Tuesday, August 9, 2011

χάος



Φεύγει το πλοίο, οι αιώνες, το καδράκι
η κουρτίνα ακόμη δε σάλεψε
Το λουλούδια στο βάζο
ζωγραφίζουν τη πιο τρελή φιγούρα
θυσίας και πάθους
Πρέπει να κοιμηθώ βολεμένος
στα στίγματα ενός μεγάλου ερωτηματικού
και το πρωί
να αφήσω τις Ερινύες
να καψαλίζουν την ηχώ τους πάνω στις στέγες
στα κεραμίδια σας

Κύπελλο η πατημασιά του Ιάσονα η ξυπόλητη
στις αμμουδιές της Κολχίδας
να πιούμε κρασί με ροδανθούς

ακμή η γυναίκα
όταν με το αιδοίο υγρό κι ανοιχτό σα τη λύτρωση
περιμένει ασθμαίνοντα τον άντρα
που παρατώντας στη σκισμένη πολυθρόνα το σακάκι
το πουκάμισο
-με το κουμπί να τρέχει και να νιαουρίζει στο πάτωμα-
σα λιοντάρι βρυχάται στα καπούλια της
αρπάζοντας το χάος απ' τα μαλλιά
και βροντώντας το αλύπητα
πάνω στο σκληρό, τεντωμένο του πέος

για να πλαντάξει το χάος
να σβήσει