάνατος οἱ γυναῖκες, ποὺ ἀγαπιοῦνται
καθὼς νὰ καθαρίζουνε κρεμμύδια.

Θάνατος οἱ λεροί, ἀσήμαντοι δρόμοι
μὲ τὰ λαμπρά, μεγάλα ὀνόματά τους,
ὁ ἐλαιώνας, γύρω ἡ θάλασσα, κι ἀκόμη
ὁ ἥλιος, θάνατος μὲς στοὺς θανάτους.

Θάνατος ὁ ἀστυνόμος ποὺ διπλώνει
γιὰ νὰ ζυγίσῃ μία «ἐλλειπὴ» μερίδα,
θάνατος τὰ ζουμπούλια στὸ μπαλκόνι,
κι ὁ δάσκαλος μὲ τὴν ἐφημερίδα.

Βάσις, Φρουρά, Ἐξηκονταρχία Πρεβέζης.
Τὴν Κυριακὴ θ᾿ ἀκούσουμε τὴν μπάντα.
Ἐπῆρα ἕνα βιβλιάριο Τραπέζης
πρώτη κατάθεσις δραχμαὶ τριάντα.

Περπατώντας ἀργὰ στὴν προκυμαία,
«Ὑπάρχω;» λές, κ᾿ ὕστερα «δὲν ὑπάρχεις!»
Φτάνει τὸ πλοῖο. Ὑψωμένη σημαία.
Ἴσως ἔρχεται ὁ Κύριος Νομάρχης.

Ἂν τουλάχιστον, μέσα στοὺς ἀνθρώπους
αὐτούς, ἕνας ἐπέθαινε ἀπὸ ἀηδία...
Σιωπηλοί, θλιμμένοι, μὲ σεμνοὺς τρόπους,
θὰ διασκεδάζαμε ὅλοι στὴν κηδεία.

  Ίσως πρόκειται για το τελευταίο ποίημα του Καρυωτάκη και λογοτεχνικά είναι υπέροχο μέσα στην τραγικότητά του! Ο ποιητής δεν έδωσε τίτλο στην αρχή, ίσως έδωσε τον τίτλο ‘’Επαρχία’’ αλλά όλοι διαισθανόμαστε πως ο πραγματικός τίτλος του συγκεκριμένου ποιήματος, δεν είναι ούτε ‘’Πρέβεζα’’ ούτε ‘’Επαρχία’’ αλλά… ‘’Θάνατοι’’. Θάνατος είναι οι κάργες…. Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι… θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει… αν τουλάχιστο ένας επέθαινε από αηδία…’’. Ο κύκλος κλείνει. Το πρώτο ποίημα της πρώτης συλλογής του Κώστα Καρυωτάκη ‘’Ο πόνος του ανθρώπου και των πραμάτω’’ από το 1919 κιόλας, φέρει τον τίτλο ‘’Θάνατοι’’. Ο πραγματικός τίτλος του τελευταίου ποιήματός του τον Ιούνιο του 1928, είναι ‘’Θάνατοι’’. Ναι ο κύκλος άρχισε και έκλεισε με θανάτους. Η λογοτεχνική πορεία του Καρυωτάκη που σφράγισε άπαξ διά παντός τα ελληνικά γράμματα, τελειώνει με το παραπάνω ποίημα. Αν έγραψε κάποιο άλλο τις επόμενες οδυνηρές ημέρες, δεν έχει μεγάλη σημασία.
   Οι κάργιες του Καρυωτάκη είναι το κοράκι του Πόε. Ποτέ ξανά! Κι όμως όταν έχεις φτάσει στο ‘’μαύρο αδιέξοδο, στην άβυσσο του νου’’ αυτό το… ποτέ ξανά η ανυπαρξία δηλαδή, ναι μπορεί να αποτελέσει μια ελπίδα. Οι κάργιες είναι κακό ψυχολογικό σύμβολο, είναι σύμβολο θανάτου. Εάν ο ξάδελφος Θεόδωρος Καρυωτάκης που έλαβε σε επιστολή το ποίημα την 1η Ιουλίου 1928 διέθετε κάποια παραπάνω ευφυΐα, έπρεπε να ξεσηκωθεί, να ξεσηκώσει και τον αδελφό του ποιητή και να τρέξουν στην Πρέβεζα για να τον σώσουν, δεδομένων και των ποιημάτων που είχαν ήδη δημοσιευθεί στην τελευταία του συλλογή ‘’Ιδανικοί αυτόχειρες’’ κτλ. Ο ποιητής νιώθει να καταδιώκεται από τα μαύρα πουλιά, τους αγγελιοφόρους του θανάτου που πέφτουν πάνω στους τοίχους και στα κεραμίδια όπως καταδιωκόταν πριν σαράντα χρόνια περίπου κι ένας άλλος ιδιαίτερος, ο Βανγκ Γκονγκ όταν ζωγράφιζε κοράκια πάνω από κίτρινα στάχυα, λίγο πριν αυτοπυροβοληθεί.
   Το τελευταίο του ποίημα είναι η οριστική καταδίκη της ζωής. Οι γυναίκες που αγαπιούνται χωρίς κανένα συναίσθημα σα να καθαρίζουνε κρεμμύδια, οι βρώμικοι δρόμοι με τα υποκριτικά τους λαμπρά ονόματα, ο ελαιώνας, η θάλασσα, ακόμη κι ο ήλιος θάνατος μες στους θανάτους! Τίποτα δε θα μείνει. Ο Καρυωτάκης αφού έχει ολοκληρώσει μια διαδρομή και αφού προσπάθησε πολύ να ξεφύγει από το πεπρωμένο του, επιστρέφει στην αρχική ψυχολογία των νεανικών του χρόνων και στην αναμέτρηση με τον θάνατο, αλλά αυτή τη φορά χωρίς καμιά ελπίδα διαφυγής. Θα θυμηθεί όταν γράφει το ποίημα και θα προσθέσει ακόμη και την ελλιπή μερίδα του ειρηνοδίκη για να σαρκάσει την αθλιότητα του συστήματος και τη μικρότητα πολλών μεγαλοσχημόνων που περνιούνται για σπουδαίοι σαν τους… Ειρηνοδίκες. Τι κατάντια ένας τέτοιος να τρέχει στην αστυνομία για να ζυγίσει τη μεσημεριανή μερίδα φαγητού, επειδή νόμισε πως τον κορόιδεψε για λίγα γραμμάρια ο εστιάτορας! Καμία αξιοπρέπεια. Αηδία για τον κόσμο, αυτό νιώθει ο Καρυωτάκης και ναι μπορεί η αηδία και μόνο να αποτελέσει αιτία θανάτου. Όμως οι άνθρωποι είναι τόσο υποκριτές, που ακόμη και την κηδεία αυτού του ανθρώπου, μπορεί να τη δουν σαν μια ωραία αφορμή να διασκεδάσουν την πλήξη τους  για να περάσουν όμορφα ένα απόγευμα. Κι ας φορέσουν τη μάσκα του λυπημένου. Η ανθρωπότητα προκαλεί αηδία. Πρόκειται φυσικά για υπερβολικά και τραβηγμένα συναισθήματα ενός ανθρώπου που ζωγραφίζει με τα μελανότερα χρώματα τον κόσμο γύρω του, μόνο και μόνο για να βρει τις δικαιολογίες να κάνει εκείνο για το οποίο είναι… προορισμένος. Την κακή ώρα άλλωστε την κουβαλά απ’ την αρχή μέσα του, ο ίδιος το έχει δηλώσει εδώ και χρόνια.
   Από δω και μπρος -πιστεύω- ότι αρχίζει να επεξεργάζεται πολύ σοβαρά, όχι μόνο την ιδέα της αυτοκτονίας (με αυτήν ίσως παλεύει χρόνια), αλλά την πραγματοποίησή της. Παράλληλα όμως αρχίζει το ίδιο σοβαρά αφού έχει φτάσει τόσο κοντά, να αναρωτιέται τι υπάρχει πίσω από τον θάνατο. Σκέψεις και αισθήματα που εκφράζονται στους στίχους του:

‘’ Ὅταν κατέβουμε τὴ σκάλα τί θὰ ποῦμε στοὺς ἴσκιους ποὺ θὰ μᾶς ὑποδεχτοῦνε…’’.

   Έρχονται όμως και στιγμές που διστάζει. Αυτή η αβεβαιότητα για το μετά του θανάτου, μοιάζει να του δίνει κάποια προσωρινά κρατήματα στη ζωή:

‘’…Τουλάχιστον δωπέρα εἴμαστε μόνοι/Περνάει ἡ μέρα μας, ἡ ἄλλη ξημερώνει……/ Ἀλλὰ ἐκεῖ κάτου τί νὰ ποῦμε, ποῦ νὰ πᾶμε;/Ἀναγκαστικὰ ἕνας τὸν ἄλλον θὰ κοιτᾶμε/μὲ κομμένα τὰ χέρια στοὺς ἀγκῶνες,/ ἀσάλευτοι σὰν πρόσωπα σὲ εἰκόνες…’’

   Αυτή είναι η κόλαση για τον Καρυωτάκη. Αιώνια ακινησία με κομμένα τα χέρια στους ώμους, να κοιτούν για πάντα ο ένας τον άλλον οι αμαρτωλοί. Δεν τοποθετεί τον εαυτό του στον παράδεισο σε αυτό το ποίημα, αλλά στην κόλαση: ‘’…Κι ἂν ποτὲ στὰ νύχια μας ἀνασηκωθοῦμε/τὶς βίλλες τοῦ Posillipo θὰ ἰδοῦμε/Κύριε, Κύριε, καὶ τὸ τερραὶν τοῦ Παραδείσου/ὅπου θὰ παίζουν cricket οἱ ὀπαδοί σου…’’
   Προτού φτάσει στην τελική απόφαση όμως, μοιάζει σαν εκκρεμές που ζυγίζει τα πράγματα. Να το κάνω ή όχι; Εκείνες τις τελευταίες ημέρες, άλλοτε του αρέσει να κάνει μοναχικές βόλτες στην προκυμαία ή σε έρημες τοποθεσίες, άλλοτε πίνει το αναψυκτικό του καπνίζοντας σιωπηλός στο καφενείο Ουράνιος κήπος, άλλοτε κλείνεται με τις ώρες στο δωμάτιό του, βασανιζόμενος από τον ανελέητο χτύπο του θλιβερού εκείνου εκκρεμούς μέσα του. Εδώ είναι καλύτερα ή εκεί; Και αν το κάνω, πώς θα το πάρουν οι δικοί μου; Γιατί να τους φορτώσω ένα τέτοιο κακό;
   Σε τέτοιες επικίνδυνες ισορροπίες, αρκεί κάτι αναπάντεχο -έστω με ελάχιστο βάρος- για να γείρει την πλάστιγγα προς τη μία ή την άλλη πλευρά. Έχω την εντύπωση πως τις παραμονές της αυτοκτονίας του θα πρέπει να ήρθε μια κακή είδηση. Μια ειδοποίηση. Κατά πάσα πιθανότητα από τις προθέσεις της κυβέρνησης εναντίον του για την υπόθεση της κατηγορίας μαστροπείας που του ετοίμαζαν. Ειδοποίηση από την αστυνομία; Κάποια άλλη επιστολή από την Αθήνα που τον ενημέρωνε;; Δυστυχώς από το αρχείο του χάθηκαν πολλά. Τα περισσότερα εκουσίως. Από την οικογένεια αλλά και από την Αστυνομία ίσως. Οπότε έχουν χαθεί στοιχεία. Στην κατάσταση που βρισκόταν όμως, άρκεσε αυτή η είδηση για να γείρει η πλάστιγγα και να πάρει τη μεγάλη και μη αναστρέψιμη απόφαση. Τα υπόλοιπα είναι ιστορία…
   Την Παρασκευή 20 Ιουλίου 1928, πήγε κανονικά στην υπηρεσία του. Λιγομίλητος. Αργά το απόγευμα κατευθύνθηκε στην παραλία Μονολιθίου που απέχει επτά περίπου χιλιόμετρα από την Πρέβεζα. Μπήκε στη θάλασσα και για αρκετές ώρες πάλεψε με τα κύματα προσπαθώντας να αυτοκτονήσει χωρίς να το καταφέρει. Επιστρέφει ξημερώματα στο σπίτι του, εξαντλημένος. Στο τελευταίο του σημείωμα συμβουλεύει όσους θέλουν να αυτοκτονήσουν να μην αποφασίσουν να το κάνουν διά… θαλάσσης. Αργότερα αγοράζει από το οπλοπωλείο  του Αναγνωστόπουλου το μοιραίο πιστόλι. Θα επιστρέψει όμως παραπονούμενος πως είναι χαλασμένο. Ο ιδιοκτήτης θα του πει πως το όπλο είναι μια χαρά, απλά δεν είχε βγάλει την ασφάλεια. Ο Καρυωτάκης θα φύγει και θα κατευθυνθεί στο γνώριμο καφενείο που σύχναζε τον Ουράνιο κήπο ιδιοκτησίας τότε Νιόνιου Καλλίνικου. Κάθισε περίπου δύο ώρες εκεί πίνοντας μία βυσσινάδα και γράφοντας σημειώματα. Στις 4.15 φωνάζει να πληρώσει. Αφήνει πολύ υψηλό μπουρμπουάρ 75 δραχμές ενώ η βυσσινάδα στοίχιζε μόνο 5. Ζητάει από το γκαρσόν μόνο ένα τσιγάρο. Φεύγει και κατευθύνεται στον ευκάλυπτο…



   Η αστυνομία στην τσέπη του βρήκε το παρακάτω σημείωμα:

Εἶναι καιρὸς νὰ φανερώσω τὴν τραγῳδία μου. Τὸ μεγαλύτερό μου ἐλάττωμα στάθηκε ἡ ἀχαλίνωτη περιέργειά μου, ἡ νοσηρὴ φαντασία καὶ ἡ προσπάθειά μου νὰ πληροφορηθῶ γιὰ ὅλες τὶς συγκινήσεις, χωρὶς τὶς περσότερες, νὰ μπορῶ νὰ τὶς αἰσθανθῶ. Τὴ χυδαία ὅμως πράξη ποὺ μοῦ ἀποδίδεται τὴ μισῶ. Ἐζήτησα μόνο τὴν ἰδεατὴ ἀτμόσφαιρά της, τὴν ἔσχατη πικρία. Οὔτε εἶμαι ὁ κατάλληλος ἄνθρωπος γιὰ τὸ ἐπάγγελμα ἐκεῖνο. Ὁλόκληρο τὸ παρελθόν μου πείθει γι᾿ αὐτό. Κάθε πραγματικότης μοῦ ἦταν ἀποκρουστική.
Εἶχα τὸν ἴλιγγο τοῦ κινδύνου. Καὶ τὸν κίνδυνο ποὺ ἦρθε τὸν δέχομαι μὲ πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω γιὰ ὅσους, καθὼς ἐγώ, δὲν ἔβλεπαν κανένα ἰδανικὸ στὴ ζωή τους, ἔμειναν πάντα ἕρμαια τῶν δισταγμῶν τους, ἢ ἐθεώρησαν τὴν ὕπαρξή τους παιχνίδι χωρὶς οὐσία. Τοὺς βλέπω νὰ ἔρχονται ὁλοένα περισσότεροι μαζὶ μὲ τοὺς αἰῶνες. Σ᾿ αὐτοὺς ἀπευθύνομαι.
Ἀφοῦ ἐδοκίμασα ὅλες τὶς χαρές !!! εἶμαι ἕτοιμος γιὰ ἕναν ἀτιμωτικὸ θάνατο. Λυποῦμαι τοὺς δυστυχισμένους γονεῖς μου, λυποῦμαι τὰ ἀδέλφια μου. Ἀλλὰ φεύγω μὲ τὸ μέτωπο ψηλά. Ἤμουν ἄρρωστος.
Σᾶς παρακαλῶ νὰ τηλεγραφήσετε, γιὰ νὰ προδιαθέσῃ τὴν οἰκογένειά μου, στὸ θεῖο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, ὁδὸς Μονῆς Προδρόμου, πάροδος Ἀριστοτέλους, Ἀθήνας.
Κ.Γ.Κ.

[Υ.Γ.] Καὶ γιὰ ν᾿ ἀλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω ὅσους ξέρουν κολύμπι νὰ μὴν ἐπιχειρήσουνε ποτὲ νὰ αὐτοκτονήσουν διὰ θαλάσσης. Ὅλη νύχτα ἀπόψε ἐπὶ δέκα ὧρες, ἐδερνόμουν μὲ τὰ κύματα. Ἤπια ἄφθονο νερό, ἀλλὰ κάθε τόσο, χωρὶς νὰ καταλάβω πῶς, τὸ στόμα μου ἀνέβαινε στὴν ἐπιφάνεια. Ὠρισμένως, κάποτε, ὅταν μοῦ δοθεῖ ἡ εὐκαιρία, θὰ γράψω τὶς ἐντυπώσεις ἑνὸς πνιγμένου.

  


  Ο Καρυωτάκης δεν αυτοκτόνησε επειδή τον κατηγόρησαν οι κριτικοί. Ούτε μόνο επειδή τον κυνήγησε ο Κύρκος. Ούτε μόνο επειδή αρρώστησε από σύφιλη. Αυτοκτόνησε γιατί τα τρία ρεύματα που κυλούσαν χωριστά, κάποιο πριν από το 1919 κιόλας -ο μεταφυσικός τρόμος του θανάτου, η σωματική φθορά και η ηθική αηδία για τον κόσμο των ανθρώπων- συναντήθηκαν στην Πρέβεζα και έγιναν ένα ορμητικό ποτάμι που τον παρέσυρε στον ευκάλυπτο του Ουράνιου κήπου. Απίθωσε εκεί τον σταυρό του και μετά τον πυροβολισμό αναλήφθηκε σε περίοπτη θέση στο πάνθεον των Ελλήνων και παγκόσμιων λογοτεχνών, αφήνοντας πίσω σαν καρικατούρες του Τζερόνυμους Μπος τους διάφορους μικρούς και μεγάλους… βασανιστές, να απολαμβάνουν μέσα στη σήψη και την ηθική αθλιότητα τη ζωή τους.


Γιώργος Πύργαρης
(21-26 Ιουλίου 2026)