Tuesday, December 8, 2015

Η ψαρόσουπα


ή άλλως...

ο Πύργαρης μάγειρος

(σατιρικόν-αυτοσαρκαστικόν)

.
Ο Πύργαρης πεθύμησε, κάποτε μία σούπα
χειμώνας ήταν θάπινε, μαζί και καμιά κούπα
από νωρίς ξεκίνησε για να την ετοιμάσει
πατάτες, κοκκινόψαρα και τα λοιπά να βράσει
-Σήμερα μαγειρεύω εγώ, δρόμο απ' την κουζίνα
θα είναι όλα μια χαρά, φύγε κυρία Μίνα!

Παίρνει εκείνη τον καφέ, πηγαίνει στο σαλόνι
τον άντρα της θαυμάζοντας, που ''όχι'' δε σηκώνει
''Πώς τούρθε έτσι ξαφνικά, άσπρη ποδιά να βάλει
και του μαγείρου το σκουφί, απάνω στο κεφάλι;''
Όμως δεν έχει η κυρά, παρά να περιμένει
το έργο του συζύγου της! άλλο απ' αυτό δε μένει...

Πέφτει ο Γιώργης στη δουλειά, καρότα καθαρίζει
εδώ είναι τα σέλινα, εδώ είναι και το ρύζι
την κατσαρόλα γέμισε με καθαρό νεράκι
και της κουζίνας άναψε, το δεξιό ματάκι
δάκρυσε λίγο πούκοψε τα τέσσερα κρεμμύδια
μα γρήγορα του πέρασε, δεν ήταν δα και φίδια!

Τα υλικά του έριξε, μόλις που πήρε βράση
θάφτιαχνε σούπα σήμερα, θ' αγάλιαζε η πλάση!
Θα γίνει από το τίποτα μάγειρας αστέρι
αχ Θε μου ξέχασε ο χαζός, να ρίξει το πιπέρι!
Τα φρέσκα ψάρια φυσικά, θα βάλει προς το τέλος
να του πετύχει και τ' αυγό, για να μη γίνει Οθέλος

..............................................................

Ώσπου ήρθε η ώρα κάποτε, της κρίσης η μεγάλη
ο Πύργαρης καμάρωνε σα νάταν μανουάλι!
Όλοι λοιπόν μαζεύτηκαν γύρω απ' το τραπέζι
της θεσπεσίας τέχνης του, να πιουν το πετιμέζι
απ' έξω είχε καταχνιά και έβρεχε καμπόσο
για σούπα ωραίος ο καιρός! ''ώρα να ντερλικώσω!''

Από τις πρώτες ρουφηξιές, κατάλαβαν την πλάνη
του μάγειρα που ανθρώπου νους, καθόλου δε τη βάνει
κάτι στη γλώσσα πείραζε, κάτι στο λάρυγγά τους
και τίναι αυτά που πλέουνε στα πιάτα τα δικά τους;
Τάκανε όλα τέλεια! μαγείρεψε με ζέση!
μα απ' τα ψάρια ξέχασε, τα λέπια ν΄αφαιρέσει!!!


Post a Comment