Saturday, March 13, 2010

Η σόμπα

Μα οι γονείς καταπιασμένοι με την αντάρα της γης, σταλιά σταλιά συνάζανε το γάλα του χωμάτου να θρεφτούμε. Ό,τι κάναν, το κάναν με τα μπράτσα τους. Σκληροί, με χαραγμένα χέρια και σπασμένα νύχια –σα να οργώνανε τη γη με τα δάχτυλα- δεν είχαν κέφι για τις δικές μας τσιριμόνιες. Ο καλός ο λόγος, το χάδι, πράματα σπάνια, ίσως γιατί μας ήθελαν σκληρούς σα το τόπο. Τις κρύες νύχτες, όταν εξοντωμένοι απλώναν τις παλάμες πάνω απ’ τη σόμπα, με φράσεις ξερές μας πρόσταζαν να μάθουμε γράμματα, να φύγουμε απ΄ τη λάσπη. Όμως δεν ήταν ο κόπος κι η λάσπη που τους πλάκωνε. Ήταν η περιφρόνηση απ΄ όλους αυτούς, που στέκονταν ψηλά και δε λογάριαζαν και δε ρωτούσαν. Ήταν η από χρόνια κατασταλαγμένη επίγνωση, πως θάναι για πάντα η τελευταία τρύπα της φλογέρας. Αυτοί που ίδρωναν περισσότερο, που δε χρωστούσαν κανενού. Αυτοί που σήκωναν απάνω τους, τη φάρα εκείνη που γυρεύει λίγα να δώσει και να τα πάρει όλα.

Θα συνεχίζαμε με το βάρος αυτής της δικαίωσης.



(1999)