Tuesday, April 25, 2017

Το δάσος από ποιήματα

Περπατώντας σ' αυτό το δάσος από ποιήματα
θα δεις δέντρα επιβλητικά, στιβαρά
που από μακριά ξεχωρίζουν σα γίγαντες
οι άνθρωποι τα κοιτάζουν με δέος και θαυμασμό
τα μελετούν
περνούν μέρες και χρόνια κάτω απ' τον ίσκιο τους
κι άλλοτε σκαρφαλώνουν σαν παιδιά πάνω
στα πράσινα λόγια, να κραυγάσουν από χαρά
να ακουστεί μακριά ο αντίλαλος, γιατί εκεί νιώθουν
αγνοί σαν πρωτόπλαστοι

θα δεις ποιήματα καταδεχτικά, στο ύψος ακριβώς του ανθρώπου
όμορφα και πολύχρωμα που τραβούν αμέσως την προσοχή
οι άνθρωποι τρέχουν κοντά -τσιμπολογούν τους καρπούς
τα αγκαλιάζουν όπως αγκαλιάζουν έναν φίλο
φωτογραφίζονται δίπλα τους
όπως φωτογραφίζεται κανείς
δίπλα στην πασχαλιά του σπιτιού του

και ποιήματα χαμηλά θα δεις, που ξέρουν καλά τι είναι
δεν έχουν αυταπάτες μα συνεχίζουν να επιβιώνουν θροϊζοντας
σα μικροί, ταπεινοί θάμνοι
οι άνθρωποι όμως τα αγαπούν, σκύβουν
τραβούν έναν στίχο και τον μυρίζουν
όπως μυρίζει κανείς ένα κλαδάκι από θυμάρι
έπειτα το βάζουν στο αυτί ή κάτω από το μαξιλάρι
να προσελκύσουν τις μέλισσες

θα δεις ποιήματα αγέννητα ακόμη
να περιφέρονται στο δάσος ίδια αερικά
νεράιδες που χορεύουν στις πηγές και τις βρύσες
μαγνητίζουν σαν οπτασίες μα σε κρατούν σε απόσταση
σε αφήνουν από μακριά να τα δεις, στα καλάμια κρυμμένος
δε μπορείς να κλέψεις τα μυστικά τους, είναι αέρας
ποτέ δε ξέρεις αν λένε ψέμματα ή αλήθεια
και μόλις κάνεις να πλησιάσεις εξαφανίζονται
σα να μην ήταν ποτέ -όπως συμβαίνει πάντα
με τις υποψίες-

Ποιήματα υπόγεια θα δεις, σα μανιτάρια.
Κάτω από νωπές πευκοβελόνες
στη μούχλα σάπιων φύλλων
πλέκονται λέξεις μαγικές
σπάνιες τρούφες ακριβές
μυστήριο κι αρώματα γεμάτες
για πνεύματα απαιτητικά
εκλεπτυσμένα

αναρριχώμενα ποιήματα, στριφογυριστά
δεν έχουν ρίζες, απ' τους χυμούς των άλλων τρέφονται
καθώς επάνω σκαρφαλώνουν -μα είναι ακίνδυνα
χωρίς πολλά να απαιτούν, παρά μονάχα λίγη θαλπωρή
και λίγη δόξα δανεική

ποιήματα ασπροκίτρινα, εωθινά, αδέξια
χαρά γεμάτα και δροσιά, ολόιδια μαργαρίτες
όλα μαζί στο ξέφωτο
το ένα να παίρνει από το άλλο κουράγιο
θέλουν να ζήσουν παντοτινά, μα λίγη τελικά η ζωή τους
έχουν προλάβει όμως να δοξάσουν υπέροχα τη ζωή
κι ανεπαίσθητα όπως τη δοξάζουν οι πεταλούδες

Όμως αυτά που λυπάμαι είναι τα αλαζονικά
φυτρώνουν απαρχής θυμωμένα, ονειρεύονται τις νύχτες φωτιές
το δάσος να καίγεται, να επιζούν μονάχα εκείνα
κακά και πεισματάρικα, δε μιλούν σε κανέναν
με βλέμμα σκοτεινό, στραμμένο στον εαυτό τους
όμως δε περισσεύει τόπος και νερό -λείπει η αγάπη-
δε περισσεύει φως -λείπει η αγάπη-
κι έτσι καταντούν καχεκτικά, κιτρινίζουν
κι έπειτα δε τα θυμάται κανείς

Τόση ομορφιά και Νέμεση
και οίκτος καθόλου σ' αυτό το δάσος...



-τα καταφρονημένα-