Sunday, October 21, 2007

Η θύελλα (απόσπασμα)

...
Όλα αυτά βέβαια είχαν ένα τέλος, γιατί εκείνοι που έτυχε να είναι παππούδες μετά το τελευταίο πόλεμο, είδαν πράματα που δε τα έβαζε ο νους κι ήταν πιο απίστευτα απ' τις νεράιδες και τον άγιο που μέχρι τότε τριγύριζε με τ' άλογο στο χωριό και το προστάτευε. Εκεί που περίμεναν κι απολάμβαναν ήσυχα τα χρόνια που τους απόμεναν καμαρώνοντας για τις φαμίλιες που έσπειραν, ο κόσμος γύρισε ανάποδα. Γίναν θεατές μιας θύελλας, που πήρε και σήκωσε ό,τι μέχρι τότε έμοιαζε στέρεο και δυνατό.
Πρώτα πρώτα, ήρθαν απ' τους καρόδρομους έμποροι με μεγάλα φορτηγά, που τα παιδιά τα πήραν στο κατόπι κι άραξαν στη πλατεία. Άρχισαν να λένε πως τώρα πια αλλάξαν οι καιροί. Ήταν ευκαιρία να πλουτίσουν. Έπρεπε να σπέρνουν όχι μονάχα για να θρέψουν τις φαμίλιες τους μα και τις πόλεις που θ' αγόραζαν ακριβά τα πράματά τους. Πάνω κει, έβγαλαν μάτσα τα λεφτά από τις τσέπες και τα κούναγαν κάτω από τις μύτες των απορημένων κατοίκων.
Σιγά σιγά οι άντρες μπολιάστηκαν με το καινούριο σαράκι του πλουτισμού, τους έπιασε τρελός πυρετός, φύτεψαν κάθε σπιθαμή γης που διέθεταν και όταν είδαν πως δεν ικανοποιούσαν την ακόρεστη πείνα των εμπόρων, άρχισαν να ξεχερσώνουν τα ρουμάνια για να αυξήσουν τα εδάφη και τη παραγωγή. Οι τράπεζες τους βοήθησαν αδιαμαρτύρητα, έδιναν δάνεια, πολλές φορές ανεπιστρεπτί κι έτσι αγόρασαν τα πρώτα τρακτέρ και σύγχρονα μηχανήματα που βοήθησαν να ολοκληρωθεί το ξεχέρσωμα. Τα τσακάλια, οι λύκοι, οι χελώνες, τα όρνια χάθηκαν πανικόβλητα και δε ξαναφάνηκαν από τότε ποτέ. Μέσα σε λίγα χρόνια όλος ο κάμπος ήταν στη διάθεσή τους, οι αυξημένες όμως απαιτήσεις ήθελαν περισσότερο νερό και ανατολικά που δεν έφτανε το ποτάμι, τα μικρά πηγάδια αντικαταστάθηκαν από βαθύτερα και από γεωτρήσεις εκατό και διακοσίων μέτρων. Τα επιφανειακά νερά, τα πηγάδια της γειτονιάς, οι γάργαρες βρύσες στέρεψαν, πέθαναν οι νεράιδες, ψόφησαν τα χέλια και τα καβούρια. Οι καρόδρομοι ασφαλτοστρώθηκαν, τα λυχνάρια πετάχτηκαν στα σκουπίδια, ήρθε το ηλεκτρικό, οι νύχτες γίναν μέρες και τα φαντάσματα που κατοικούσαν αιώνες εδώ πήραν τρομαγμένα τα βουνά μαζί με τους λαγούς και τις χελώνες. Σε λίγο ήρθαν οι εφημερίδες, τα ραδιόφωνα και οι τηλεοράσεις. Κάθε σπίτι είχε τη δικιά του τηλεόραση και τα βράδια στήνονταν όλοι αμίλητοι να δουν τα έργα που κρατούσαν χρόνια και τελειωμό δεν είχαν. Οι παλιοί παραμυθάδες του χωριού, οι στιχοπλόκοι και εκείνοι που σκάρωναν ιστορίες βουβάθηκαν, δε τους άκουγε κανείς πια. Απόμειναν στα καφενεία να καπνίζουν νοσταλγώντας το παλιό καλό καιρό που όλοι κρέμονταν απ' τα χείλη τους...
Οι παππούδες έμειναν να παρακολουθούν, βλαστημώντας σιωπηλά αυτή τη θύελλα αλλαγής που όλοι ήταν απασχολημένοι με κάτι και τους άφηναν να περιμένουν μόνοι το θάνατο. Γι' αυτό έφτυσαν αυτά τα κατασκευάσματα του διαόλου, απομονώθηκαν στα άσπρα μακριά σώβρακά τους, κάπνιζαν συνεχώς κόβοντας καπνό στο χαβάνι κι έκαναν οικονομίες από τα ελάχιστα χρήματα μιας απρόσμενης σύνταξης, να πληρώσουν τους μαρμαράδες για να φτιάξουν από τώρα τους τάφους τους, όσο ήταν ακόμα ζωντανοί, γιατί ποιος ξέρει, αυτή η εποχή του κερατά, μπορεί να τους άφηνε άθαφτους και αλειτούργητους ακόμη, να πήγαιναν σα το σκυλί στ' αμπέλι η -Θεός φυλάξει- να τους καίγανε ακόμη και να πετούσαν στον άνεμο τη στάχτη, αυτοί οι νέοι ειδωλολάτρες οι γιοι τους, που δεν είχαν καιρό για τίποτα πια, ούτε για κυνήγι, τα όπλα σκουριάζανε κρεμασμένα στους τοίχους και πού κυνήγι αφού τα εξαφάνισαν όλα, δεν άφησαν τίποτα όρθιο, πουλήσανε ακόμη και τα τελευταία γαϊδούρια και τα κοπάδια μισοτιμής, γιατί θεωρούσαν ντροπή πια να είναι τσοπάνηδες και καβαλήσανε αυτά τα καταραμένα τρακτέρ και δε τους έβλεπε το σπίτι. Ήταν συνέχεια βιαστικοί, άλλη στεναχώρια, από το να γεμίζουν τις τσέπες λεφτά δεν είχαν οι αθεόφοβοι και δε ρωτούσαν τίποτα πια το γέρο πατέρα που όταν ήταν νέος είχε οργώσει το κόσμο, έξι χρόνια στο πόλεμο είδε όσα θα δουν αυτοί σε όλη τους τη ζωή κι αν ήταν λίγο πιο άτυχος θα είχε αφήσει τα κόκαλά του εκεί και δε θα γεννιόνταν αυτοί οι σατανάδες να τρέχουν πάνω κάτω σα να τους έχεις βάλει νέφτι. Δε θα γκρέμιζαν τα παλιά πέτρινα σπίτια για να χτίσουν μέγαρα με τούβλα και ταράτσες πούχαν, ντροπής πράματα, το καμπινέ μέσα κι από τις βρύσες έτρεχε ζεστό ζεματιστό νερό να σε προσέχει μη κρυώσεις σα νάσουνα κοπέλα...



(1998)