Tuesday, July 5, 2011

φωτοστέφανο

Προσμέναμε όμως την Άνοιξη, που μας πείραζε αλλιώτικα τότε.
Μας αναστάτωνε.
Ερχόταν μυρουδική, ερχόταν σπέρνοντας γύρω ένα άλλο φως, που έμοιαζε περισσότερο με το φως του βαθιού μας ονείρου. Γεμίζαν οι γράντες, γεμίζαν τα ριζά με χίλια δυο λουλούδια, που ποτέ δε γυρέψαμε να ονοματίσουμε. Ανέμιζαν στο απαλό αεράκι τα σπαρτά, όλος ο κάμπος θάλασσα πράσινη κυματιστή, που τη διασχίζαμε με βάρκες τα ποδήλατά μας. Ψήλωνε ο τόπος τις μέρες αυτές, μεταφερόταν αλλού και μεις ακολουθούσαμε μικροί αγγέλοι, από τη γύρη μεθυσμένοι.

Όπλο μεγάλο της Άνοιξης να την ποθούμε πάντα η Μεγάλη Βδομάδα. Εκεί στις λεύκες του Αη Γιώργη, στο φωτισμένο προαύλιο, εμείς μικρά σπουργίτια, με τον Χριστό και τον Αη Γιώργη πλάι μας, τρέχαμε ιδρωμένοι πετώντας κροτίδες, ρίχνοντας φωτοβολίδες απ΄ τη μεγάλη Δευτέρα με τον Χριστό και τον Αη Γιώργη πλάι μας.
Ανεβαίναμε στο ηρώο των πεσόντων, ανάβαμε σύρμα κουζίνας και το γυρίζαμε γρήγορα γύρω, για να δούνε όλοι –προπαντός τα κορίτσια- το μεγάλο φωτοστέφανο που μας τύλιγε και πέταγε ολόγυρα σπίθες, σα το μικρό ιερό πάθος που γεννιόταν σιγά σιγά μέσα μας και μας ζέσταινε. Κι οι επιτρόποι, πούχαν επωμιστεί το έργο της τάξης και της φροντίδας του ναού, μας κυνηγούσαν όχι γιατί τους ενοχλούσαν οι φωνές, μα γιατί είχαν βαρεθεί να κουβαλούν κεριά, να κάθονται στο παγκάρι μετρώντας κέρματα κι ήθελαν να τρέξουν λιγάκι μαζί μας για να ξεδώσουν…



Από την συλλογή ''Χαιρετισμός''