Tuesday, January 1, 2008

Η μεγάλη κατάφαση


Του κυττάρου τις πύλες σιωπηλά ξεκλειδώνω
στη σεμνή ταραχή σου ζωή, να πλανηθώ
όσα θάρεψα μα δε γνώρισα, ανταμώνω
το αδέσποτο σώμα μου, γλυκά θ'ασπασθώ

Ανήμερους πόθους στο καρτέρι μερεύω
παλάτια παλιά, με τον ήλιο ξεχνώ
μέσα στη λήθη του πια ζωντανεύω
τα μάτια ανοίγω στο φως του τ'αχνό

Και θέλω να μείνω στ'ανάγλυφο άστρο
που ξένο με πάιρνει, με κάνει δικό
χαρίζει μου ύλη να χτίσω το κάστρο
μ'αδάμαστο χέρι, αερικό

Των σπλάχνων σου γη, με κυνηγούν οι σκιές
βαραίνει στο μέτωπο της νίκης το στέμα
κρυφά με κυκλώνουν πικρές ενοχές
συγχώρια ζητώ απ'των θυμάτων το αίμα

Γυμνός ναυαγός στης ανάγκης την όχθη
αργά ψηλαφίζω ακριβά μυστικά
με δάκρυ ραντίζω του κόσμου τη κόχη
χλωραίνω το πόνο κι υψώνω φτερά

Και θέλω να μείνω στ'ανάγλυφο άστρο
που ξένο με παίρνει, με κάνει δικό
χαρίζει μου ύλη να χτίσω το κάστρο
με χέρι καλέμι, αερικό

Στη φωτιά των καιρών ανασαίνουν και σμίγουν
αθώοι αγγέλοι ριγμένοι στη γη
από τούτο το τόπο σα λουλούδια θα φύγουν
που το χρώμα γυρίζουν ξανά στη πηγή

Τη φθορά του καρτερικά αψηφώντας
ανέμελα παιδιά, βουής θεϊκής
στο άγνωστο τραβάνε τραγουδώντας
τρυγώντας δύναμη κι απόσταγμα ζωής

Και θέλουν να μείνουν στ'ανάγλυφο άστρο
που ξένα τα παίρνει, τα κάνει δικά
χαρίζει τους ύλη να χτίσουν το κάστρο
με χέρια ωραία, αερικά...

(1996)