Saturday, September 15, 2007

Σαρκοφάγα μοσχάρια


Φοβάμαι τους ύμνους πια
κι ας έχω μέσα μου βαθιά
ποτάμια αναίμακτα τραγούδια

πώς να ρεμβάσω φανταστικές εποχές
πώς ν’ αποστρέψω απ’ τον κόσμο τα μάτια
τις νύχτες
λυπημένα τη πόρτα χτυπάν οι αλήθειες
κι αγκάθια σε στίχους ανθίζουν τις νύχτες
Δε τραγουδώ


-Κάποτε
όταν οι βελουδένιοι απόκαρ
δίωναν με τεχνάσματα τους γενναίους
οι ζωντανές μεραρχίες του ήλιου
ανέμεναν πεισματικά παραταγμένες
ν’ αποδώσουν τιμές

με χρωμάτων χειροκροτήματα
με ασπασμούς πανδαισίας
τις πύλες ν’ ανοίξουν σε κάθε γενναίο

Μα τώρα να πάνε που
μιάσματα στις μεραρχίες και αταξία
σε συμπληγάδες μαρτυρούν οι γενναίοι
χρόνια λαθεύοντας
η κραυγή των σοφών πως είναι σιγή
γι’ αυτό γεράσαν και δε μίλησαν ακόμη-


Δε τραγουδώ
όταν πα να τραγουδήσω
στο στόμα μου μπερδεύεται
ένας ψόφιος αχινός
και πώς αλλιώς
που αντικρίζω ο άτυχος
σαρκοφάγα μοσχάρια
στο σώμα του καλοκαιριού
έναν κακό Μπωντλαίρ

Ύπουλη η τρελή ροδιά
στο καρποφόρο γέλιο της
αόρατο σέρνεται
ένα σκουλήκι που μας ορέγεται

Ποιος ξέρει τι κώνεια κουβαλά ο Μαΐστρος
και ο Λεβάντες

-Δεν ήταν ύμνος αυτός
ήτανε θρήνος
επιτάφιο σάλπισμα
ομορφιάς προγραμμένης


(από την συλλογή ''μαθητεία'')