Thursday, November 15, 2007

Μετά την θύελλα (απόσπασμα)

Όμως, η σημερινοί κάτοικοι του Αμάραντου, δεν έχουν σαφή επίγνωση του παρελθόντος. Πολλοί αγνοούν ακόμη κι από που πήρε το τελευταίο του όνομα το χωριό τους. Λίγα χρόνια αφού εκδιώχθηκαν οι ανατολικοί καταχτητές, ένας γερόσοφος που συνέλαβε τη θέληση αυτού του χωριού, να συνεχίζει να ζει σε πείσμα των θεών και των δαιμόνων, ονόμασε το χωριό Αμάραντο. Έτσι πέρασε και στα χαρτιά. Αμάραντος.
Τους κατοίκους του όμως σήμερα, τους απασχολεί περισσότερο το παρόν που σαν εύθραυστο αυγό αργοκυλάει πάνω στα βότσαλα του άγχους της πραγματικότητας και της επιβίωσης. Η μοίρα των περισσοτέρων είναι από χρόνια προκαθορισμένη. Να δουλεύουν τη γη με οποιοδήποτε τίμημα για να θρέψουν τις πολιτείες, που συνήθως τους περιφρονούν για τη ταπεινή τους εργασία και καταγωγή. Η δουλειά στα χωράφια παραμένει δύσκολη, όσο κι αν τα χέρια τους απέκτησαν τρομερά βοηθητικά εργαλεία μετά τη τελευταία θύελλα. Δουλεύουν ασταμάτητα εννιά μήνες το χρόνο και σ' αυτό το διάστημα αδυνατίζουν και μαυρίζουν σα γύφτοι. Τους υπόλοιπους μήνες ξεκουράζονται λόγω καιρού και μόνο τότε ροδοκοκκινίζουν και παχαίνουν από τη καλοπέραση και το γλεντοκόπι.
Αντιλαμβάνονται όμως με τον δικό τους τρόπο το παρελθόν. Παρά τους φόβους των τελευταίων παππούδων, διατηρούν τους τάφους καθαρούς και δεν αφήνουν ποτέ τα καντήλια να σβήσουν. Πολιορκούν τα παιδιά με μύθους για τη ματαιότητα, όπως το μύθο του χωραφιού που μίλησε κάποτε από αγανάκτηση, σε δύο που κόντεψαν να αλληλοσκοτωθούν για τα σύνορά του.
-Γιατί ανόητοι τσακώνεστε, τους είπε, μόνο μονόφθαλμους αφεντάδες είχα ενενήντα εννιά!
Το ότι αναγνωρίζουν όμως τη ματαιότητα, δε τους εμποδίζει να ρίχνονται και οι ίδιοι σ' αυτήν όπως ο πυρωμένος απ' τη κάψα στο δροσερό ποτάμι. Φυλάνε σα κόρη οφθαλμού τα σύνορα, τα συμβόλαια, τους τίτλους ιδιοκτησίας των χωραφιών τους κι ένα από τα μεγαλύτερά τους όνειρα, είναι να έρθουν κάποτε τα πράματα δεξιά σ' αυτούς και ζερβά σε άλλους, για να μπορέσουν ν' αγοράσουν κι άλλη γη απ' αυτή που κληρονόμησαν.
Βέβαια, μέσα στα μπαούλα, δίπλα από τα συμβόλαια και κάτω από τις παραδοσιακές στολές των προγόνων, οι περισσότεροι κρύβουν όπλα μέσα σε γράσο και σφαίρες πούχουν ξεμείνει από πολέμους και λαθρεμπόρια. Πιστόλια όλων των διαμετρημάτων, αυτόματα, οπλοπολυβόλα και χειροβομβίδες ακόμη που τάχουν φυλαγμένα για μια ώρα ανάγκης, όπως λένε. Αυτό δε σημαίνει πως τρέφουν κρυφές επιθυμίες εναντίον του καθεστώτος. Έχουν συνηθίσει πια, να μη περιμένουν μεγάλα πράματα από τα πολιτεύματα, τα πολιτικά συστήματα και τις επαναστάσεις, που στο κάτω κάτω ήταν υπεύθυνα για τον τελευταίο εμφύλιο, που στοίχισε αίμα και τρόμο κάποιες δεκαετίες πριν. Έπειτα έχουν πάψει να πιστεύουν και σε σωτήρες. Θυμούνται ακόμη με κάποια ντροπή, τα περασμένα χρόνια που ένας τέτοιος κατόρθωσε να τους πείσει με χειρονομίες και όμορφα λόγια από τις οθόνες των τηλεοράσεων για την μεγαλοσύνη και τον διαφορετικού χρώματος ήλιο που ανέτειλε μαζί του. Έπεισε έτσι πολλούς να στραφούν ενάντια στη καθεστηκυία τάξη και εγκαινίασε μια παρανοϊκή εποχή, γιατί οι μισοί χωριανοί άρχισαν να εχθρεύονται τους άλλους μισούς, έλεγαν καλημέρα μονάχα με τους μισούς, στα καφενεία που ήταν για τους μισούς. Κι όλα αυτά, για να πάρει την εξουσία εκείνος και να κάνει ό,τι ακριβώς έκανε η καθεστηκυία τάξη τόσα και τόσα χρόνια. Τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο. Γι 'αυτό πια, οι κάτοικοι του Αμάραντου, δεν έχουν εμπιστοσύνη σε τίποτα. Ούτε στο πολίτευμα, ούτε στους άρχοντες μα ούτε και σε μια επανάσταση που ίσως φέρει κι άλλους τρελούς να κάτσουν πάνω στο σβέρκο τους. Αισθάνονται πια εγκλωβισμένοι απ' όλες τις μεριές. Το μόνο που τους μένει είναι η δουλειά και τα μπράτσα τους. Και να βρίζουν. Δίνουν την εντύπωση, πως αν ξεθάψουν κάποτε τα όπλα, θα το κάνουν μόνο και μόνο για να υπερασπίσουν το δικαίωμά τους να βρίζουν και να περιφρονούν ανοιχτά κάθε χαρτογιακά γραφειοκράτη και δημαγωγό.
Με λίγα λόγια, οι κάτοικοι του Αμάραντου, θέλουν να ορίζουν το σπίτι τους και να τους αφήσουν ήσυχους, να σπέρνουν, να θερίζουν και να βρίζουν.
Από την άλλη μεριά οι πολιτικοί, πούχουν κληρονομήσει τη πολιτική τους οντότητα από μπαρμπάδες, παππούδες και γονιούς, ανέχονται όλες αυτές τις ιδιοτροπίες των κατοίκων, ακόμα και να ξεχέζονται από κείνους ασύστολα όποτε κάνουν την εμφάνιση τους στα καφενεία, μόνο και μόνο γιατί αυτοί οι κάτοικοι, διατηρούν ακόμη τη καλή συνήθεια κάθε τέσσερα χρόνια, να φοράνε τα καλά τους και να ψηφίζουν...